Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Το κόκκινο φως


Σαν χθες ήταν που η ανάσα της έσπρωχνε το οξυγόνο του από εκεί που είχε έρθει. Η ίδια η ατμόσφαιρα είχε γίνει πιο δειλή από εκείνους. Το κορμί έβρισκε σαν παζλ το άλλο του κομμάτι στον άνθρωπο που αντίκριζε ο πύργος ελέγχου των ματιών του. Έτρεμαν κι ας ήταν υγιείς. Τώρα τραύλιζαν, κι ας μιλούσαν ασταμάτητα τότε, όταν είχαν πρωτογνωριστεί. Κρύωναν κι ας είχε έξω ακόμα τη γλυκιά ζέστη του Σεπτέμβρη. Όσο κι αν ήθελε η νύχτα να βοηθήσει με τη διακριτικότητά της, δεν μπορούσε να φυτρώσει χέρια και να σπρώξει, να βγάλει φωνή και να τους πειθαρχήσει. Κι εκεί, σ’ αυτό ακριβώς το σημείο που ο έρωτας με την αγάπη συναντιούνται, που οι αναστολές πλέον απεργούν, που το πάθος κοιτά χαιρέκακα τον κουρασμένο ρομαντισμό και τα νυχτοπούλια από το ανοιχτό παράθυρο είναι οι μόνοι ηδονοβλεψίες, αποφάσισαν κι οι δυο τους ότι έφτασε η στιγμή που τα μαθηματικά καταρρίπονται, που αν προσθέσεις στο ένα κι άλλο ένα, αυτό κρύβεται μέσα στην ενιαία μονάδα των σωμάτων. Μία ιδιόρρυθμη, παρεκκλίνουσα από τις αρχές των θετικών επιστημών και της πρόσθεσης μονάδα. «Συνήθως», τους έλεγε ο καθηγητής της Βιολογίας όταν ήταν ακόμη φοιτητές, «ένα μόριο αποτελείται από δύο ή περισσότερα άτομα. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η αναπαραγωγή και ο έρωτας, που δύο μόρια δημιουργούν ένα άτομο.
Εκείνος, αν μπορούσε, θα έβρισκε όλα τα βότσαλα που είχε πετάξει στο βαθύ γαλάζιο και είχε ξεβράσει η θυμωμένη θάλασσα, μόνο και μόνο για να χαϊδέψει τα αόρατα αποτυπώματά της, να μυρίσει το ξεθωριασμένο άρωμα των δαχτύλων της. Εκείνη με τη σειρά της θα ξεψάχνιζε κάθε ποίημα που είχε διαλέξει να της απαγγείλει, κάθε απομεινάρι από τον καπνό του τσιγάρου που θυσιάστηκε πάνω σε δεκάδες κόλλες, χειρόγραφες ή μη, δικές του ή ξένων, γνωστών και αγνώστων. Και όλα τούτα σε αιώνια βράδια δίχως φεγγάρι και μέρες δίχως ήλιο.
Η σκληρή πραγματικότητα της χώρας δεν τους ένοιαζε. Ζούσαν με ό,τι είχαν. Εκείνη είχε τα πολλά, εκείνος είχε τα λίγα. Κι οι δυο όμως μαζί ο ένας τον άλλο. Οι αριθμοί της κρίσης και οι ρήτρες ύφεσης τούς φάνταζαν απλοί αριθμοί, που έκαναν την οικογένεια της πρώτης να απορεί και την οικογένεια του δεύτερου να μελαγχολεί. Εκείνος είχε απολυθεί πριν δύο χρόνια από μία πολύ γνωστή πολυεθνική λόγω περικοπών προσωπικού. Είχε καταφέρει να αντεπεξέλθει δυο χρόνια τώρα και τίποτε δεν του ’λειπε, παρά μόνο η παρέα της, όταν της έλεγε ότι έπρεπε να κρατήσει το μαγαζί του θείου του μέχρι αργά το βράδυ. Πολλές φορές ερχόταν και τον έβλεπε. Δεν άντεχε μακριά του, όσο γραφικό κι αν αυτό ακουγόταν κάθε φορά που το ξεστόμιζε. Bλέπονταν κλεφτά ανάμεσα στις παραγγελίες και τις αποδείξεις.
Νέοι κι οι δυο. Πράγμα που σήμαινε πολλά: ανεμελιά, ξεγνοιασιά, άλλοθι για αισιόδοξη οπτική των πραγμάτων, όρεξη για ζωή. Μοιράζονταν την χαρά και ξόρκιζαν μαζί τις λύπες. Από την πρώτη φορά που εκείνος δεν έγινε δεκτός για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, μέχρι και την πιο πρόσφατη που εκείνη έχασε τη μητέρα της. Καταλάβαιναν πλέον ότι ένα χάδι αρκούσε, για να διώξει αναστολές, επίπονες θύμισες, πληγές της ψυχής και παγίδες του μυαλού. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο δεν επιζητούσαν από το «παρών» του άλλου, όταν τον είχαν ανάγκη.
Μια από τις πολλές Παρασκευές, έτσι κι εκείνη, αποφάσισαν να συναντηθούν το απόγευμα έξω από το γραφείο της. Δεν πρόφταιναν να αποχωριστούν και σκέφτονταν αμέσως ο ένας την άλλη και η μία τον άλλο, σαν τότε που υπέγραψαν σιωπηρά, με ένα προφορικό τους νεύμα και μια κατάφαση ψυχής, τη «σύμβαση περί έρωτος». Ο πατέρας του άκουγε στη διαπασών τις απογευματινές ειδήσεις και οι τοίχοι του σπιτιού σείονταν από τη γοητευτική φωνή του εκφωνητή της κρατικής τηλεόρασης, που όση προσπάθεια κι αν κατέβαλλε, δεν μπορούσε να ωραιοποιήσει τις ειδήσεις που του είχαν υπαγορεύσει να πει: «Σύμφωνα με πηγές από το Υπουργείο Οικονομικών, η Τρόικα δεν φαίνεται να απορρίπτει την πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης για φορολόγηση των πανεπιστημιακών πτυχίων. Η απόφαση αυτή βρήκε την αμέριστη συγκατάβαση από αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι οποίοι δηλώνουν ότι η Ελλάδα αρχίζει να μπαίνει στο σωστό δρόμο». Η κυρία Ελπίδα ακούστηκε από την κουζίνα σαρκαστικά: «Εντάξει, το εμπεδώσαμε! Να κρύψω το πτυχίο της φιλολογίας άμεσα! Χαμήλωσέ το, τώρα!». Ο κύριος Αγησίλαος στο καθιστικό χαμήλωσε ελαφρώς την ένταση της φωνής και άρχισε να επιδίδεται στο χόμπι των Ελλήνων, που στοίχειωνε τα τελευταία χρόνια όλα τα νοικοκυριά της χώρας: στο μονόλογο. «Ακούς εκεί, παλιά μας έλεγαν, μάθε παιδί μου γράμματα, να σπουδάσεις να βγάλεις λεφτά και τώρα τι μας λένε; Μάθε παιδί μου γράμματα, για να μη βγάλεις λεφτά. Ανήκουστον!». Η κυρία Ελπίδα σκουπίζοντας ακόμη ένα ποτήρι με το πιατόπανο, ερχόμενη στο καθιστικό, αποκρίθηκε με ψυχραιμία, όρθια όπως ήταν: «Απορώ γιατί περιπαίζουν έτσι τον κόσμο. Να του κόψουν απευθείας τη σύνταξη και να του αφήσουν πέντε Ευρώ το μήνα τιμής ένεκεν.»
Εκείνη την ώρα ο γιος τους βγήκε από το δωμάτιό του.
-     «Για πού το ’βαλες έτσι χαρούμενος; Θα βγείτε;», τον ρώτησε η μητέρα του, γνωρίζοντας από πριν την απάντηση.
-     «Ναι».
Ο κύριος Αγησίλαος επενέβη: «Το αυτοκίνητο δεν έχει βενζίνη, έχει ανάψει το κόκκινο λαμπάκι. Εσύ δεν έχεις τίποτα να το γεμίσεις;»
-     «Μέχρι την παραλία θα πάμε. Δέκα χιλιόμετρα πήγαινε, δέκα έλα
-     «Ε τότε, δεν θα ’χετε πρόβλημα. Φτάνει μάλλον. Καλά να περάσετε!»
Η Ελπίδα χαιρέτησε τον γιο της, σαν τότε που καταταγόταν στο στρατό. Θα ’λεγε κανείς ότι τον σταύρωσε προς στιγμήν. Ο ήχος κλεισίματος της πόρτας σήμανε την αναχώρηση για κείνον, τη συνέχεια του καθαρισμού των πιάτων για την Ελπίδα και την  αύξηση της πίεσης για τον Αγησίλαο, ο οποίος επέμενε, με δική του ευθύνη, να παρακολουθεί τις βραδινές ειδήσεις. Τις ειδήσεις δηλαδή εκείνες, που έμοιαζαν με καπνούς από συντρίμμια μιας ανώμαλης προσγείωσης.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο. Τόσο απλά. Όπως όταν κάνεις μια πράξη και ξέρεις τι συνέπειες θα συναντήσεις, τι έπεται. Μετά θα ξανάνοιγαν την πόρτα και θα βόλταραν στην αμμουδιά. Τού είχε υποσχεθεί ότι θα τού επέτρεπε να την απατήσει μόνο με ένα θηλυκό στη ζωή του. Μ’ αυτό δεν θα την πείραζε ποτέ και θα τον συγχωρούσε αμέσως: με τη θάλασσα. Πολλές φορές τον αγριοκοίταζε εκφοβιστικά, όπως ο θυμωμένος γονιός το φοβισμένο ανήλικο παιδί του, γιατί «τολμούσε» να της ξεστομίσει ορισμένες ομοιότητες που έβρισκε ανάμεσα στις γυναίκες και στη θάλασσα: «Και οι δύο πάνε όπου τις φυσάει ο άνεμος, και οι δυο λικνίζονται προκλητικά, και οι δύο σε προκαλούν να τις συγκρίνεις με άλλες που έχεις δοκιμάσει, και οι δύο όταν θυμώνουν, προκαλούν τρικυμίες, και οι δύο κρύβουν θαμμένους θησαυρούς.» Πάντως όλες τις φορές ένιωθε κολακευμένη, κι ας μην ήθελε να το δείχνει. Την πρόδιδαν όμως τα ροζιασμένα της ζυγωματικά.
Έφτασαν στην παραλία. Έβγαλαν τα παπούτσια τους και κάθισαν στην άμμο. Έκαναν όνειρα για μικρούς και μεγάλους. Όνειρα μεγαλεπήβολα, ίσως και μη πραγματοποιήσιμα, όμως έτσι δεν είναι πάντα τα όνειρα; Ή τουλάχιστον η πλειοψηφία τους; Πετούσαν βότσαλα στο νερό και έκαναν ευχές, όπως όταν αραιά και πού έβλεπαν πεφταστέρια.
-     «Πώς ξέρουμε ότι κάποιος ακούει τις ευχές μας;», τον ρώτησε με αγωνία κοιτάζοντάς τον έντονα στα μάτια.
-     «Φαντάσου το αντίθετο.»
-     «Τι δηλαδή;»
-   Να ξέρουμε ότι ακούγονται μεν, αλλά δεν ενδιαφέρονται να τις πραγματοποιήσουν δε. Ή φαντάσου το άλλο: Να ρίχναμε ένα βότσαλο στη θάλασσα και να αναδυόταν μια γοργόνα που θα μας διαβεβαίωνε ότι: «Η ευχή σας λήφθηκε, καλή επιτυχία!»
Γέλασε προς στιγμήν και αμέσως μετά βούτηξε το δάχτυλό της με όρεξη μέσα στην υγρή άμμο, λες και ήταν γαμήλια τούρτα και τον μουντζούρωσε στο μέτωπο. Συνέχισαν για ώρες τον προκλητικά γοητευτικό κι άσκοπο διάλογο περί ευχών, όμως τον χρόνο δεν κατάφεραν να τον ξεγελάσουν. Όταν ουρανός και θάλασσα σκοτείνιασαν και γίναν ένα, σηκώθηκαν κι εκείνοι ως ένδειξη σιωπηλής διαμαρτυρίας απέναντι στη φύση. Οι πόρτες του αυτοκινήτου άνοιξαν πάλι. Η ίδια διαδρομή, το ίδιο γεφυράκι, το ίδιο ξωκλήσι του Αη - Νικόλα, η ίδια γειτονιά λίγο πιο έξω από το χωριό. Τι ωραίο που φάνταζε το χωριό τους... Θα περνούσαν απ’ όλα τα γνωστά μέρη. Όμως ξαφνικά αυτή δεν ένιωσε καλά. Τη ρώτησε αμέσως τι είχε. Χλόμιασε. Έκλεινε ο λαιμός της. Η φωνή της δεν έβγαινε. Άτιμο πράγμα η αλλεργία. Χρειαζόταν επειγόντως ένεση κορτιζόνης. Είχε ξεχάσει να πάρει το χαπάκι της. Έπρεπε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Εκείνος πάτησε το γκάζι. Την κοιτούσε και της κρατούσε το χέρι. Οδηγούσε εξωφρενικά, σαν να τον έσπρωχνε ο ίδιος ο δρόμος, όμως ύστερα από περίπου δέκα λεπτά ένιωθε ότι το αυτοκίνητο αντιδρούσε, ότι είχε συνωμοτήσει να μην ακολουθήσει τον επιθυμητό προορισμό του κυρίου του, ώσπου κάποια στιγμή πείσμωσε και κοκάλωσε. Ένα κόκκινο αναμμένο φωτάκι στο καντράν φανέρωνε το πρόβλημα. Εν τω μεταξύ εκείνη ίσα πλέον που ανέπνεε. Την είδε και κάλεσε αμέσως το ασθενοφόρο. Άνοιξε την πόρτα, αλλά σε άλλο σημείο, σε άλλη χρονική στιγμή απ’ αυτή που περίμεναν κι οι δυο τους. Την έβγαλε έξω και την κρατούσε στην αγκαλιά του. Δεν είχε λόγια, μονάχα την κοιτούσε με δάκρυα στα μάτια και ευχόταν να έλεγε στο τελευταίο βότσαλο που έριξε στη θάλασσα να την κρατούσε πάντα κοντά του.

Την έλεγαν Ζωή.