Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Παγκόσμια ημέρα του παιδιού


Παγκόσμια ημέρα του παιδιού η 20η Νοεμβρίου και είναι αφορμή, για να μην ξεχάσουμε ποτέ όλα τα παιδιά που κάποια στιγμή θα αναγκαστούν να γίνουν "μεγάλοι", όλα τα παιδιά που μαρτυρούν από την εξαθλίωση σε τρίτες χώρες και τέλος όλα τα παιδιά που έχουμε εγκλωβισμένα στις αναμνήσεις μας. Κάποτε, άλλωστε, όλοι ήμασταν παιδιά...
Το παρακάτω απόσπασμα από το υπό επεξεργασία έργο μου "Αλλιώτικος Νόμος" προς τιμήν των αθώων ματιών που δεν έχουν μολυνθεί ακόμη απ' την περιρρέουσα καχυποψία...


« - Πόσα τα βρήκες σήμερα, παππού;» Αυτός φορούσε την αγαπημένη του γκρίζα ζακέτα. Είχε ρίξει το βάρος του σώματός του στα κάγκελα του μπαλκονιού και στηριζόταν στους δυο του αγκώνες.
- «Όσα και χθες, παρά ένα. Κάποιο θα μου ξέφυγε», είπε χαμογελώντας γλυκόπικρα στον εγγονό του. Ο τελευταίος τον έψαχνε, φωνάζοντας εδώ και ώρα δυνατά το όνομά του μέσα στο σπίτι, δίχως απόκριση. Μόλις είχε τελειώσει το διάβασμά του για το σχολείο και είχε τρέξει αμέσως να ακούσει τη συνέχεια της ιστορίας, που την προηγούμενη μέρα είχαν αφήσει στη μέση. Κάποια στιγμή είδε μέσα απ’ τα τζάμια του παραθύρου κάποιες γκρίζες τρίχες να ανεμίζουν ξέφρενα και τότε τον εντόπισε.
- «Και τώρα αυτό τι σημαίνει; Ότι θα τα ξαναμετρήσεις;», τον ρώτησε με παράπονο, φοβούμενος μήπως ο παππούς του διαθέσει τον χρόνο του στο μέτρημα των αστεριών παρά σε κείνον.
- «Αύριο πάλι. Ίσως επιστρέψει αυτό που μου ξέφυγε....» 
Ο μικρός φορούσε το ξεκούμπωτο πανωφόρι του, το οποίο κρατούσε γερά με τα δυο του χέρια, για να μη του ανοίξει από το σφοδρό άνεμο. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Για λίγα δευτερόλεπτα τού πέρασε η ιδέα απ’ το μυαλό να τον διευκολύνει και να μετρήσει σωστά εκείνος τα άστρα αντί για τον παππού του. Όμως έμεινε πάνω στην απόπειρα.
- «Το βράδυ, γιατί ο ουρανός είναι μαύρος;», τον ρώτησε, αφού κατάλαβε ότι κάθε προσπάθεια να υπολογίσει σωστά τις εκατοντάδες κουκκίδες θα απέβαινε άκαρπη.
- «Μερικοί», απάντησε ο ηλικιωμένος άντρας προσπαθώντας να συγκρατήσει μια σπίθα απογοήτευσης που γρατζουνούσε τα σωθικά του, «λένε ότι είναι σκοτεινός επίτηδες, για να μας βοηθήσει να εντοπίσουμε πεφταστέρια και να κάνουμε ευχές. Αυτόν τον καιρό έχουμε ανάγκη από πεφταστέρια. Διψάμε για ευχές που θα εισακουστούν ή έστω θα ακουστούν.» Ύστερα από μια μικρή παύση συνέχισε: «Άλλοι πάλι λένε ότι ο ουρανός είναι μαύρος, γιατί αντικατοπτρίζει τις ψυχές των ανθρώπων που κοιμούνται. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι η γη κρύβεται από το σύμπαν, από τον κόσμο που τη γέννησε, επειδή ντρέπεται για αυτά που έχει κάνει. Ό,τι και να ισχύει πάντως, πάντα ο ήλιος θα βγαίνει», συμπέρανε ο παππούς γλυκά και χτύπησε ενθαρρυντικά τον εγγονό του στην πλάτη.
- «Κι αν έχει σύννεφα; Πώς θα βγει τότε;»
- «Αν έχει σύννεφα, θα φύγει και θα γυρίσει, όταν αυτά εξατμιστούν εντελώς ή φύγουν απ’ αυτή την χώρα και ταξιδέψουν για άλλες περιπέτειες. Έλα, τώρα. Πάμε μέσα, γιατί θα κρυώσεις και να συνεχίσουμε κι από κει που είχαμε μείνει. Θέλεις;». Το παιδί έγνεψε καταφατικά. Τότε οι δυο τους έκαναν μεταβολή και κίνησαν να μπουν στον εσωτερικό χώρο του σπιτιού.
- «Και μια τελευταία ερώτηση», ακούστηκε ξαφνικά ο μικρός, γυρίζοντας και βλέποντας κατάματα τον παππού. «Όταν φεύγει από δω ο ήλιος, πού πηγαίνει;». Ο παππούς δε βιάστηκε να απαντήσει, αλλά όταν το έκανε, προηγήθηκε πρώτα ένας μικρός αναστεναγμός.
- «Σε όσους τον πιστεύουν. Εκεί πηγαίνει. Ω, ναι, εκεί. Σε όσους τον περιμένουν.»