Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

"Συγχώρα με, αγάπη μου", του Τάσου Λειβαδίτη



Σαν σήμερα, το 1988, έφυγε ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές: Ο Τάσος Λειβαδίτης. 

Ακολουθεί το ποίημά του: "Συγχώρα με, αγάπη μου"

"Ἤξερες νὰ δίνεσαι ἀγάπη μου...
Δινόσουνα ὁλάκερη
καὶ δὲν κράταγες γιὰ τὸν ἑαυτό σου
παρὰ μόνο τὴν ἔγνοια
ἂν ὁλάκερη ἔχεις δοθεῖ...
Ὅλα μπορούσανε νὰ γίνουνε
στὸν κόσμο ἀγάπη μου
τότε πού μου χαμογελοῦσες...
Γιατί πρὶν μπεῖς ἀκόμα στὴ ζωή μου
εἶχες πολὺ ζήσει μέσα στὰ ὄνειρά μου
ἀγαπημένη μου..
Μὰ καὶ τί νὰ πεῖ κανείς...
Ὅταν ὁ κόσμος εἶναι τόσο φωτεινὸς
καὶ τὰ μάτια σου τόσο μεγάλα...
Στὴν πιὸ μικρὴ στιγμὴ μαζί σου
ἔζησα ὅλη τη ζωή...
Θὰ ξαναβρεθοῦμε μία μέρα
καὶ τότε ὅλα τὰ βράδια
κι ὅλα τὰ τραγούδια θάναι δικά μας...
Θάθελα νὰ φωνάξω τ'ὀνομά σου,ἀγάπη,
μ' ὅλη μου τὴ δύναμη...
Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποῦ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο,
καμιὰ ἐλπίδα νὰ μὴ πεθάνει...
Θέ μου πόσο ἦταν ὄμορφη
σὰν ἕνα φωτισμένο δέντρο
μία παλιὰ νύχτα τῶν Χριστουγέννων
Συχώρα μέ, ἀγάπη μου,
ποῦ ζοῦσα πρὶν νὰ σὲ γνωρίσω...
Μισῶ τὰ μάτια μου,
ποῦ πιὰ δὲν καθρεφτίζουν τὸ χαμόγελό σου...
Θὰ σ' ἀκούω σὰν τὸν τυφλὸ ποὺ κλαίει,
ἀκούγοντας μακριὰ τὴ βουὴ μίας μεγάλης γιορτῆς
σ' ἀναζητάω σὰν τὸν τυφλό,
ποῦ ψάχνει νὰ βρεῖ τὸ πόμολο τῆς πόρτας
σ'ἕνα σπίτι που' πιάσε φωτιά,
ἅ, γιὰ νὰ γεννηθεῖς ἐσὺ
κι ἐγὼ γιὰ νὰ σὲ συναντήσω
γὶ αὐτὸ ἔγινε ὁ κόσμος...
Κι ἐσύ, ἀγαπημένη, ὅταν μὲ διώχνεις,
κλείνεις ἔξω ἀπ' τὴν πόρτα σου
ἕναν ὁλάκερο πικραμένο κόσμο...
Κι ὅταν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον,
εἴμαστε κιόλας νεκροί...
Ἂν βροῦν ἕναν ἄνθρωπο νεκρὸ
ἔξω ἀπ' τὴν πόρτα σου,
ἐσὺ θὰ ξέρεις,
πῶς πέθανε σφαγμένος
ἀπ' τὰ μαχαίρια τοῦ φιλιοῦ,
ποῦ ὀνειρευότανε γιὰ σένα...
Ποδοπάτησε μέ,
νὰ ἔχω τουλάχιστον τὴν εὐτυχία
νὰ μ'ἀγγίζεις..."

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Ένα ποίημα από το Μανόλη Αναγνωστάκη

Λόγω της σημερινής επετείου που δεν πρέπει να ξεχαστεί ποτέ.

Ποιήματα ποὺ μᾶς διάβασε ἕνα βράδυ ὁ λοχίας Οtto V...

I
Σὲ δυὸ λεπτὰ θὰ ἀκουστεῖ τὸ παράγγελμα «Ἐμπρός»
Δὲν πρέπει νὰ σκεφτεῖ κανένας τίποτε ἄλλο
Ἐμπρὸς ἡ σημαία μας κι ἐμεῖς ἐφ᾿ ὅπλου λόγχη ἀπὸ πίσω
Ἀπόψε θὰ χτυπήσεις ἀνελέητα καὶ θὰ θὰ χτυπηθεῖς
Θὰ τραβήξεις μπροστὰ τραγουδώντας ρυθμικὰ ἐμβατήρια
Θὰ τραβήξεις μπροστὰ ποὺ μαντεύονται χιλιάδες ἀνήσυχα μάτια
Ἐκεῖ ποὺ χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω ἀπὸ μία ἄλλη σημαία
Ἕτοιμα νὰ χτυπήσουν καὶ νὰ χτυπηθοῦν.
Σ᾿ ἕνα λεφτὸ πρέπει νὰ μᾶς δώσουν τὸ σύνθημα
Μιὰ λεξούλα μικρὴ ποὺ σὲ λίγο ἐξαίσια θὰ λάμψει.
(Κι ἐγὼ ποὺ ἔχω μία ψυχὴ παιδικὴ καὶ δειλὴ
Ποὺ δὲν θέλει τίποτε ἄλλο νὰ ξέρει ἀπὸ τὴν ἀγάπη
Κι ἐγὼ πολεμῶ τόσα χρόνια χωρίς, Θέ μου, νὰ μάθω γιατί
Καὶ δὲ βλέπω μπροστὰ τόσα χρόνια παρὰ μόνο τὸ δίδυμο ἀδερφό μου.)

II

Σὲ τούτη τὴ φωτογραφία ἤμουνα νέος κοντὰ 22 χρονῶ.
Εδῶ εἶναι ἡ γυναῖκα π᾿ ἀγαποῦσα: ἡ γυναῖκα μου
Τὴ λέγανε Μάρθα· ἔσφιγγε τὸ γιό μου μὲ λαχτάρα
στὴν ἀγκαλιά της
Δὲ μοῦ ῾πε: «χαίρομαι ποὺ πᾶς νὰ πολεμήσεις».
Ἔκλαιγε σὰν ἕνα μικρὸ κοριτσάκι.
Κι ἐδῶ κάποιο σπίτι παλιὸ μ᾿ ἕναν κῆπο στὴ μέση
καὶ μ᾿ ἄνθη...
...Θυμᾶσαι ὅταν ἤμασταν παιδιὰ εἴχαμε ἕνα ξύλινο ἄλογο
καὶ μία γυαλιστερὴ τρομπέτα
Τὰ βράδια ξαγρυπνούσαμε στὰ βιβλία
μὲ τὶς ἀρχαῖες ἡρωικὲς ἱστορίες.
Τὸν ἀθῷο μας ὕπνο τυράννησαν οἱ ἀντίλαλοι τῶν
φημισμένων πολεμιστῶν
Ὕστερα τὰ ξεχάσαμε ὅλα αὐτὰ σὲ μία γωνιὰ γελώντας
γιὰ τὰ παιδιάστικα καμώματα.
Ἴσως αὔριο μιὰ τόση τρυπίτσα μοῦ χαράξει τό μέτωπο
Ὢ μία τρυπίτσα ποὺ χωρᾷ ὅλο τὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων
Ποιὸς εἶμαι; Ποῦ βρίσκομαι; Σκίστε τὰ ροῦχα
μου ἐδῶ μπροστὰ στὸ στῆθος
Ἴσως θὰ βρεῖτε ἀκόμα τ᾿ ὄνομά μου σκαλισμένο.
Ποιὸς τὸ θυμᾶται;
Ψάξτε τὰ ροῦχα μου ἀκόμα... Ἐδῶ ἤμουνα νέος
22 μόλις χρονῶ
Κι ἐδῶ μιὰ γυναῖκα ποὺ σφίγγει μὲ λαχτάρα ἕνα
παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της.
(Ἔκλαιγε ἀλήθεια ὅταν ἔφευγα σὰν ἕνα μικρὸ κοριτσάκι).

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Η επέτειος των 28... «Όχι». (tovima.gr)



Κάθε χρόνο είθισται να εορτάζεται, στην χώρα αυτή που (επι)ζούμε, η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου 1940. Το γεγονός δηλαδή της άρνησης της Ελλάδας στις τότε ιταλικές αξιώσεις και της εισόδου της χώρας στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα έχουμε 2014, λίγο πριν μπει το 2015, οπότε και θα φανεί η πλουσιοπάροχη προσφορά του πρωτογενούς πλεονάσματος. Έχουν περάσει ήδη 73 ολόκληρα χρόνια από τη γενναία άρνηση, αλλά συνεχίζουμε να λέμε ναι. Και μάλιστα πιο βροντρά από καθε άλλη φορά «Μα πώς γίνεται αυτό;», θα απορήσει κανείς. Δεν ενημερώνονται οι μαθητές από την εφαρμογή του iphone για τις must ατάκες του Μεταξά; Ίσως. Όμως, ποτέ δεν φταίνε τα παιδιά για τις αμαρτίες των μεγάλων. Ας αναρωτηθούμε πότε είπαμε:

1.     Όχι, δεν σε αγαπώ. Σου λέω ψέματα.

2.    Όχι, δεν πονάω που χωρίζουμε, γιατί έχω βρει ήδη αντικαταστάτη-τρια.

3.     Όχι, δεν σε θεωρώ φίλο-η, γιατί ποτέ δε σε είδα έτσι.

4.     Όχι, δε νοιάζομαι για σένα, γιατί απλώς κάνω την πάρτη μου.

5.     Όχι, δεν θα βγούμε απόψε, γιατί σε έχω βαρεθεί.

6.     Όχι, δεν θα πάω αύριο στη δουλειά, γιατί μισώ αυτό που κάνω.

7.   Όχι, δεν θα πάω φέτος καλοκαιρινές διακοπές. Βαρέθηκα να βγάζω κάθε μήνα και νέα πιστωτική.

8.     Όχι, δεν θα στείλω γράμμα στον Άγιο Βασίλη. Το παίζει πολύ σνομπ τα τελευταία 25 χρόνια που μεγάλωσα.

9.     Όχι, δεν θα μιλήσω στο γείτονα, γιατί βγάζει περισσότερα χρήματα από μένα.

10. Όχι, δεν θα διαβάσω Athens Voice, γιατί σιγά μη με «είδε» κανείς.

11.Όχι, δεν θα πληρώσω την εφορία, γιατί αρνούμαι να φορολογηθεί το σπίτι μου για 154η φορά μέσα σε ένα χρόνο.

12.Όχι, δεν θα επαναστατήσω τώρα. Έχω να δω το τούρκικο.

13. Όχι, δεν θα εξοφλήσω τη ΔΕΗ, γιατί θα μου αλλάξει πάλι τα φώτα.

14.Όχι, δεν θα βοηθήσω το πρεζάκι στη γωνία. Πόσος καιρός να του απομένει άλλωστε...

15.Όχι, δεν θα απορήσω που βγαίνει τρίτο κόμμα η χρυσή αυγή, γιατί δεν θα πάω κόντρα στη μόδα.

16.Όχι, δεν θα φωνάξω δυνατά πως η Ελλάδα χάνεται, γιατί η φωνή μου θα χαθει στην ηχορύπανση της Αθήνας.

17.Όχι, δεν θα βγω στη διαδήλωση να διαμαρτυρηθώ, γιατί γίνονται επεισόδια (με φοβίζουν οι ειδήσεις).

18.Όχι, δεν θέλω να θυμηθώ τι πάει να πει Ελλάδα, γιατί στη wikipedia μου βγάζει:  «Παράρτημα του ΔΝΤ».

19.Όχι, δεν θα διαβάσω βιβλία, γιατί με χρειάζονται αμόρφωτο.

20.Όχι, δεν θα προσφύγω στην ιστορία, γιατί με θέλουν ανιστόρητο.

21.Όχι, δεν θα κόψω πάλι εισιτήριο για θέατρο. Αρκεί το θέατρο του κρατικού παραλόγου.

22.Όχι, δεν θα καταφύγω στο Ρίτσο και στον Ελύτη. Θα με πουν ψευτοκουλτουριάρη.

23.Όχι, δεν θα επικαλεστώ τον Νίκο Καζαντζάκη. Είμαι ήδη λεύτερος.

24.Όχι, δεν θα ξαναπώ ψέματα. Θα ζω μ’ αυτά.

25.Όχι, δεν θα εμπιστευτώ την κρίση μου, γιατί με οδήγησε εδώ.

26. Όχι, δεν θα εμπιστευθώ την κρίση σας, γιατί σας οδήγησε εδώ.

27.Όχι, δεν θα εμπιστευθώ την κρίση μας, γιατί μας οδήγησε αλλού.

28.Όχι, δεν ξέχασα να αντιδράσω. Απλώς παρέλειψαν να μου το υπενθυμίσουν.

 Έχοντας πλέον αναρωτηθεί, ας κουνήσουμε ρυθμικά τις σημαίες μας στην παρέλαση. Άλλο ένα ακόμη «όχι» έφυγε, μα πολλά υποτακτικά «ναι» είναι υποψήφια να πάρουν τη θέση του, αν δεν την έχουν καταλάβει ήδη...

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Το Νόμπελ Λογοτεχνίας σαν σήμερα στο Γιώργο Σεφέρη.



Σαν σήμερα, το 1963, η Σουηδική Ακαδημία τιμά τον Γιώργο Σεφέρη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες».

Ακούστε εδώ τον μεγάλο ποιητή να απαγγέλλει το αριστουργηματικό ποίημά του: "τελευταίος σταθμός".


Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Ο Philip Kerr στην Αθήνα

"Δεν σχεδιάζω ποτέ αν και ποσά βιβλία θα γράψω ακόμη. Είναι ακριβώς σαν τον απατημένο σύζυγο. Προτιμώ να μην το ξέρω." 

"Δεν υπάρχει τίποτε το δημοκρατικό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν αποτελεί δημοκρατικό θεσμό."





Ο παγκοσμίου φήμης συγγραφέας νουάρ λογοτεχνίας Φίλιπ Κερ επισκέφθηκε χθες (για δεύτερη φορά) τη χώρα μας και παρουσίασε το τελευταίο του έργο "Άνθρωπος χωρίς ανάσα" σε έναν κατάμεστο χώρο στο Public Συντάγματος. Τη βραδιά συνδιοργάνωσε ο εκδοτικός οίκος του συγγραφέα στην Ελλάδα, Κέδρος. Κριτική μου επί των έργων του μπορείτε να βρείτε εδώ (Τριλογία του Βερολίνου), εδώ (Μοιραία Πράγα) και εδώ (Άνθρωπος χωρίς ανάσα). Στο παρόν άρθρο δεν θα σταθώ σε περαιτέρω κριτική, παρά μόνο θα πω τούτο και θα περάσω στην παρουσίαση: Τα δύο πρώτα  εκδοθέντα έργα του στην Ελλάδα τα θεωρώ κορυφαία στη νουάρ λογοτεχνία. Και λέω νουάρ, διότι αυτό το στοιχείο υπερτερεί, καθώς δε λείπουν ούτε το ιστορικό, ούτε το πολιτικό αλλά ούτε και το αστυνομικό από τα μυθιστορήματά του. Ο συγγραφέας αποφεύγει να πάρει ευκρινή θέση υπέρ μιας πλευράς (Γερμανοί - Εβραίοι) και διατηρεί την οπτική της εσωτερικής - υποκειμενικής αφήγησης. Παρ΄όλα αυτά, εμμέσως πλην σαφώς ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται τη διδαχή του κειμένου. Το τρίτο έργο του (Άνθρωπος χωρίς ανάσα) αν και καλογραμμένο, ενίοτε δημιουργεί την απορία στον αναγνώστη για ποιο λόγο ο δημιουργός του επιμένει τόσο πολύ να γράφει για τη συγκεκριμένη -σημαντικότατη ιστορικά - περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αφού έχουν προηγηθεί αρκετά έργα του παρόμοιου περιεχομένου, τα οποία μάλιστα φλερτάρουν με το χαρακτηρισμό ως "αριστουργήματα".

Λίγα λόγια για το συγγραφέα:
Ο Φίλιπ Κερ είναι Σκοτσέζος. Γεννήθηκε το 1956, τελείωσε τη σχολική του εκπαίδευση στο Εδιμβούργο και σπούδασε νομική στο πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ. Πέρα από τη νουάρ λογοτεχνία, στο παρελθόν έχει γράψει και αρκετά βιβλία για παιδιά, ενώ στη χώρα του αλλά και στην Αμερική θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς στη νουάρ λογοτεχνία.

Για το αναγνωστικό κοινό:
Στην αρχή της συζήτησης, για να σπάσει τον πάγο δήλωσε ότι έχει συνηθίσει να μιλά σε ένα μικρότερο κοινό και τον συναρπάζει που μια μικρή χώρα, όπως η Ελλάδα, έχει τόσο πολλούς βιβλιόφιλους. Μάλιστα σημείωσε πως είναι αρκετά συνεσταλμένος, αν και προσπαθούσε να μην το δείχνει και πως ακόμη κι αυτή την ώρα που μιλούσε βρισκόταν σε τρομερή αμηχανία. Εξάλλου, κατ' αυτόν, στις περισσότερες των περιπτώσεων το αναγνωστικό κοινό (ηλικιωμένοι συνήθως)  απογοητεύεται μόλις γνωρίζει από κοντά τον συγγραφέα απομυθοποιώντας τον. Μάλιστα υπογράμμισε ότι έχει βρεθεί ως αναγνώστης σε παρουσίαση λογοτεχνικού έργου, όπου από κάτω βρίσκονταν τρία άτομα, εκ των οποίων ο ένας είχε έρθει, γιατί επέμενε να μπει μέσα στο χώρο ο σκύλος του! (Το βρετανικό χιούμορ ομολογώ ότι τον χαρακτήριζε καθ' όλη τη συζήτηση). 

Για το ρόλο του συγγραφέα:
Ύστερα από μια ολιγόλεπτη παρένθεση, μιλώντας μας για το φίλο του Ζεράρ Ντεπαρντιέ και κάποιες χιουμοριστικές ιστορίες που έχουν περάσει μαζί, τόνισε ότι δεν εμπιστεύεται τους συγγραφείς που θέλουν να περάσουν ύπουλα κάποιο μήνυμα με τα έργα τους. Οφείλουν, κατ' αυτόν, όλοι να αφήνουν τον αναγνώστη να βγάζει ο ίδιος το νόημα που προκύπτει μέσα από το βιβλίο με την ολοκλήρωσή του. (Επιτρέψτε μου σ' αυτό το σημείο να διαφωνήσω. Δεν υπάρχει συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του, που να μη θέλει να πει κάτι με αυτά που γράφει, να περάσει κάποιο μήνυμα και ασφαλώς να αφήσει το δέκτη της πληροφορίας να το κρίνει) Πάντως, ομολογώ ότι ο Φίλιπ Κερ στα βιβλία του, τα οποία καταπιάνονται με εντόνως φορτιζόμενα ιστορικά θέματα - ναζισμός, ολοκαύτωμα, κλπ.- αφηγείται ξεκάθαρα μέσα από την οπτική των ηρώων του χωρίς να παίρνει σαφή θέση απέναντι σε όσα διαδραματίζονται. Αφήνει να μιλούν τα γεγονότα. Και τα γεγονότα, τα οποία όπως ο ίδιος δήλωσε, είναι όλα ιστορικώς ελεγμένα, δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας περί των απάνθρωπων και των πέρα κάθε λογικής βασανιστηρίων των Γερμανών κατά των Εβραίων από τα ανδρείκελα του Χίτλερ χωρίς να σημαίνει ότι ο τελευταίος δεν ήξερε τίποτα, όπως συχνά λέγεται από τους σύγχρονους υποστηρικτές του.

Για τη σχέση εκδότη - συγγραφέα: 
Η έννοια του συγγραφέα αποτελεί μία διττή όψη. Αφενός ο συγγραφέας είναι εκείνος που κάθεται μόνος του ήρεμα σε ένα τραπέζι και γράφει, αφετέρου δε παρουσιάζεται αλλιώς από τον εκδότη, ο οποίος παίρνει το έργο και το προωθεί με έναν τρόπο που ο δημιουργός του δεν θα μπορούσε ίσως καν να φανταστεί. Με άλλα λόγια, "είναι σαν τον δόκτορα Τζέκιλ και τον Μίστερ Χάιντ". Το κριτήριο της εμπορευσιμότητας παίζει έναν πολύ σημαντικό, αν όχι τον πρωταρχικό ρόλο, στην έγκριση και προώθηση ενός βιβλίου. Κι εδώ μου ήρθε στη μνήμη μου ο εξής προβληματισμός: Τι είναι καλύτερο; Να διαβάζει όσο γίνεται περισσότερος κόσμος ένα έργο, επειδή του επιβλήθηκε τεχνηέντως μέσω της διαφήμισης ή να διαλέξει λίγος και καλός κόσμος το λογοτεχνικό έργο που του αρέσει και να το κάνει δικό του; Μικρή παρένθεση: Ο Μάνος Χατζιδάκις στην γραπτή εισαγωγή του δίσκου του "Ο Μάνος Χατζιδάκις στη Ρωμαϊκή Αγορά" είχε δηλώσει ότι προτιμούσε και παρακαλούσε μάλιστα να κρατήσει για τον εαυτό του και για τους λίγους, που θα τα εκτιμήσουν, όσα από τα τραγούδια του δεν επρόκειτο να αγαπηθούν από το ευρύ κοινό. 

Για τη λογοτεχνική του παραγωγή:
Όταν ο συγγραφέας ρωτήθηκε για το πόσα ακόμη βιβλία θα γράψει απάντησε: "Δεν σχεδιάζω ποτέ αν και πόσα βιβλία θα γράψω ακόμη. Είναι ακριβώς σαν τον απατημένο σύζυγο: Προτιμώ να μην το ξέρω". Πέρα από αυτή την ευφυή ρήση του συγγραφέα, έχει τεράστια σημασία το γεγονός ότι δεν πιέζεται να παράγει. Θα γράψει και θα δώσει κάτι στον εκδότη του και στο ευρύ κοινό, όταν θα νιώθει έτοιμος. Το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση με την κατά κόρον καταχρηστική πίεση των εγχώριων και μη εκδοτικών οίκων, οι οποίοι υπογράφουν συμβάσεις δέσμευσης με τους συγγραφείς για ακόμη δύο ή τρία έργα τους μέσα σε αρκετά πιεστικό χρονικό διάστημα.

Για τον Ντέιβιντ Ίρβινγκ: 
Ο τελευταίος γεννήθηκε το 1938, ιστορικός και ασχολήθηκε μέσω άρθρων, μελετών και βιβλίων του με την εικόνα και το έργο του Χίτλερ, υποστηρίζοντας ότι ο τελευταίος δεν ήταν ενήμερος των βάναυσων βασανιστηρίων και του Ολοκαυτώματος, δείχνοντας χωρίς αιδώ τον αμέριστο θαυμασμό προς το πρόσωπό του. Ο Φίλιπ Κερ ρωτήθηκε να εκφράσει τη γνώμη του για το ως άνω πρόσωπο και απάντησε ότι αναμφίβολα αποτελεί μεν ένα μεγάλο ιστορικό, όμως δεν ασπάζεται καθόλου τις μεθόδους και τη φιλοσοφία του.

Για τα μάρμαρα του Παρθενώνα: 
Αρχικά ο Σκωτσέζος - να επισημανθεί - συγγραφέας ανέφερε το εξής γεγονός: "Την πρώτη φορά που ήρθα στην Ελλάδα  βγαίνω έξω από το ξενοδοχείο "Μ. Βρετάνια" και βλέπω κάποιους νεαρούς να σπάνε τα μάρμαρα του ξενοδοχείου. Όταν ρώτησα το προσωπικό αν κάνουν ανακαίνιση, μου απάντησαν ότι τα κόβουν, για να τα πετάξουν στους αστυνομικούς. Ίσως, επομένως, για αυτό δεν θέλει η Βρετανία να σας επιστρέψει τα μάρμαρα", αστειεύτηκε. Στη συνέχεια βέβαια, αν και με ιστορικές ανακρίβειες εκ μέρους του που δεν θα μπω στη διαδικασία να κάνω μνεία, γιατί θα βγω από το θέμα της ανάπτυξης, ανέφερε ότι τα μάρμαρα του Παρθενώνα (και όχι τα "ελγίνεια" όπως τον διόρθωσε κάποιο μέρος του κοινού, περαιτέρω βλ. μία εξαιρετική ανάλυση περί του θέματος εδώ) πρέπει να επιστραφούν στην Ελλάδα υπό την προϋπόθεση πρώτον ότι το ελληνικό κράτος θα πληρώσει το ανάλογο αντίτιμο στην βρετανική κυβέρνηση, η οποία είχε καταβάλει για να τα αγοράσει από τον Έλγιν και δεύτερον ότι θα πρέπει να βρεθεί χώρος για να τοποθετηθούν. (Το Μουσείο της Ακρόπολης αλήθεια δεν το επισκέφθηκε; Εκτός αν είναι τόσα πολλά τα μάρμαρα προς επιστροφή...) Τέλος, πρέπει να δοθούν πίσω στην Ελλάδα υπό τον όρο, κατά τη γνώμη του, ότι θα επιστραφούν επίσης και όλα τα υπόλοιπα ελληνικά μάρμαρα και γλυπτά από άλλες ευρωπαϊκές χώρες που κοσμούν τα μουσεία τους (βλ. Γερμανία, κ.ά.)

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση: 
Κατά το συγγραφέα, δεν υπάρχει τίποτε το δημοκρατικό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν αποτελεί δημοκρατικό θεσμό και οι ευρωεκλογές αποτελούν μόνο μια κατ' επίφαση δημοκρατία, ώστε να κυβερνούν συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία δεν έχουν εκλεγεί από το λαό και κανείς δεν τα ψήφισε. Προτιμά, όπως είπε, να είναι Βρετανός και να επισκέπτεται τους φίλους Έλληνες από το να φορά την υποκριτική ετικέτα του Ευρωπαίου.


Για την απόσχιση της Σκοτίας:
"Ποτέ μου δεν πίστευα ότι η Σκωτία θα είχε τη δύναμη να ανεξαρτητοποιηθεί. Έχει συνηθίσει να αποτελεί κομμάτι του Ηνωμένου Βασιλείου", δήλωσε ελαφρώς απογοητευμένος.

Επανερχόμενος στο συγγραφικό του έργο, μας ενημέρωσε ότι το HBO σε συμπαραγωγή με τον Tom Hanks θα ξεκινήσουν να γυρίζουν σε σειρά την αριστουργηματική "Τριλογία του Βερολίνου"! Φαντάζομαι ότι αυτό αποτελεί μεγάλο νέο και για τους αναγνώστες του αλλά και για το κοινό που δεν τον έχει γνωρίσει διαβάζοντας κάποιο έργο του. Τέλος, σημείωσε ευφυώς πως πέρα από όλα αυτά, δηλαδή το ρατσισμό, τις εν γένει διακρίσεις, την καταγωγή, τη φυλή και τη θρησκεία σημασία δεν έχει από πού κατάγεσαι, αλλά προς τα πού πας. 

Αυτή ήταν, λοιπόν, μια γεύση από το μεγάλο και ευγενικότατο συγγραφέα Φίλιπ Κερ, με τον οποίο ανταλλάξαμε κάποιες σκέψεις στο τέλος της παρουσίασης και - αν και αιρετικός σε ορισμένα θέματα - σημασία έχει τούτο: ότι είναι ανοιχτός σε όλες τις απόψεις, συζητήσιμος και με δυνατά επιχειρήματα που μέχρι εκείνη τη στιγμή ίσως και δεν είχες σκεφτεί ποτέ. Συμφωνείτε ή διαφωνείτε, έτσι είναι τα μεγάλα πνεύματα: αντιλογίας. Η συγγραφική και πνευματική πορεία ενός ανθρώπου, άλλωστε, πρέπει να μοιάζει σαν ένα καρδιογράφημα: ανήσυχη και με διακυμάνσεις και όχι σαν μια ευθεία γραμμή, που υποδηλώνει το θάνατο των ιδεών και της έμπνευσης.

Τα βιβλία του συγγραφέα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος.



* Ευχαριστώ θερμά την φίλη και τακτική καθηγήτρια Συγκριτικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών,κα Ελίνα Μουσταίρα, που με ενημέρωσε για την ως άνω παρουσίαση. 

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Το μονόπρακτο ενός καθ΄ ομολογία παράλογου - Σκηνή πρώτη και τελευταία (αφήγημα - protagon.gr)



Σηκώθηκε αρκετά νωρίς. Η γυναίκα του δεν τον πήρε καν είδηση. Συνήθως εκείνη ήταν που κάθε πρωί τον σκούνταγε ξανά και ξανά, για να ξυπνήσει και να πάει στο γραφείο. Για να ζήσει ακόμα μία φορά την αναπόφευκτα επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα. Πελάτες πολίτες που ζητούσε ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του. Αυτό δεν τον πείραζε. Ίσα – ίσα. Για αυτό είχε γίνει βουλευτής. Για να ασχολείτο με τα κοινά. Αυτό που τον κατέτρωγε, όμως, ήταν ότι αναγκαζόταν καθημερινά να αραδιάζει ένα σωρό ψέματα σε αρρώστους, φτωχούς, απεγνωσμένους και αλλοδαπούς. Οι περισσότεροι είχαν δίκιο. Δεν μπορούσαν, όμως, να το βρουν. Πώς να το 'βρισκαν; Στα δικαστήρια; Όταν θα δικαζόταν η υπόθεσή τους το 2025; Στις εκλογές; Εκεί κι αν καταποντίζονταν τα πιστεύω τους... Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Έβαλε το καλό του κοστούμι. Πήρε το χειρόγραφο λόγο που είχε ετοιμάσει πυρετωδώς όλο το προηγούμενο βράδυ, φίλησε στο μέτωπο τη γυναίκα του κι έφυγε. Το εσωτερικό του υπηρεσιακού αυτοκινήτου τού φάνηκε πιο κρύο από τις προηγούμενες μέρες, κι ας είχε ζεστάνει ο καιρός. Αν μπορούσε να ξασπρίσει αυτά τα φιμέ τζάμια... Να τα γρατζουνίσει μέχρι τελικής πτώσεως...

Έφτασε στη Βουλή ελαφρώς καθυστερημένος, αλλά πάνω στην ώρα που ανακοίνωναν το όνομά του ως τον επόμενο ομιλητή. Ανέβηκε στο έδρανο λαχανιασμένος. Ξέσφιξε λίγο τη γραβάτα του, ή αλλιώς, τη στολή εργασίας, ήπιε δυο γουλιές νερό και ξεκίνησε:

"Βλέπω απόψε έχουμε και παρατηρητές αρκετούς έφηβους, οπότε θα αλλάξω την προσφώνηση του λόγου μου από ''κύριοι συνάδελφοι'' σε ''σωτήρες του τόπου μας και κύριοι συνάδελφοι''. Συγκεντρωθήκαμε εδώ αναγκαστικά, για να υπερψηφίσουμε στο θέατρο του παραλόγου και δη κάποιοι από μας να στηρίξουμε την ουσιαστικώς αλλά όχι τυπικώς ανομιμοποίητη κυβέρνησή μας, κάποιοι άλλοι να την καταψηφίσουμε, όχι επειδή το επιθυμούμε αλλά επειδή μας το υπαγορεύουν και κάποιοι άλλοι να την κατακρίνουμε απέχοντας ή δηλώνοντας «παρών», παραχωρώντας έτσι κάθε πολιτική πρωτοβουλία στην τύχη ως απόλυτο έρμαιό της. Απευθύνομαι και στις τρεις αυτές κατηγορίες συναδέλφων, ανήμερα της ψήφου εμπιστοσύνης προς την πολυαγαπημένη αυτή συγκυβέρνηση σύσσωμου του ελληνικού λαού. Ήδη τα αγάλματα των αρχόντων έχουν ξεκινήσει να στήνονται και οι ανδριάντες του καθενός από μας θα κοσμούν μια μέρα των ημερών όλα τα παραρτήματα του Μαντάμ Τισό ανά τον κόσμο." Ελάχιστοι ψίθυροι ακούγονταν. Όλοι είχαν μείνει αποσβολωμένοι να παρατηρούν τον ανεξάρτητο βουλευτή, αλλά μέχρι πρότινος σιωπηλό αρωγό της κυβέρνησης, να διαχωρίζει ξεκάθαρα τη θέση του από κάθε κομματικό σχηματισμό του Κοινοβουλίου. "Όταν ήμουν μικρός ήθελα να γίνω ηθοποιός. Οι γονείς μου διαφωνούσαν κάθετα. Μου 'λεγαν και μου ξανάλεγαν ότι θα αλλοτριωθώ, θα διαφθαρώ, θα λυγίσω και θα πονέσω. Κι όντως. Τα κατάφερα. Έγινα πολιτικός. Ακόμη καλύτερα. Και το αποτέλεσμα; Πράγματι, αλλοτριώθηκα, διαφθάρθηκα, λύγισα. Με τη διαφορά ότι δεν πόνεσα ο ίδιος, αλλά τους άλλους. Πόνεσα όλα αυτά τα ζευγάρια ματιών που με βλέπουν από τα θεωρεία αυτή τη στιγμή κι όλα εκείνα που με 'βλεπαν σε εφημερίδες και οθόνες χωρίς να περιμένουν ανταπόκριση. Ζητώ συγγνώμη. Δεν ήξερα ότι στο χώρο αυτό παίζονται ρόλοι. Εγώ μάλλον θα έλειπα στη διανομή. Κάθε παράταξη παίζει το δικό της σκοπό. Πριν λίγες μέρες αποχώρησα από το κόμμα που υποστήριζα, γιατί πολύ απλά δήλωσα ευθαρσώς ότι αυτά που ευαγγελίζεται αποτελούν ένα από τα καλύτερα σενάρια επιστημονικής φαντασίας που δεν έχουν γραφεί καν για ταινία. Αν πάρει κανείς και διαβάσει τις προγραμματικές δηλώσεις οποιουδήποτε κόμματος πριν τις εκλογές, μοιάζουν σαν τα βιβλία ταινιών που έχουν τίτλο: "οι 1000 ταινίες που πρέπει να δεις πριν πεθάνεις." Ασφαλώς, ζήτημα είναι αν δει κανείς έστω και είκοσι ή τριάντα από δαύτες.

Δεν δέχτηκα, λοιπόν, τη διανομή και να 'μαι τώρα άστεγος μα κι ελεύθερος. Ασκεπής μα και συνεπής. Ακέφαλος μα κι αρτιμελής. Το πώς φτάσαμε ως εδώ δεν είναι ώρα να το αναπτύξω, γιατί ο πρόεδρος του Σώματος θα μου αφαιρέσει το λόγο με συνοπτικές διαδικασίες. Το μόνο που θα πω επ’ αυτού είναι τούτο: Φτάσαμε ως εδώ, γιατί μας φέρατε εσείς εδώ", είπε κοιτάζοντας το κατάμεστο θεωρείο. "Όχι οι μικροί. Οι μεγάλοι. Ήσασταν οι ηθικοί αυτουργοί της καταστροφής αυτής εδώ της χώρας. Διότι δεν τελέσατε έγκλημα μόνο δια πράξεως που ψηφίσατε ανάξιους διαδόχους πανάξιων προγόνων, αλλά και δια παραλείψεως, που ανεχόσαστε όλα αυτά τα χρόνια - μην πω που ενθαρρύνατε - το βουλιμικό σαράκι της εξουσίας να κατατρώει το Τίμιο Ξύλο της ίδιας σας της συνείδησης, της ίδιας σας της ψυχής. Ανεξαρτήτως κόμματος μιλώ, επομένως μπορείτε κύριοι συνάδελφοι να με θεωρήσετε όλοι, μετά χαράς, εχθρό σας. Εγώ πάντως δεν σας βλέπω έτσι.»
-         «Και πώς μας βλέπεις;», πετάχτηκε ένας εκνευρισμένος βουλευτής από τα κάτω έδρανα.
-       «Ως ασθενείς», του απάντησε αμέσως ο συνάδελφός του. «Και για να μην παρεξηγηθώ, ήμουν κι εγώ ασθενής και μάλιστα ψυχασθενής, όταν νόμιζα ότι μπορούσα να αλλάξω τον τόπο. Όταν αλλάζεις κάτι, είτε το διαμορφώνεις εκ νέου είτε το μεταμορφώνεις. Κι εμείς όλοι, βάζω και τον εαυτό μου μέσα, το παραμορφώσαμε. Παραμορφώσαμε τις αξίες. Παρα...μορφώσαμε τα παιδιά μας με αχρείαστες πληροφορίες χωρίς να ξέρουν τα βασικά πράγματα, όπως φερ' ειπείν τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου ή το ποιοι είναι οι νομοί του κράτους. Ξέχασα, πλέον ονομάζονται «περιφέρειες». Εκσυγχρονιστήκαμε, βλέπετε... »
-         «Συντομεύετε παρακαλώ», ακούστηκε ο Πρόεδρος της Βουλής.
-         «Αντιπαρέρχομαι τη λεκτική σας βία απέναντι στον τελευταίο μου λόγο ως βουλευτή, κύριε Πρόεδρε και συνεχίζω. Τούτη η Βουλή έκανε ένα μέγα σφάλμα. Αντί να σεβαστεί την ιερότητα της Δημοκρατίας που πρεσβεύει και να αφήσει τη Δικαιοσύνη να κάνει αμέριμνη τη δουλειά της, προαποφάσισε σχεδόν, μυθοποιώντας την, την καταδίκη του νεοναζιστικού κομματικού μορφώματος που κατάφερε να διεισδύσει σ’ αυτό εδώ το δημοκρατικό άβατο. Όμως, ποιο άβατο και ποιο δημοκρατικό θα μου πείτε, όταν οι ίδιοι οι νόμοι του κράτους είναι καταφανώς αντισυνταγματικοί; Όταν οι περικοπές καταπατούν εξόφθαλμα την αρχή της αναλογικότητας; Όταν έχουμε κάθε εβδομάδα και μια αυτοκτονία στο μετρό; Για ποιο, λοιπόν, δημοκρατικό άβατο μιλάμε; Ζητώ συγγνώμη. Ας ανοίξουν διάπλατα οι πόρτες. Ας μπουν ακόμη περισσότεροι μαυροφορεμένοι κρεμανταλάδες. Ας μετουσιωθεί η οργή κι η αγανάκτηση του κόσμου σε μισαλλοδοξία, σε ρατσισμό, σε βία. Γιατί δεν μας φτάνουν ήδη η λογοκρισία, οι διακρίσεις εις βάρος συνανθρώπων και οι εκβιασμοί που γίνονται ευθέως με τη σιωπηρή ή μη ευλογία των ανώτατων πολιτειακών αρχόντων μας... Δεν μας φτάνουν...

Κύριοι συνάδελφοι, η δική μου ψυχή έχει χτυπηθεί ανελέητα, όπως το μαχλέπι στο γουδί. Θραύσματα ανθρωπισμού έχουν απομείνει πλέον, εξ ου και τούτη δω η εξομολόγηση. Το μοναδικό πράγμα που θα σας ζητήσω είναι να μας δώσετε πίσω το δικαίωμα στην ελπίδα. Λίγα ψίχουλα που θα περισσέψουν από ένα όνειρο μιας θερινής νυχτός. Σας ζητώ, εκ μέρους όλων των αγανακτισμένων Ελλήνων, το δόλωμα που κάποτε προσφέρατε απλόχερα και τώρα ούτε κι αυτό μπορούμε να 'χουμε: τη φενάκη της αισιοδοξίας, ένα κάποιο λόγο να ζούμε, μια ανάσα οξυγόνου από μια μισοάδεια φιάλη. Μόνο έτσι θα τολμήσω να κοιτάξω πάλι αυτά τα παιδιά, που με καρφωμένα μάτια με κοιτούν εδώ και ώρα και ντρέπομαι... Ντρέπομαι όσο τίποτε άλλο στη ζωή μου να τα αντικρίσω και να τους απολογηθώ για ένα ολόκληρο έθνος.

Κύριοι συνάδελφοι, ευχαριστώ πολύ για τη φαινομενική προσοχή σας. Όσα είχα να πω, τα είπα. Κύριε Πρόεδρε, καθυστέρησα όσο περισσότερο γινόταν. Και ξέρετε γιατί;» Ο Πρόεδρος της Βουλής τον κοιτούσε αμίλητος και τον λυπόταν τόσο πολύ, που μια στιγμή νόμισε ότι είχε προδοθεί από το συνοφρυωμένο βλέμμα του.
-    «Γιατί καθυστερήσατε, κύριε συνάδελφε;», ρώτησε σχεδόν αδιάφορα, μα ευγενικά κατ' εξαναγκασμό.
-     «Καθυστέρησα, γιατί, όταν βγω μέσα απ’ αυτή την αίθουσα, μέσα απ’ αυτό το σκοτάδι, η μόνη μου ελπίδα είναι ότι έξω θα 'χει ξημερώσει...»

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Αντώνης Σαμαράκης: Ζητείται ελπίς (απεγνωσμένα)

Το βιβλίο επανακυκλοφορεί στην 92η έκδοσή του από τις εκδόσεις Ψυχογιός.


Ζητείται ελπίς. Απεγνωσμένα. Και όποιος τη βρει, ας τη διοχετεύσει και στους υπόλοιπους. Ο Αντώνης Σαμαράκης, πάντως, αναζητούσε την ελπίδα από το 1954, οπότε και η συλλογή διηγημάτων του αυτοεκδόθηκε (μάλιστα, πολύ καλά καταλάβατε, την εξέδωσε ο ίδιος με δικά του χρήματα).

Το έργο συγκλονιστικό. Το είχα διαβάσει αρκετά χρόνια πριν και το έπιασα πάλι στα χέρια μου, μόνο και μόνο για να διαπιστώσω πόσο καίριος, διαχρονικός και διορατικός συγγραφέας υπήρξε ο Αντώνης Σαμαράκης. Ηθική κρίση αξιών: τότε και τώρα. Οικονομική κρίση κοινωνίας: τότε και τώρα. Β' Παγκόσμιος Πόλεμος τότε, Ψυχρός οικονομικός Πόλεμος τώρα. Όλα τόσο παλιά μα και τόσο πρόσφατα. Τα λόγια του Σαμαράκη είναι σαν τα αναμμένα κάρβουνα: Μόλις βγαίνουν από τα έγκατα της φωτιάς, καίνε με τη λιτότητά τους, γρατζουνάνε με τη βαρύτητα της αλληγορίας τους.

Η συλλογή αποτελείται από 12 ιστορίες, οι περισσότερες των οποίων διακρίνονται από τέτοια εσωτερική ένταση, που φτάνουν στο βαθμό της συγκίνησης και της ψυχικής έκρηξης. Σαν να φωνάζει από μακριά μια φωνή: "Πού είναι η ελπίδα; Απαιτούμε δικαίωμα στην ελπίδα!" Τόπος εξέλιξης: η πόλη, το χωριό, ποτάμια, αυλές, σιδηροδρομικές γραμμές, στρατόπεδα. Ιστορίες διαφορετικές μα με έναν κοινό άξονα: το σπαραγμό για τη δικαίωση που δεν ήρθε ή για τη δικαίωση που όλοι εύχονται να έρθει.


Ιστορία πρώτη - Ξανθός ιππότης
Ήρωας ένας δημόσιος υπάλληλος που έχει βαρεθεί από τη μονοτονία της ρουτίνας και έχει συμβιβαστεί με μια ανούσια καθημερινή ζωή, μέχρι που ανακαλύπτει τον κόσμο των παιδιών (ξανά). Αιτία το ομότιτλο περιοδικό, "Ο κόσμος των παιδιών", που βρίσκει μια μέρα σε μια άδεια θέση λεωφορείου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ο ήρωας αλλάζει. Ο χαρακτήρας του μεταστρέφεται ή καλύτερα ανανεώνεται. Επιμελείται και πάλι τον εαυτό του, εργάζεται με κέφι και γεμίζει ευγένεια. Η υπενθύμιση ότι κάπου μέσα μας υπάρχει το παλιό παιδί που αφήσαμε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, χτύπησε την πόρτα του ήρωα, κάνοντάς τον μάλιστα να στείλει και ο ίδιος στο περιοδικό ένα πεζοτράγουδο που είχε γράψει με το ψευδώνυμο "ο ξανθός ιππότης".

Το ευαίσθητο πρόσωπο του συγγραφέα απέναντι στην παιδική ηλικία και αθωότητα φαίνεται ολοκάθαρα. - Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο το γεγονός ότι το 1989 η UNICEF Νέας Υόρκης ονόμασε τον Αντώνη Σαμαράκη ως τον πρώτο Έλληνα πρεσβευτή Kαλής Θέλησης για τα παιδιά του κόσμου.  - Θα λέγαμε ότι αγγίζει τον παιδικό νου με περισσό λογοτεχνικό σεβασμό και με μια καρδιά που σπαρταρά ακόμη. Με μια ψυχή που επιμένει να μετρά με κλειστά μάτια, πάνω στον τοίχο μιας αυλής του πατρικού σπιτιού του καθενός από εμάς.

Ιστορία δεύτερη - Η σαρξ
Ήρωας ένας ιερέας μια βροχερή μέρα. Η συνοικία, όπου λειτουργούσε, φτωχική. Οι άνθρωποι φαινομενικά καλοκάγαθοι, ουσιαστικά συμφεροντολόγοι. Η ένταση ξεκινά και παράλληλα η πλοκή εστιάζει σε έναν ετοιμοθάνατο άνδρα, στον οποίο τρέχει ο εφημέριος τελευταία στιγμή, για να τον κοινωνήσει. Ο Σαμαράκης με άψογο χειρισμό του λόγου και με μία αριστοτεχνική περιγραφή της γύρω ατμόσφαιρας καταφέρνει να μεταδώσει ακόμη και το πιο δευτερεύον συναίσθημα στον αναγνώστη, ξυπνώντας του κάθε ένστικτο στοργής και συγκίνησης. Ο άνθρωπος πεθαίνει από την ασιτία. Ο παππάς με τη θεία Κοινωνία που του προσφέρει, τον εξαγνίζει από τις αμαρτίες, αλλά και από την πείνα, καθώς ο ασθενής ζητά συνεχώς κι άλλη μια κουταλιά της Μεταλαβιάς. Η σαρξ και η ψυχή του παλεύουν για το ποια απ' τις δύο θα σωθεί (πρώτη). Επίγεια κόλαση και μεταθανάτιος παράδεισος διεκδικούν την εξασθενημένη σάρκα που οι συνθήκες της εποχής διαμόρφωσαν. "Κι άλλο", "κι άλλο", φωνάζει επιτακτικά ο ετοιμοθάνατος στον ιερέα και εν τέλει δεν γνωρίζει κανείς τι πεινά περισσότερο: το σώμα που στερείται ή μια αιχμαλωτισμένη σ' εκείνο ψυχή που το εγκαταλείπει;

Ιστορία τρίτη - Το ποτάμι
Άνοιξη σε πολεμικό κλίμα. Η ατμόσφαιρα τεταμένη και όλοι οι στρατιώτες βρόμικοι, εξαθλιωμένοι απ' τις κακουχίες και με λίγα ψυχικά αποθέματα, στρατοπεδεύουν πλάι στο ποτάμι. Όπως ακριβώς και οι Άλλοι, οι εχθροί. Το ποτάμι τους χωρίζει. Αποτελεί το σύνορο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Προκαλεί τους στρατιώτες για θάνατο, για κολύμπι στα δροσερά νερά του. Τους προσκαλεί στην παγίδα του. Γιατί όποιος κολυμπά στο ποτάμι, περνά την κόκκινη γραμμή και όλο και κάποια σφαίρα τον βρίσκει. Μέχρι που ένας 23χρονος φαντάρος αρνείται να υπακούσει στις εντολές των ανωτέρων του και υποκύπτει στην σωματική εξάντληση και το δέλεαρ της ξεκούρασης στα κρυστάλλινα νερά. Ο στρατιώτης πέφτει στο νερό και αρχίζει να κολυμπά ασταμάτητα, κάνοντας βουτιές και απλωτές σαν μικρό παιδί. Και τότε εντοπίζει απέναντί του Άλλον, έναν παράνομο σαν αυτόν, να κολυμπά στην απαγορευμένη ζώνη του ποταμιού. Ο Άλλος βρίσκεται μακριά. Ο ήρωας δεν μπορεί να διακρίνει αν είναι συστρατιώτης του ή εχθρός. Αρχίζει να κολυμπά προς τη στεριά. Βγαίνει έξω και αρπάζει εντελώς γυμνός το όπλο του. Ακριβώς το ίδιο κάνει και ο 'Αλλος. Και εκεί περιγράφεται μία αριστουργηματική σκηνή του Σαμαράκη που σταματά τον χρόνο, παγώνει το αίμα και κουρδίζει το νου: "Δεν μπορούσε να τραβήξει [τη σκανδάλη]. Ήταν κι οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε". Μία ανατριχιαστικά θεσπέσια σκηνή που θέτει τον ήρωα σε εγρήγορση και τον αναγνώστη σε προβληματισμό. Δύο άνθρωποι απογυμνωμένοι από πάθη, από έχθρα, από κίνητρα, από ιδέες. Για λίγο. Για όσο διαρκεί αυτή η ιδιάζουσα, σιωπηρή εκεχειρία. Στοχεύει ο ένας τον άλλο. Κανείς τους δεν τολμά να ρίξει, γιατί απέναντί του βλέπει τον άλλο του εαυτό. Βλέπει ότι στον πόλεμο άνθρωπος σκοτώνει άνθρωπο. Η ιμπεριαλιστική όψη του πολέμου εξαφανίζεται. Δύο αθώοι άνθρωποι που ακολουθούν εντολές, γεμάτοι φόβο, έτσι όπως γεννήθηκαν. Σαν τους πρωτόπλαστους. Όμως, η επιβίωση είναι ο πιο άγιος σκοπός. Άτιμο πράγμα ο φόβος. Κυριεύει, κατακτά, διευθύνει. Και κάποια στιγμή η εκκωφαντική σιωπή θα διακοπεί από τον ήχο της εκπυρσοκρότησης. Από συστρατιώτη; Από εχθρό; Σημασία δεν έχει. Αυτό που μετρά είναι ότι στον πόλεμο εκμηδενίζονται τα πάντα. Και το τραγικότερο όλων είναι ότι εκμηδενίζονται οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Ιστορία τέταρτη - Ο τοίχος
Ήρωας της ιστορίας ένας δημόσιος υπάλληλος. (Στις περισσότερες ιστορίες του, ο συγγραφέας αρέσκεται στο να τοποθετεί ως κεντρικό του χαρακτήρα δημόσιο υπάλληλο, αφού και ο ίδιος είχε υπηρετήσει για πολλά χρόνια στο Υπουργείο Εργασίας.) Ο υπάλληλος αυτός είναι γείτονας με ένα άρρωστο παιδί και τη χήρα μητέρα του, στο οποίο οι γιατροί έχουν συστήσει καθαρό αέρα και ηρεμία, προς φύλαξη της υγείας του και του ψυχικού του κόσμου. Η γειτονιά διαβίωσης είναι βρόμικη και μελαγχολική. Όταν όμως η διπλανή πολυκατοικία γκρεμίζεται, ορθώνεται ένας μεγάλος τοίχος από το νέο ιδιοκτήτη, που σκοπό του έχει να χτίσει ένα πανύψηλο και μεγάλο οικοδόμημα. Το φως λιγοστεύει και μαζί μ' αυτό και η ελπίδα να γίνει το παιδί καλά. Η όραση περιορίζεται, όπως και οι στιγμές απόδρασης απ΄ την πραγματικότητα. Σε τι μπορεί να βοηθήσει ένας τσιμεντένιος τοίχος; Περιθωριοποίηση λόγω αστικοποίησης, μοναξιά, μελαγχολία και άθλιες συνθήκες διαβίωσης κρατούν τον πρώτο ρόλο ως αφανείς πρωταγωνιστές σε αυτό το μικρό διήγημα του Σαμαράκη, στο οποίο για ακόμη μία φορά φαίνεται η μεγάλη του έγνοια για τα παιδιά, το μέλλον κάθε τόπου.

Ιστορία πέμπτη - Σ' ένα συνοριακό σταθμό
Το μικρό αυτό διήγημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως "Ζητείται ελπίς Νο2", διότι έχει να κάνει με ένα λαθρεπιβάτη που ελπίζει απεγνωσμένα σε ένα καλύτερο αύριο. Στην αρχή πιστεύει πως μόνο αν εγκαταλείψει τον τόπο του, θα προκόψει στη ζωή του. Φόβος τον έχει κατακλύσει. Η φυγή τον έχει κυριεύσει. Αποτελεί το συνεπακόλουθο των φόβων του. Τη συνισταμένη των σκοπών του. Ακόμη ένα σημείο που ο συγγραφέας καταφέρνει να ταυτίσει τη συγκίνηση με την παρακίνηση: Από τη μία, λυπάται που κάνει το βήμα και φεύγει κυνηγημένος από μια χώρα που τον έβλεπε από τη γέννησή του εχθρικά και από την άλλη, σ' αυτή του την κίνηση ωθείται από την κατάσταση, αναγκάζεται από τις συνθήκες. Καρδιά και μυαλό, κοινωνικό και πολιτικό διήγημα δίνουν τα χέρια μεταξύ τους.
Η σύγκριση με την υπάρχουσα κατάσταση στην Ελλάδα μοιάζει αναπόφευκτη: "Η ζωή έχει ξεφύγει από τα χέρια μου. Αλλιώς ξεκίνησα κι αλλιώς έφτασα ως εδώ. Είχα όνειρα κάποτε, πριν από χρόνια, σαν ήμουνα παιδί, νέος. Όνειρα για μια ζωή όμορφη, χωρίς συμβιβασμούς. Μα δεν τα κατάφερα να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Το γιατί είναι άλλη ιστορία", μας λέει ο φοβισμένος και απελπισμένος επιβάτης. Ο ελεγκτής (σιδηροδρομικός υπάλληλος) δεν έχει να του αποκριθεί τίποτε, γιατί πολύ απλά συμπάσχει σιωπηρά. Η συμφωνία του συνάγεται με σαφή τρόπο, άλλωστε, από τη γλαφυρή περιγραφή του συγγραφέα: "Είχε μείνει εκεί (ενν. ο επιβάτης), με το κεφάλι μες στα χέρια του. Το βράδυ έπεφτε. Έφυγε αυτός (ενν. ο επιβάτης), σιγοπατώντας. Δεν του είπε τίποτα (ενν. ο ελεγκτής). Τι να του έλεγε δηλαδή;"
Στο σταυροδρόμι των συνόρων, εκεί που τα όνειρα και η πραγματικότητα συναντιούνται, ο επιβάτης επιλέγει τη σιωπηλή υποταγή, φρονώντας ότι η ατομική του επανάσταση έχει φτάσει πια στα όριά της. Το μεγάλο βήμα δε θα γίνει. Έχει φτάσει κοντά στην πηγή χωρίς να πιει νερό. Το όνειρο πατά στα σύννεφα και εξαϋλώνεται, οδεύοντας να βρει κι άλλους συντρόφους του από χιλιάδες κόσμου που έμειναν και μένουν στο "κι αν...". Σε μια υπόθεση χωρίς απόδοση.

Ιστορία έκτη - Ο ήλιος έκαιγε πολύ
Η εν λόγω ιστορία αποτελεί τρανό παράδειγμα του ύφους της κοινωνικής καταγγελίας και των προσωπικών ανησυχιών του συγγραφέα. Έχοντας περάσει δύσκολα χρόνια με παγκόσμιο και εμφύλιο πόλεμο, ο Σαμαράκης δεν υπάρχει στιγμή που περνά στην οποία να μην μνημονεύει, έστω και υπό τη μορφή μικρού σχολίου, την ένδεια και την κοινωνική εξαθλίωση του τόπου. Έχοντας ο ίδιος συλληφθεί από τους ναζιστές την περίοδο της Κατοχής και έχοντας φτάσει ένα βήμα πριν τον θανατώσουν, γνωρίζει πολύ καλά να εκτιμά τη ζωή και να είναι ικανοποιημένος ακόμη και με τα λίγα. Έζησε σε εποχές που τα εργασιακά δικαιώματα έτρεμαν πάνω σε ένα σαθρό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο.
Στο παρόν διήγημα ο ήρωας, ένας φτωχός πλην τίμιος άνεργος, που έχει επιζήσει από την Κατοχή και πλέον έχει ξεραθεί το στόμα του από την πείνα, επισκέπτεται ένα γραφείο εισαγωγών - εξαγωγών, για να αιτηθεί μια θέση στην εταιρία. Βάζει, λοιπόν, τα καλά του ρούχα, ξυρίζεται και κινεί για το γραφείο. Η αδιάφορη γραμματέας που επιδεικτικά τον αγνοεί, καθώς πνίγεται στη δουλειά, ειδοποιεί τον φουκαρά άνεργο υποψήφιο (ή υποψήφιο άνεργο, ό,τι προτιμάτε) πως η θέση δεν είναι πλέον διαθέσιμη. Η απογοήτευση φανερή. Η συγκρατημένη αισιοδοξία μετατρέπεται μεμιάς σε ασυγκράτητη απελπισία. Ο ήρωας φεύγει. Χαρακτηριστικό, εξάλλου, είναι το γεγονός ότι ο άνεργος άνδρας στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του,  με το που βλέπει το φρεσκοξυρισμένο πρόσωπό του στον καθρέφτη ενός μαγαζιού, ξεσπά σε γέλια, με την παράλληλη ηχητική υπόκρουση του λαχειοπώλη να αγοράσει το "τελευταίο και τυχερό..."  να τον συνοδεύει. Γέλιο αλληγορικό, γέλιο τρανταχτό στα σωθικά του, γέλιο ως μοναδική αντίδραση της στιγμής.  Μόνο μέσω αυτού θα μπορούσε να ξεσπάσει. Άλλη μια ευκαιρία χάθηκε, άλλη μια φορά ηττήθηκε. Και το στόμα του ακόμη στεγνό. Ποιος δεν θα γελούσε, άραγε, στη θέση του;

Ιστορία έβδομη - Μια νύχτα...
Το πιο εσωτερικό από όλα τα διηγήματα της συλλογής. Μιλάει για τη μοναξιά και ουσιαστικά αποτελεί μια εξομολόγηση της μοναχικότητας από τον ήρωα προς τον αναγνώστη. Η αδήριτη ανάγκη έκφρασης και επικοινωνίας με το συνάνθρωπο και η απεγνωσμένη προσπάθεια εύρεσης του (εξιδανικευμένου για τους τελειομανείς) έτερου ήμισυ αποτελούν τους άξονες της συγκινητικής αυτής μικρής ιστορίας. Η εργασία αποτελεί μέρος της ρουτίνας. Ο εργαζόμενος ξεχνά να ζήσει. Δεν μπορεί να θυμηθεί ότι ζει. Και όντας μόνος οι ανησυχίες του γίνονται ακόμη εντονότερες. "Ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών μας δεν ήτανε τόσο κοντά η μία στην άλλη όσο είναι σήμερα, κι όμως ποτέ άλλοτε οι καρδιές μας δεν ήτανε τόσο μακριά η μία από την άλλη όσο είναι σήμερα", μας λέει ο συγγραφέας διά σκέψεων του ήρωά του. Η μοναξιά είναι, κατ' αυτόν, πλέον η μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου της μεγαλούπολης, ο οποίος απορροφάται από το χαλασμό του πλήθους, από την ημιμάθεια της πλειοψηφίας. Για ακόμη μία φορά αποδεικνύεται η ρεαλιστική πέννα του συγγραφέα, ο οποίος πατώντας στα διαχρονικά ανθρώπινα ψυχολογικά προβλήματα, καταφέρνει και λέει στον αναγνώστη ψιθυριστά: "Σώπασε. Δεν είσαι μόνος σου. Νιώθουν κι άλλοι σαν εσένα, όπως ελπίζουν κι άλλοι, αν όχι και περισσότερο, όπως εσύ."

Ιστορία όγδοη - Το ποδήλατο
Η εναλλαγή των συναισθημάτων είναι ολόκληρη η ουσία της ζωής μας. Από τη χαρά στη λύπη. Από τη λύπη στο θυμό, από το θυμό στην ανακούφιση, από την ανακούφιση στην αγάπη, από την αγάπη στο μίσος και ούτω καθ' εξής. Η τύχη αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα ύπαρξής μας σ' αυτό τον τόπο. Τούτο το τελευταίο είναι το κεντρικό νόημα της παρούσας ιστορίας, που για θέμα της έχει την ανείπωτη ευτυχία ενός φτωχού και ορφανού από πατέρα παιδιού, που καταφέρνει μετά πολλών κόπων και βασάνων να αγοράσει ένα ποδήλατο. Ένα τόσο μικρό όνειρο ζωής, μα συνάμα και τόσο μεγάλο. Κάποια μάτια αρκεί να δουν ένα πρόσωπο και λάμπουν. Για κάποια άλλα, όμως, δεν φτάνει ολόκληρος ο ουρανός. Ο Σαμαράκης μάς διδάσκει ότι η ευτυχία βρίσκεται ακόμη και στα πιο ασήμαντα πράγματα της ζωής ή σε ανθρώπους που έχουμε δίπλα μας, όπως στα μάτια της χαρούμενης οικογένειάς μας ή ακόμη και σε ένα καινούριο ποδήλατο. Εξ αντιδιαστολής μήνυμα του κειμένου δεν μπορεί να είναι άλλο παρά το γεγονός ότι η σύγχρονη κοινωνία του υπερκαταναλωτισμού έχει ισοπεδώσει τα κίνητρα της προσωπικής μας ευτυχίας. Μιας ευτυχίας που υπάρχει ανά πάσα στιγμή δίπλα μας, αλλά δεν την εκτιμούμε. Δεν κοπιάζουμε για αυτή. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τους περισσότερους από μας, ο ήρωας λατρεύει από την πρώτη στιγμή το ποδήλατό του και το βλέπει σαν ανεκτίμητο θησαυρό. Ποιος είπε, όμως, ότι η μοίρα χαρίζεται στους αιώνια ή και στους στιγμιαία ευτυχισμένους;

Ιστορία ένατη - ...Και ώραν 7.15 μ.μ.
Υποκρισία και εκμετάλλευση του ένδοξου παρελθόντος πρωτοστατούν σ' αυτό το φορτισμένο πολιτικό διήγημα του συγγραφέα. Ο ήρωας έχει προσκληθεί να μιλήσει σε μια εκδήλωση του Δήμου προς τιμήν των πεσόντων της Κατοχής. Ο ομιλητής, ενώ ξεκινά να διαβάζει τον ετοιμασμένο λόγο του στο βάθρο, ξαφνικά βλέπει τα αθώα μάτια ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού και συνειδητοποιεί ότι αυτά που ακούγονται και θα ακουστούν δεν είναι τίποτε άλλο παρά υποκρισίες και εθνικιστικοί κομπασμοί για ένα μεν πανάξιο παρελθόν, αλλά με λιγότερο άξιους συνεχιστές στο παρόν. Τετριμμένα λόγια που ακούγονται σχεδόν ίδια κάθε φορά σε παρόμοια πολιτιστική εκδήλωση. Όμως, πόσα από αυτά εννοούνται και πόσα αυτά στέκουν; Κάποτε κερδήθηκε η ελευθερία μας, αλλά κανείς δεν εξασφάλισε το μέλλον μας. Το παρόν μας παρασιτεί πάνω σε μία συνεχιζόμενη βουλημική φιέστα παρελθοντικών κατορθωμάτων. Το τέλος του διηγήματος είναι καθηλωτικό, με έναν ήρωα να φτάνει στα άκρα των ατομικών του αντοχών και των ηθικών του τύψεων.

Ιστορία δέκατη - Το σπίτι
Μπορούν τα πράγματα να γίνουν αντικείμενα αγάπης; Μόνο αν συνοδεύονται από αναμνήσεις. Νοσταλγία. Αυτός είναι ο πυρήνας της ιστορίας αυτής του συγγραφέα. Το πατρικό σπίτι του ήρωα, που είχε πουληθεί σε τρίτους, φτάνει επιτέλους ο καιρός να περάσει στα χέρια του. Η ατμόσφαιρα, οι μνήμες από τα παλιά, τα παιδικά χρόνια και οι ήχοι της γειτονιάς κάνουν τον αναγνώστη να πιάνει λίγη από τη σκόνη του σκεπασμένου με ένα σεντόνι πιάνου, να θυμηθεί κάποιους από τους στίχους της "Σονάτας του Σεληνόφωτος" του Ρίτσου και να αναπολήσει το αδίστακτο παρελθόν που φεύγει ανεπιστρεπτί. Όμως, τα χνάρια που αφήνει πίσω του είναι τόσο έντονα και παρηγορητικά, που υποκαθιστούν έστω και απατηλά την απουσία στιγμών, την απουσία ανθρώπων, την απουσία συναισθημάτων. Ο συγγραφέας υπήρξε σίγουρα ένα από τα παιδιά της γειτονιάς που έπαιζαν στις αλάνες κρυφτό και γρατζουνούσαν τα γόνατά τους στο κυνηγητό απ' τα πεσίματα. Μήπως όμως ήταν ο μοναδικός;
Ο Σαμαράκης κλείνει το μάτι σε ένα παρελθόν που τείνει να ξεχαστεί και να αντικατασταθεί από τα καλώδια και τα γραφικά οθονών τελευταίας τεχνολογίας. Μπορεί κανείς, εντούτοις, να ξεχάσει το πρώτο χάδι καθησυχασμού του πατέρα του, όταν έκλαιγε στην πρώτη του πληγή; Μπορεί κανείς να εξορίσει τις γιορτινές μυρουδιές του καλοψημένου φαγητού της γιαγιάς του τα Χριστούγεννα και το Πάσχα; Αν όχι, τότε ο Σαμαράκης πέτυχε το στόχο του: να μας υπενθυμίζει συνεχώς ότι όλοι μας παραμένουμε μεγάλα παιδιά, έχοντας βρει κάπου τυχαία το πρώτο παιχνίδι που μας έκαναν δώρο οι γονείς μας.
Το "σπίτι" αποτελεί αφορμή για μια εσωτερική ενδοσκόπηση, αλλά παράλληλα και έναυσμα, για να γεμίσουμε με έμπνευση την υπόλοιπη ζωή μας.

Ιστορία ενδέκατη - Πολεμική ιστορία
Τα αθώα θύματα του πολέμου είναι όλοι. Πολίτες και στρατιώτες. Ο πόλεμος αποτελεί καθαρά πολιτική έκφανση στρατηγικών (επεκτατικών) σχεδίων. Όμως τα περισσότερο αθώα θύματα είναι οι απόγονοι που δεν πρόλαβαν να γίνουν άνθρωποι: τα ίδια τα παιδιά. Τα παιδιά, που έχουν ένα κοντό μα και κοντινό παρελθόν, ένα σαθρό παρόν και ένα αβέβαιο μέλλον σε καιρό πολέμου.
Στην ιστορία μας ένας στρατιώτης σώζει ένα παιδί, το οποίο βρίσκεται μέσα στο πεδίο βολής των δύο αντίπαλων στρατευμάτων. Τα κίνητρα ίσως δεν είναι και τόσο αγαθά, καθώς από τη σκέψη του στρατιώτη περνά αμέσως η παρασημοφόρησή του με μετάλλιο ανδρείας. Αφού μεταφέρει το παιδί σε ένα δωμάτιο σπιτιού, το αφήνει να ξεκουραστεί και στη συνέχεια το βλέπει να παίζει. Το παιχνίδι του δεν διαφέρει πολύ απ' την πραγματικότητα. Παίζει κι εκείνο πόλεμο. Ένα πρόβατο επί σφαγή που αγνοεί το μέλλον του. Νέοι βομβαρδισμοί ακούγονται και μόλις ο στρατιώτης βγαίνει έξω να δει τι συμβαίνει, τον ενημερώνουν ότι πρέπει να απομακρυνθεί, γιατί το κτήριο από λεπτό σε λεπτό θα γίνει στόχος επίθεσης και θα τιναχθεί στον αέρα. Ο στρατιώτης δεν προβαίνει στην απόλυτη θυσία. Δεν τρέχει για το παιδί. Ίσα που προλαβαίνει να σωθεί ο ίδιος. Φεύγει και αφήνει το παιδί πίσω μόνο του. Να παίζει∙ πόλεμο. Αυτό που κατάφερε τελικά ήταν να του δώσει μια παράταση ζωής.

Ιστορία δωδέκατη - Ζητείται ελπίς
Η αριστουργηματική κορωνίδα της συλλογής. Ο Σαμαράκης δίνει ρεσιτάλ επίκλησης στο συναίσθημα, αποδεικνύει το τεράστιο λογοτεχνικό του εκτόπισμα και συνοψίζει σε ένα άκρως συγκινητικό διήγημα την κοινωνική δυστυχία, τον πόλεμο, την μεταπολεμική ελπίδα και τη συνακόλουθη απογοήτευση, την κρίση αξιών.
Η ιστορία αυτή είναι γεμάτη από αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο Σαμαράκης έχει συμμετάσχει στον πόλεμο, τον έχει ζήσει, έχει σωθεί τελευταία στιγμή απ' το εκτελεστικό απόσπασμα. Έχει ζήσει την εξαθλίωση του τόπου, την οικονομική ύφεση και την ηθική κρίση των πολιτών του.
Ο ήρωας, λοιπόν, υπήρξε στρατιώτης και συγγραφέας. Μια μέρα σε ένα καφενείο αρχίζει να ξεφυλλίζει τις εφημερίδες βλέποντας τα νέα και παρατηρώντας τη γέννηση κι άλλων πολέμων να ξεπηδά από τα πρωτοσέλιδά τους. Μέσα στην απογοήτευση αναρωτιέται για ποιο λόγο πολεμούσε όλο αυτόν τον καιρό. Πολεμούσε για ένα καλύτερο αύριο... Όταν, όμως, αυτό το αύριο έγινε χθες και πάλι τίποτα δεν είχε κατορθωθεί. Πάλι πόλεμοι, πάλι υποκριτικές εξαγγελίες. Τα ίδια και τα ίδια. Μόχθησε για το κάτι και κατάφερε το τίποτα. Μέχρι που, βλέποντας πώς εξελίχθηκε η υπάρχουσα κατάσταση αποφάσισε να μην ελπίζει τίποτα πια, διότι δεν θα είχε άλλα ψυχικά αποθέματα. Σε μια θεσπέσια περιγραφή γράφει ότι "του φάνηκε φοβερό που ήτανε χωρίς ελπίδα. Είχε την αίσθηση πως οι άλλοι στο καφενείο τον κοιτάζανε κι άλλοι από το δρόμο σκέφτονταν και ψιθυρίζανε μεταξύ τους: "Αυτός εκεί δεν έχει ελπίδα!". Σα να ήταν έγκλημα αυτό. Σα να είχε ένα σημάδι πάνω του που το μαρτυρούσε. Σα να ήτανε γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους."
Ο Σαμαράκης περιγράφει με έναν εντυπωσιακά αριστοτεχνικό τρόπο την πλήρη εσωτερική απογύμνωση. Σαν το ανήλικο παιδί που ντρέπεται να πει στους γονείς τους ότι έκανε ζημιά μην το μαλώσουν, έτσι κι εδώ ντρέπεται κι εκείνος να πει ότι δεν έχει ελπίδα, αλλά (ευτυχώς) μόνο για λίγο. Η ένταση τον κατατρώει. Δεν μπορεί άλλο να μείνει σιωπηλός και να μη βροντοφωνάξει ότι ζητείται ελπίς. Πιο κάτω μάλιστα σημειώνει το διαχρονικό στιγματισμό των πνευματικών ανθρώπων από την κοινή γνώμη. Για ποιο λόγο πρέπει να ανήκει κανείς στην τάδε ή στη δείνα κομματική απόχρωση; Ο συγγραφέας ξεχωρίζει κάτι πολύ σημαντικό: την προαιρετική κομματικοποίηση από την υποχρεωτική κατ' Αριστοτέλη πολιτικοποίηση. Αναφέρει χαρακτηριστικά: "Σκέφτηκε τα διηγήματα που είχε γράψει, δίνοντας έτσι μια διέξοδο στην αγωνία του. Άγγιζε θέματα του καιρού μας: τον πόλεμο, την κοινωνική δυστυχία... Ωστόσο, δεν το αποφάσιζε να τα εκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε την ετικέτα που θα του δίνανε σίγουρα οι μεν και οι δε. Όχι, έπρεπε να τα βγάλει. Στο διάολο η ετικέτα! Αυτός ήταν ένας άνθρωπος, τίποτε άλλο. Ούτε αριστερός, ούτε δεξιός. Ένας άνθρωπος που είχε ελπίσει άλλοτε και τώρα δεν έχει ελπίδα και που νιώθει χρέος του να το πει αυτό. Βέβαια, άλλοι θα 'χουν ελπίδα, σκέφθηκε. Δεν μπορεί παρά να 'χουν."

Ο Αντώνης Σαμαράκης έγραψε αυτή τη συλλογή το 1954 και την εξέδωσε μόνος του, καθώς κανείς εκδότης δεν την ενέκρινε αρχικά. Ίσως επειδή θεώρησαν οτι δεν θα πουλούσε αρκετά. Η συλλογή έχει ανατυπωθεί 92 φορές και τα διαχρονικά της μηνύματα προκαλούν ένα ανατριχιαστικό, αναπόφευκτο δέος σε μια εποχή όπως η δική μας και σε μια χώρα όπως η δική μας, που όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν.

Ζητείται γραφομηχανή...
Ζητείται ραδιογραμμόφωνον...
Ζητείται τζιπ εν καλή καταστάσει...
Ζητείται τάπης γνήσιος περσικός... 
Ζητείται ελπίς.

Ακούτε εσείς οι πολιτευτές μας; Δε ζητούμε τίποτε παράλογο ή ουτοπικό, παρά την ελευθερία να ελπίζουμε, ώστε να ζούμε. Ανεξαρτήτως κόμματος, φυλής, φύλου ή θρησκείας. 

Ζητείται ελπίς. Άμεσα. Απεγνωσμένα. Επειγόντως.