Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Γερανοί, του Τάσου Λειβαδίτη

"Κι αργότερα, όταν με τόσες ελπίδες εγκατασταθήκαμε στο καινούργιο
σπίτι κι αλλάξαμε θέσεις στα έπιπλα
είδαμε πως δεν κρύβεται το παλιό μεγάλο σφάλμα μας και πως τα
πράγματα έχουν μια δική τους μοναξιά
και μια δική τους δικαιοσύνη. Ανοίξαμε τότε το παράθυρο κι είδαμε
τους γερανούς να περνούν.
Αλλά πoιο ήταν το σφάλμα μας; Ποτέ δε μάθαμε. Και μόνο καμιά φορά
μέσα σ' έναν εφιάλτη βρίσκουμε κάποια απάντηση
αλλά δε θέλουμε να την πιστέψουμε. Προς τι λοιπόν τόσα όνειρα αφού
όλα θα τελειώσουν κάποτε
και κανείς δεν ξέρει ποια θα 'ναι η κρίσιμη ώρα --
πράγματα που τ' ανακαλύπτεις όταν είναι πια αργά (πάντα ήταν αργά)
κι η ευωδιά ενός μαραμένου ρόδου είναι πιο τρομερή κι από 'να
φάντασμα.
Κάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια."

Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου, εκδόσεις Κέδρος

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

ΑναπάντεΧνα μικροσκοπικά διηγήματα: Ένα σημείωμα από τον συγγραφέα Χ. Κανδηλώρο





Το κείμενο που ακολουθεί είναι καμουφλαρισμένη διαφήμιση για το βιβλίο μου «Αναπάντεχνα» Μικροσκοπικά Διηγήματα, που κυκλοφόρησε προ ημερών από τις εκδόσεις “Mabrida” και που βιβλιοπαρουσίασε και βιβλιοανάλυσε στην παρούσα ιστοσελίδα ο κ. Κώστας Λεϊμονής. 

Αγαπητοί αναγνώστες του SCRIPTA MANENT υπάρχουν μερικοί πολύ σοβαροί λόγοι που με κάνουν να πιστεύω πως πρέπει να αγοράσετε χωρίς χρονοτριβή αυτό το βιβλίο:

Ο 1ος λόγος είναι ότι περιέχει πολλές σημαντικές ιστορικές πληροφορίες από το παρελθόν. Μπορώ να αναφέρω μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις: Πώς ακριβώς έγινε η ζημιά με το φίδι και την Εύα πίσω από την πλάτη του Αδάμ. Τι απέγιναν τα κλεμμένα μήλα των εσπερίδων. Ποιά ήταν η πραγματική έκβαση του πολέμου της Τροίας. Πως δεν επέλεξε την Κασσιανή ο αυτοκράτορας Θεόφιλος. Ποιά είναι η κρυφή αλήθεια για τη μονή Βατοπεδίου. Τι συνέβη στο μακρύ νησί που είναι απέναντι από το Λαύριο. Αυτό το βιβλίο περιέχει μόνον αλήθειες. Τίποτε από αυτά που γράφω δεν τα έβγαλα από το μυαλό μου. Είναι όλα εικόνες και ιστορίες από πρώτο χέρι, γιατί ήμουν εκεί...

Ο 2ος λόγος είναι ότι περιέχει αποκαλυπτικές πληροφορίες και για το μέλλον. Θα μάθετε σημαντικά γεγονότα που θα συμβούν σε σας, στην πατρίδα μας, αλλά και στον πλανήτη την επόμενη χιλιετία. Εξαιρετικά νέα έχω καταφέρει να συλλέξω από απόλυτα έγκυρες πηγές ειδικά για το έτος 3060, που θα είναι μια πλούσια σε γεγονότα χρονιά. Εσείς θα έχετε πεθάνει τότε, αλλά, δεν θέλετε να ξέρετε τι θα αντιμετωπίσουν οι απόγονοί σας;

Πρέπει λοιπόν να αγοράσετε τα «Αναπάντεχνα» οπωσδήποτε. Στη συνέχει όμως πρέπει και να τα διαβάσετε. Ένα βιβλίο που μένει πολύ καιρό αδιάβαστο μαραζώνει, κιτρινίζει, μελαγχολεί, δακρύζει και αρχίζει και στάζει στα βιβλία που βρίσκονται στα από κάτω ράφια της βιβλιοθήκης και τα μουσκεύει. Η ζημιά μπορεί να είναι μεγάλη. Αν πάλι παραμείνει ξεχασμένο σε ένα συρτάρι στο σκοτάδι, τότε το μελάνι εξατμίζεται και οι σελίδες γίνονται σιγά-σιγά τελείως λευκές και άδειες. Αντίθετα όταν ένα βιβλίο διαβάζεται από έναν καλό και αγαθό άνθρωπο τότε ευδαιμονεί (το βιβλίο) και αναδίδει ένα ωραίο άρωμα παλιού χαρτιού που τυλίγει τον αναγνώστη και τον εμποτίζει (τον αναγνώστη). Έχετε δοκιμάσει να χαϊδέψετε το εξώφυλλο ενός βιβλίου που αγαπάτε; Αν το κάνετε, κατ’ ιδίαν βέβαια, θα αισθανθείτε τις σελίδες να ανατριχιάζουν. Από ευχαρίστηση.


Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Ζωή σε στοίχημα

Από επίσκεψή μου στις φυλακές της Φιλαδέλφεια (Η.Π.Α.) το 2010


Η περίπτωση του κ. Ρωμανού δεν είναι καθόλου εύκολη. Δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με την ελευθερία στην εκπαίδευση υπό τη σκέπη της εγκληματικής ιδιότητας. Υπάρχει και η σύγκρουση του δικαιώματος για ζωή και αυτοδιάθεσης από τη μία και η υποχρέωση λύτρωσης από κίνδυνο ζωής εκ μέρους των γιατρών και των γονιών από την άλλη (άρθρο 307 του Ποινικού Κώδικα). Νομικά αντεπιχειρήματα μπορούν να εγερθούν πολλά και από τις δύο μεριές, όμως στο παρόν άρθρο θα μείνω σε κάποια βασικά σημεία.

Το δικαίωμα στη ζωή αποτελεί κατά τον γράφοντα "λειτουργικό δικαίωμα", έχει δύο άκρες. Αφενός ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να αναπτύξει ελεύθερα την προσωπικότητά του, άρα και  αυτοκαταστροφικά και αφετέρου το κράτος έχει την υποχρέωση να κρατήσει τον πολίτη σε ένα minimun επίπεδο διαβίωσης (άσχετο αν εν τοις πράγμασι το κάνει ή όχι). Παρεμφερές είναι το θέμα που είχε συζητηθεί πριν αρκετά χρόνια, για το κατά πόσο θα μπορούσε να τιμωρηθεί ο αποπειρών αυτοκτονία, καθώς η τελευταία, αν επιτευχθεί, δεν αποτελεί προφανώς έγκλημα, αφού θύτης και θύμα ταυτίζονται και το τελευταίο παύει να υπάρχει. Σε μια φιλοσοφική διάσταση δε, η αυτοκτονία αποτελεί τον ύψιστο - και πιο ατιμωτικό - τρόπο ελευθερίας και έκφρασης του ατόμου. Άρα, εν προκειμένω, πρέπει να εναρμονιστούν τα εξής: πρώτον, το δικαίωμα ενός εγκληματία (με τη νομική του όρου έννοια) στην εκπαίδευση, σε συνδυασμό με την υποχρέωση του κράτους για τον πλήρη (;) σωφρονισμό του και δεύτερον, η προστασία των νέων ανθρώπων και των πολιτών σε τυχόν υποτροπή του σε δημόσιο περιβάλλον, όπως ένα πανεπιστήμιο.

Η παρακολούθηση των μαθημάτων με στοιχειώδη αστυνομική προστασία, όμως έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες πώς θα φάνταζε; Ή η αναγκαστική σίτιση με αναισθησία και ορό ενός ενήλικα, ο οποίος εναντιώνεται ειλικρινώς και με ευθύνη γνωρίζοντας ότι μπορεί να προκαλέσει ο ίδιος ακόμη και το θάνατό του; Αναφέρω κάποιους νομικούς και κυρίως βιοηθικούς προβληματισμούς. Η λύση που προτείνεται να μπαλωθεί το ζήτημα με νομοθετική ρύθμιση, με νόμους κομμένους και ραμμένους για κάθε περίπτωση που ξαφνικά εμφανίζεται εμπρός μας, χωρίς ιστορικό προηγούμενο, δεν αποτελεί διέξοδο. Ένα δημοκρατικό κράτος πρέπει να είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή.

Εφόσον προβλέπεται νομοθετικά το δικαίωμα των εγκλείστων καταδικασθέντων να δίνουν εξετάσεις, πράγμα που ενισχύει τον σωφρονιστικό χαρακτήρα του ποινικού μας συστήματος, πρέπει να παρέχεται σε αυτά τα άτομα η δυνατότητα να συμμετάσχουν στις παραδόσεις της σχολής τους. Όσον αφορά τον τρόπο (του προτεινόμενου μέτρου), εδώ έρχεται να συνδράμει η αρχή της αναλογικότητας: με το προσφορότερο και ηπιότερο μέτρο προς εκπλήρωση του σκοπού του δικαιώματος. Η εξ αποστάσεως διαδικτυακή παρακολούθηση σε αίθουσα πολυμέσων σε συνδυασμό με την κατάργηση της υποχρέωσης αυτοπρόσωπης παρουσίας για τους καταδικασθέντες στο πανεπιστήμιο θα προσέφερε μία ικανοποιητική λύση και για τις δύο πλευρές. Ο αντίλογος ότι ο εκάστοτε κρατούμενος δεν αποτελεί φόβο για τη δημόσια τάξη αν του δοθεί εκπαιδευτική άδεια, καθώς εκτίει ήδη την βαριά ποινή του (θεωρία της ειδικής πρόληψης), αποκρούεται με το παράδειγμα του Χ. Ξηρού. (Δεν συγκρίνεται η βαρύτητα των εγκλημάτων αλλά οι τυχόν πράξεις των εγκληματιών.)


Ο κ. Ρωμανός αντιπροσωπεύει τον κάθε απλό καταδικασθέντα νεαρό (και όχι ήρωα, ήρωες δεν είναι τόσο εκείνοι που δεν θέλουν να φάνε, αλλά εκείνοι που δεν έχουν πράγματι να φάνε), ο οποίος δικαιούται να μορφωθεί. Ο κ. Ρωμανός πρέπει να εκπαιδευτεί, ενισχύοντας τον σωφρονιστικό χαρακτήρα της ποινής του κι αυτό πρέπει να το καταλάβει το κράτος. Ο κ. Ρωμανός πρέπει να ζήσει κι αυτό πρέπει να το καταλάβει ο ίδιος. 

Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Χάρης Κανδηλώρος: ΑναπάντεχΝα

Ακολουθεί η λογοτεχνική οπτική μου πάνω στη νέα και πολλά υποσχόμενη συγγραφική προσπάθεια του Χάρη Κανδηλώρου "Αναπάντεχνα", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Mabrida/Σοφιανός. Τον ευχαριστώ θερμά για την τιμή που μου έκανε να παρουσιάσω το νέο του βιβλίο, ακόμη μία φορά και από το ιστολόγιο αυτό.



21 “ανεκδιήγητα” διηγήματα – που δεν μπορούν να περιγραφούν δηλαδή – και αυτό γιατί ο X. Κανδηλώρος χειρίζεται άψογα τον ακροβατισμό ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Πατά γερά και με αξιοπρόσεχτη τεχνική πάνω στο λεξιλογικό πλούτο της ελληνικής γλώσσας και χωρίς να απομονώνεται στη λογιότητα της γραφής του, μας παραδίδει είκοσι συν ένα κείμενα που ο καθένας θα μπορούσε να χαρακτηρίσει διαφορετικά. Ο λόγος στα χέρια του δεν αποτελεί εν προκειμένω μονάχα το μέσο έκφρασης, αλλά και τον πηλό της δημιουργίας ή καλύτερα – για να προσεγγίσω και το αισιόδοξο, παιδικό πνεύμα του βιβλίου – την πλαστελίνη των προβληματισμών του. Είναι αφηγήματα; Παραμύθια; Ανεκπλήρωτα παιδικά όνειρα; Ή μήπως εν τέλει η διαπίστωση ότι οι άνθρωποι δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ; Σε όλους τους τομείς. Κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά, αλλά κυρίως ηθικά και ενδόμυχα.


Η συλλογή περιστρέφεται γύρω από τον κυρίαρχο άξονα της φαντασίας με πρωταγωνιστές τα ζώα, τη φύση, τα χρώματα και στο τέλος τον άνθρωπο, ο οποίος απομυθοποιείται και εν τέλει απογυμνώνεται από την κατ’ εικόνα σάρκα του. Και τότε έρχεται η τραγική διαπίστωση: το τι μένει, δηλαδή, αν βγάλουμε το περιτύλιγμα, το φαίνεσθαι. Την απάντηση έρχεται να μας δώσει η συνεχώς υποβόσκουσα αίσθηση λεπτής ειρωνείας που διαπερνά ολόκληρο το έργο. Οι χίμαιρες, οι μινώταυροι, οι σφίγγες, ο Πήγασος, ο Κένταυρος, οι ιπποπόταμοι παρελαύνουν αγέρωχοι και συμμετέχουν σε ένα συμβολικό παιχνίδι, καθώς δεν υπάρχει ήρωας που να μην αποτελεί και ένα σύμβολο, να μην υποδεικνύει και κάποιον συμβολισμό, να μην πολιορκεί και κάποια αλληγορία. Και εδώ έρχεται να αναδυθεί ένα από τα μεγαλύτερα προσόντα του βιβλίου: ότι δεν αποτελεί απλώς ένα δέσιμο 21 ασύνδετων ιστοριών χωρίς νόημα. Το αντίθετο. Οι ιστορίες προκαλούν την αντίδραση του αναγνώστη, τον κάνουν να σκεφτεί γιατί ειπώθηκε αυτό ή το άλλο. Για ποιο λόγο στους «Μικρούς θεούς» και στα «Μαθήματα ζωής», η εκκωφαντική σιωπηλή ενοχή μας, σκύβει το θλιμμένο της κεφάλι και υποκλίνεται στον οργουελικό κόσμο διοίκησης των ζώων; Σε κάποια στιγμή ρωτά ο μικρός ιπποπόταμος τη μητέρα του τι σημαίνει η λέξη συνετός. Τότε εκείνη του απαντά: «Αυτός που δεν σκέπτεται ανατρεπτικά όπως εσύ, αλλά κοιτάει το συμφέρον του. Πάρε τώρα αυτή τη μεγάλη πλάκα σοκολάτα και άδειασε το μυαλό σου από κάθε σκέψη.» Αλλού ένας γέρος με ολόλευκη γενειάδα απορεί γιατί το πιο προικισμένο ζώο της γης απέτυχε στον προορισμό που του είχε αναθέσει. Και απορούμε κι εμείς τελικά με ένα αμήχανο χαμόγελο. Όμως για λίγο. Διώχνουμε μεμιάς μακριά την ταμπέλα του ωχαδερφιστή, του συμφεροντολόγου. Εμείς δεν είμαστε τέτοιοι. Ποτέ δεν θα μπορούσαμε να είμαστε άλλωστε. Μόνο οι «άλλοι».

Μια ερμηνεία, που θα μπορούσε να συναχθεί, είναι και η εξής: «Ο άνθρωπος δεν διαχειρίστηκε σωστά τον άπλετο χώρο, χρόνο και μυαλό που του δόθηκαν. Η προθεσμία να σώσει τον κόσμο και την ψυχή του ήταν το άπειρο κι όμως, δεν πρόλαβε. Ο χώρος ήταν παντού γύρω του κι όμως, δεν χώρεσε. Αφού, λοιπόν, το πιο έλλογο ον αυτού του πλανήτη αντί να εξελίξει τις δυνατότητές του, έχει καταλήξει κοινωνικά και πολιτικά να ακολουθεί τα ζωώδη ένστικτά του, γιατί, λοιπόν, να συνεχίζει να κυβερνά πάνω στη γη; Ας δοθεί χώρος και στα θεωρούμενα μη έλλογα όντα να κυβερνήσουν. Ίσως το κάνουν καλύτερα.» Αυτή θα ’ταν, λοιπόν, μια σκέψη, και φανταστείτε, βγαλμένη μόνο μέσα από δύο μικρά αποσπάσματα... Οι ακούσιες ή εκούσιες επιρροές του συγγραφέα από το οργουελικό και αισωπικό μοτίβο γραφής εμφιλοχωρούν διακριτικά στα κείμενα. Ο καλύτερος τρόπος να ακονίσουμε τα «γιατί» μας είναι να ξεφυλλίσουμε τις σελίδες και να αναρωτηθούμε ακόμη περισσότερο, όπως για παράδειγμα στο «Συρταράκι του πορτμαντό»: Ο Υπουργός Δημοσίας Σπατάλης του κυβερνώντος κόμματος της Δημοκρατικής Δικτατορίας υποσχεσιολογεί ακατάπαυστα στην τηλεόραση, ενώ παράλληλα ο ήρωας αγοράζει περιχαρής μπαγιάτικα φρούτα και χαλασμένα λαχανικά. Ο συγγραφέας αναποδογυρίζει το λογικό και εξυμνεί το παράλογο. Πέρα από τη δευτερεύουσα οικολογική και φιλοπεριβαλλοντική συνείδηση που σιγοβράζει και στο «Ορκίζομαι», το έργο φλερτάρει εμφανώς με την καθημερινή υποκρισία σε συναλλαγές κάθε είδους: εμπορικές, πολιτικές, κοινωνικές. Το τραγικότερο, όμως, όλων είναι ότι εν τέλει οι αγοραστές, οι πολίτες και οι κοινωνοί αντίστοιχα, θυματοποιούνται με την απόλυτη συναίνεσή τους.

Οι έντονες αμφισημίες του έργου κορυφώνονται στο προτελευταίο διήγημα με τους πέντε κανόνες του σαβουάρ βιβρ, οι οποίοι απαιτούν την απόλυτη τήρησή τους, όπως άλλωστε και οι «αναντίρρητοι» νόμοι του κράτους ή αλλιώς «νόμοι της ζούγκλας».

Το ύφος, τέλος, ακολουθεί ένα κυματοειδές σχήμα και αυτό γιατί δεν παραμένει συνεχώς το ίδιο. Με το χιούμορ να κάνει συχνές εμφανίσεις ανάμεσα στη χαρμολύπη, την αισιόδοξη ή μη οπτική των πραγμάτων, το ρεαλισμό και το σουρεαλισμό, η γραφή καταφέρνει να προσελκύσει τους εν δυνάμει αναγνώστες και να κερδίσει τους εν ενεργεία. 

Ο Χ. Κανδηλώρος μ’ αυτή την δεύτερη εκδοτική του πρόταση μετά το “θεατρικό” «Πέρασμα» (εκδόσεις Δωδώνη, 2010), γράφει αντισυμβατικά, πράγμα που λειτουργεί προς τιμήν και του εκδοτικού οίκου που προωθεί το έργο. Δεν ακολουθεί την πεπατημένη: Ήρωας δεν είναι ένας άνδρας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα πάντα και πρέπει να αναπτύξει υπερδυνάμεις, για να τα βγάλει πέρα. Ούτε πρωταγωνιστεί κάποια γυναίκα που έχει χρόνια να ζήσει τον έρωτα και τον αναπολεί μέσα από 500 σελίδες πάθους που δεν έχει τίποτα να προσφέρει στη λογοτεχνία.

Τα κείμενα αυτά θα μας κάνουν να ταξιδέψουμε για μια σπιθαμή στο μέλλον, να ρίξουμε κλεφτά μια ματιά και γιατί όχι, επιστρέφοντας στο παρόν μας, ακόμη και να το διαμορφώσουμε... «Μια αστραπή η ζωή μας, μα προλαβαίνουμε», είχε πει ο μεγάλος Νίκος Καζαντζάκης. Θα μας κάνουν να νοσταλγήσουμε την παιδικότητα των νεανικών μας χρόνων, να περιμένουμε με καρτερικότητα τη σοφία των άλλων, πιο μεγάλων χρόνων, να παίξουμε με τον ακοίμητο έφηβο που κρύβουμε μέσα μας. Το βιβλίο αυτό το τελευταίο εξυμνεί. Αυτό το τελευταίο προστατεύει. Το μικρό παιδί που με χέρια και πόδια - εγκλωβισμένο στον απαγορευτικό τομέα των «μη» του μυαλού μας - γρατζουνά λυσσασμένα τις αισθήσεις μας, θέλοντας να ξεπηδήσει μέσα από την κολυμβήθρα της τέχνης. Και η λογοτεχνία μέσα από το γοερό, αλλά και συνάμα τόσο γλυκό του κλάμα, έρχεται να μας βρει με έναν μαγικό τρόπο: αναπάντε(χ)να.



Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Henrik Ibsen: Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg.
Μετάφραση - σχόλια; Θεοδόσης Α. Παπαδημητρόπουλος.

Οι οικογενειακές σχέσεις αποτελούν το κύριο συγκρουσιακό πεδίο στα ιψενικά έργα. Έτσι και εδώ, στον Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν, η μεγάλη πνευματική προσωπικότητα του Ερρίκου Ίψεν ακτινοβολεί το μεγαλείο της. Σημαντική παράμετρος στη διαμόρφωση του έργου του υπήρξε το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε, ζώντας στον πυρήνα του καπιταλισμού που τρέφεται από τις ηθικές αξίες του προτεσταντισμού. Η οικογένεια, ως κύτταρο της αστικής παθογένειας, παρουσιάζει κι εκείνη τα συμπτώματα της τετραλογίας: "ύβρις, άτη, νέμεσις, τίσις": Ο κεντρικός ήρωας, θεοποιώντας το χρήμα και τη δόξα που αυτό επιφέρει, τελεί μία αλυσίδα υβριστικών πράξεων (αλαζονεία, υπεροψία, πλεονεξία) και στη συνέχεια τυφλώνεται από τη δόξα και και την ωραία αίσθηση που οι πρώτες προξενούν, με αποτέλεσμα να επιφέρει την οργή των θεών (του Θείου) και την τραγική και χωρίς οίκτο τιμώρησή του. 

Ο Ίψεν και σε αυτό το έργο (όπως επίσης και στους "Βρυκόλακες", το "Κουκλόσπιτο", την "Αγριόπαπια" και την "Έντα Γκάμπλερ") καταπιάνεται με μία εκφυλισμένη περίπτωση ηρώων, κυρίως μελών μιας οικογένειας και με φόντο το ρεαλιστικό σκηνικό χτίζει αντιήρωες και αριστουργηματικά παραδείγματα διαχρονικών τραγικών μορφών. Πέραν αυτών, εν προκειμένω στον Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν, κύριος προβληματισμός του συγγραφέα προβάλλει αυτός της θέσης του εξαιρετικού ατόμου μέσα στην κοινωνία, το πόσο μπορεί να επηρεάσουν οι αποκαλύψεις σκανδάλων το όνομα και τη φήμη αυτού του ατόμου στους φιλικούς του κύκλους και εν τέλει πόσο μπορεί να επηρεαστεί η προσωπικότητά του και ο ψυχισμός του. Οι αντιδράσεις και οι συμπεριφορές των ηρώων στο έργο δρουν δυικά: εξωτερικά - προς μια εξωτερική κατεύθυνση (αναλογισμός των πράξεων απέναντι στην κοινωνία) και εσωτερικά (απολογισμός των πράξεων από την ίδια τους την οικογένεια και τον ίδιο τους τον εαυτό).

Από τη βρετανική ομότιτλη παράσταση και
με πρωταγωνιστή τον εξαιρετικό Alan Rickman.
Ο μύθος του έργου: Άξονας της ιστορίας είναι η κατάρρευση μιας οικογένειας υψηλού κύρους και επιφανούς οικονομικής κατάστασης, όταν αυτή απογυμνώνεται πλήρως από την ενίσχυση του χρήματος. Όταν, με άλλα λόγια, υπάρχει μονάχα αυτό που απομένει: ο άνθρωπος. Οι ήρωες φτάνουν στο σημείο να αποκαλύψουν το πραγματικό τους πρόσωπο, να δηλώσουν ευθέως τις πραγματικές τους ανάγκες και απαιτήσεις, να δείξουν την αλήθεια που τόσο καιρό έκρυβαν και να σταματήσουν να προσποιούνται πια ως υποχείρια του χρήματος και της καλοπέρασης. Είναι τραγικό, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, κανείς να έχει ή να καμώνεται πως έχει "δούλους" και να αποτελεί ο ίδιος τελικά τον κύριο υπόδουλο του χρήματος. Η διαχρονική τύφλωση ενέπνεε ανέκαθεν τους μεγάλους συγγραφείς, ξεκινώντας ασφαλώς από τους μεγάλους Έλληνες τραγικούς (βλ. Σοφοκλή, Ευρυπίδη, Αισχύλο) και όχι μόνο (βλ. Πλούτο του Αριστοφάνη). Ο τόπος που διαδραματίζεται το έργο είναι περιορισμένος: ένα υποστατικό των Ρεντχάιμ, έξω από την πρωτεύουσα της Νορβηγίας, με το βουνό από πάνω του. Εκεί έχει αναγκαστεί να καταφύγει ο Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν (κεντρικός ήρωας) με την οικογένειά του, φιλοξενούμενοι όλοι τους από τη δίδυμη αδελφή της γυναίκας του, Έλλα (Ρέντχάιμ), με την οποία διατηρούσε προγαμιαίο δεσμό. Αν και προς το τέλος του έργου γίνεται φανερό ότι η γυναίκα του (Γκρούνχιλντ) πραγματικά τον αγάπησε, εντούτοις δίσταζε να του το δείξει. Παντρεύτηκαν κατά συνθήκη, επειδή το επέβαλαν οι κοινωνικές ανάγκες. Το χρήμα έδωσε αρκετά χρόνια παράταση στη σχέση του με τη γυναίκα του, μέχρι που όταν η οικογένεια πτώχευσε και αυτός αποφυλακίστηκε, εκείνος αποτραβήχτηκε και επέλεξε να απομονωθεί στο ιδιαίτερο ενδιαίτημά του στον πάνω όροφο του σπιτιού, έχοντας κόψει κάθε επαφή εδώ και μήνες με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Η τελευταία πράξη δεν δηλώνει τίποτε άλλο παρά τύψεις και ενοχές, απαξίωση του εαυτού του, αλλά και πρόθεση να καταβάλει κάθε του δύναμη από δω και πέρα ώστε να κάνει μια καινούρια αρχή και να ανανήψει ηθικά πρωτίστως κι ύστερα οικονομικοκοινωνικά. Η εξέλιξη της υπόθεσης ξεκινά μετά την αποφυλάκιση του Μπόρκμαν (έκτιση ποινής για οικονομικό έγκλημα το οποίο διέπραξε όσο ήταν διευθυντής τράπεζας) και μετά τον εγκλεισμό του στο δωμάτιο του άνω ορόφου του σπιτιού. Ο πρότερος βίος ξεδιπλώνεται αριστοτεχνικά μέσα από τους διαλόγους των προσώπων. Για αυτό και το δράμα είναι αναλυτικό: η ιστορία των ηρώων δεν εκτυλίσσεται επί σκηνής παρά μόνο στα τελευταία της στάδια, που φωτίζουν και τα προηγούμενα. 

Οι σχέσεις μεταξύ των ηρώων:
Α. Η σχέση μεταξύ των δύο αδερφών, της Γκρούνχιλντ και της Έλλα, ή αλλιώς της συζύγου και της κουνιάδας του Ιωάννη Γαβριήλ, ακολουθεί συνεχώς μια ανταγωνιστική γραμμή πλεύσης. Η πρώτη αποτελεί τη σύζυγο κατά συνθήκη και η δεύτερη τη σύντροφο κατ' επιλογή. Το γεγονός ότι η Γκρούνχιλντ γνωρίζει πως ο άνδρας της διατηρούσε στο παρελθόν σχέση με την αδερφή της θεωρείται δεδομένο στο έργο και δείχνει ακριβώς αυτή την φαινομενική απάθεια και αδιαφορία της προς εκείνον (το "φαινομενική" θα εξηγηθεί στη συνέχεια) . Η υποβόσκουσα κόντρα υπάρχει μεν, αλλά τουλάχιστον η γυναίκα του Ιωάννη νιώθει νικήτρια σ' αυτή τη μάχη, καθώς υπερτέρησε εκείνη έναντι της αδερφής της και τον παντρεύτηκε. Φαίνεται επομένως ότι η γυναικεία αντιζηλία δεν υποχωρεί ούτε μπροστά στην τόσο δεμένη συγγενική σχέση μεταξύ των δύο αδερφών. Εξαιτίας δε, της τεράστιας οικονομικής δυσπραγίας της οικογένειας του Ιωάννη Γαβριήλ, αναγκάζονται να προσφύγουν στην βοήθεια της Έλλα. Η περηφάνια υποχωρεί μπροστά στην ένδεια και την αδήριτη ανάγκη για επιβίωση. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο αδερφών παύει να υποβόσκει και ανεβαίνει πλήρως στην επιφάνεια στην περίπτωση του γιου του Ιωάννη Γαβριήλ και της Γκρούνχιλντ, τον Έρχαρτ, τον οποίο διεκδικεί η θεία του, Έλλα, με το σκεπτικό ότι αυτή τον μεγάλωσε το μεγαλύτερο μέρος της ανήλικης ζωής του. Από την άλλη, η μητέρα του, τον έχει καταστήσει (μερικώς) υποχείριό της, αφιερώνοντας πάνω του όλες της τις ελπίδες για τη συνέχιση του καλού ονόματος της οικογένειας. Θεωρεί το γιο της κτήμα της και όταν βλέπει ότι τον χάνει, επειδή εκείνος ερωτεύεται και αποφασίζει να εγκαταλείψει το σπίτι, ταράζεται. Στο βαθμό που δεν έχει κανένα άλλο στήριγμα στο τέλος να ακουμπήσει, καταφεύγει (ή προσφεύγει) στην αδερφή της για συμπαράσταση. Κίνηση που δηλώνει ότι ο μοναδικός και πιο ουσιαστικός φίλος που θα βρίσκεται πάντοτε δίπλα σου θα είναι η οικογένειά σου. 
Παρακάτω παρατίθενται δύο αποσπάσματα προς επίρρωση των παραπάνω θέσεων. Το πρώτο αφορά τη σημασία του "καλού ονόματος" στην κοινωνία (στη σκηνή που οι αδερφές μιλούν για τον κοινωνικό κύκλο του Ιωάννη Γαβριήλ) και το δεύτερο στον ετεροκαθορισμό της ευτυχία μας (η Γκρούνχιλντ αναρωτιέται αν πρέπει να επιτρέψει στον, ήδη βέβαια αποφασισμένο, γιο της να φύγει από το σπίτι ακολουθώντας τη μεγαλύτερη ηλικιακά αγαπημένη του.

Α π ό σ π α σ μ α 1ο, πράξη πρώτη:
Γκρούνχιλντ - κυρία Μπόρκμαν προς την αδερφή της, Έλλα: "Εξάλλου πρέπει να ομολογήσω πως είναι ελεεινό, ποταπό, πανάθλιο και μικροπρεπές να δίνουν τόση αξία στα λίγα χρήματα που έχασαν εξαιτίας του. Στο κάτω - κάτω, χρήματα ήτανε. Τίποτε παραπάνω."  (Ο Ιωάννης Γαβριήλ υπήρξε τραπεζίτης και παρέσυρε αρκετούς πελάτες του σε λάθος επενδυτικές κινήσεις)
Έλλα: "Συνεπώς, μένει πάνω ολομόναχος. Κλεισμένος στον εαυτό του."
Γκρούνχιλντ: "Ναι... μάλλον. Άκουσα πως κάπου - κάπου τον επισκέπτεται ένας γερο-αντιγραφέας ή γραμματέας."
Έλλα: "Α, θα 'ναι ο Φόλνταλ. Οι δυο τους ήτανε φίλοι απ' τα νιάτα τους. Μονάχ' αυτό ξέρω."
Γκρούνχιλντ: "Ναι, θαρρώ, ήταν φίλοι. Εγώ δεν τον γνωρίζω καθόλου. Δεν ήταν του κύκλου μας. Όταν είχαμε ακόμα κύκλο..."

Α π ό σ π α σ μ α 2ο, πράξη τέταρτη:
Γκρούνχιλντ - κυρία Μπόρκμαν προς την αδερφή της, Έλλα: "Εσύ, θα τον άφηνες να κυνηγήσει την ευτυχία και τη ζωή πλάι της;" (για τον γιο της, Έρχαρτ)
Έλλα (Με εσωτερική θέρμη): "Ναι, μ' όλη μου την καρδιά. Θα τον άφηνα..."
Γκρούνχιλντ (Ψυχρά): "Τότε, μάλλον, έχεις μεγάλα αποθέματα δύναμης. Είσαι πλούσια."
Έλλα (Κοιτάζει σαν χαμένη μπροστά της, σαν να 'ναι στραμμένο το βλέμμα της πολύ μακριά): "Ίσως να 'ναι η στέρηση της αγάπης που 'χει πραγματικά τέτοια δύναμη."
Γκρούνχιλντ (Την κοιτάζει): "Αν ειν' έτσι, τότε γρήγορα θα 'μαι όσο πλούσια είσαι κι εσύ."


Β. Η σχέση του Ιωάννη Γαβριήλ με τα παιδιά του στο έργο είναι αρκετά χαλαρή. Ο ήρωας έχει αποστασιοποιηθεί, αφήνοντας την προσωπικότητά τους να αναπτυχθεί ελεύθερα ή έστω υπό τη μερική επίβλεψη της γυναίκας του. Στο κείμενο φαίνεται καθαρά ότι βρίσκονται σε ένα αρκετά ώριμο πνευματικό επίπεδο ( ο Έρχαρτ αναφέρεται μάλιστα στο κείμενο ότι είναι είκοσι ετών). Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, δεν συγχωρείται η πλήρης απάθεια του Ιωάννη Γαβριήλ απέναντί τους, ακόμη κι αν του καταλογιστεί το ελαφρυντικό ότι επί πολύ καιρό εξέτιε την ποινή του στη φυλακή. Εξ ου και η αποκοινωνικοποίησή του και η έντονη τάση απομόνωσης. Όμως δεν παραμελεί μονάχα τους άλλους αλλά και τον ίδιο του τον αυτό (βλ. τελευταία πράξη του έργου) Ο Ιωάννης Γαβριήλ αναζητά να βρει ξανά το καταποντισμένο του "εγώ" και να εκκινήσει από μηδενική βάση, για να ξαναχτίσει τα περασμένα του μεγαλεία. Ενδόμυχα γνωρίζει βέβαια ότι κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αδύνατο και έτσι δικαιολογείται και το δραματικό του τέλος. Στη δεύτερη πράξη συνομιλώντας με την κόρη του, Φρίντα, συμπεραίνουμε δύο πράγματα: π ρ ώ τ ο ν, το ότι η κόρη απευθύνεται στον πατέρα της και ο πατέρας στην κόρη του στον πληθυντικό, από απόσταση κυρίως και όχι τόσο από ευγένεια και  δ ε ύ τ ε ρ ο ν  τη συγκλονιστική σημασία της απάντησης της κόρης στο ποια είναι η πρώτη της σκέψη όταν παίζει μουσική:
Μπόρκμαν (Την κοιτάζει για λίγο): "Σας αρέσει να συνοδεύετε με τη μουσική σας χορούς; Από σπίτι σε σπίτι;"
Φρίντα (Φορώντας το παλτό της) : "Αν μου το 'χουνε ζητήσει, τότε... Άλλωστε, πάντα έχεις κάτι να κερδίσεις."
Μπόρκμαν (Εξετάζοντάς την): "Αυτή είναι η πρώτη και μοναδική σας σκέψη, όταν κάθεστε να παίξετε για ένα χορό;"
Φρίντα: "Όχι. Πρώτ' απ' όλα σκέφτομαι πόσο λυπάμαι που εγώ δεν μπορώ να χορέψω."
Μπόρκμαν (Της γνέφει): "Αυτό ήθελα να μάθω." (Πηγαίνει ανήσυχα πέρα - δώθε.) "Ναι, ναι, ναι - να μην μπορείς να συμμετάσχεις ο ίδιος, αυτό είν' το πιο θλιβερό." (Ακίνητος.) "Ένα, Φρίντα, τα βάζει, όμως, όλα στη θέση τους..."
Φρίντα (Τον κοιτάζει με απορία): "Και ποιο ειν΄αυτό, κύριε Μπόρκμαν;"
Μπόρκμαν: "Πως έχετε δέκα φορές περισσότερη μουσική μέσα σας απ' όση όλ' η συντροφιά μαζί."
Φρίντα (Γελάει αποφεύγοντάς τον): "Αχ, δεν είν' και τόσο σίγουρο."
Μπόρκμαν (Σηκώνει το δείκτη του επιτακτικά): "Ποτέ μη σας προδώσουν τα λογικά σας, ώστε ν' αμφιβάλλετε για τον ίδιο σας τον εαυτό."

Γ. Η σχέση του Ιωάννη Γαβριήλ με την Έλλα Ρέντχάιμ αρχικά υπήρξε έντονη, φλογερή, θα τολμούσε να πει κανείς. Το πάθος με μια γυναίκα που ήταν η αδερφή της συζύγου του. Αδιαμφισβήτητα σε πολλά χωρία του θεατρικού φαίνεται ότι η αγάπη του Ιωάννη Γαβριήλ προς την Έλλα ήταν πραγματική, για αυτό και, λίγο πριν τον συλλάβουν, είχε φροντίσει να φυλάξει τα χρήματα που της ανήκαν στο υπόγειο της τράπεζας, όπου δούλευε αν και δεν το παραδέχεται ευθαρσώς. Βέβαια στις σιωπηρώς συναγόμενες ερμηνείες πάντοτε υπάρχει ανταπάντηση και αυτή ακριβώς είναι η μαγεία της εκούσιας συγγραφικής σιωπής. Το ιδιάζον στοιχείο αυτής της σχέσης έχει να κάνει με το ανεκπλήρωτο της τυπικής της τελείωσης. Η Έλλα, με άλλα λόγια, θα ήθελε και επισήμως να είχε διαλέξει εκείνη ο Ιωάννης Γαβριήλ αντί της αδερφής της. Τα συμφέροντα, όμως, και τα σχέδια στρατηγικής υπαγόρευσαν άλλη μοίρα για τους δυο, έχοντας ξεχωριστές ζωές ο καθένας τους. Η Έλλα γνωρίζει ότι ο άνδρας, με τον οποίο ήταν ερωτευμένη, ήταν φιλόδοξος, φιλοχρήματος και εμμένων στους στόχους του ακόμη κι αν χρειαζόταν να θυσιάσει σημαντικά πράγματα, όπως η αγάπη του για εκείνη. Δεν περίμενε ποτέ όμως ότι στο τέλος θα έβαζε το χρήμα πάνω απ' αυτήν, πράγμα που τη συνέτριψε ολοκληρωτικά. Δικαιολογημένο απωθημένο της παραπάνω ερωτικής της απογοήτευσης ήταν ο γιος του άνδρα που αγάπησε, ο Έρχαρτ. Σ' αυτόν ήθελε να κληρονομήσει όλη της την περιουσία, καθώς ήταν άτεκνη και τον φρόντιζε από παιδί. Σ' αυτόν έβλεπε μέσα στα μάτια του τα απομεινάρια του Ιωάννη Γαβριήλ. Μέσω του Έρχαρτ νόμιζε ότι θα τον ξανακέρδιζε.

Σ' αυτό το σημείο παρατίθενται δύο θεσπέσια αποσπάσματα από τη δεύτερη πράξη του έργου, που μιλούν από μόνα τους με τέτοια τραγικότητα, που καθιστούν δικαίως τον Ερρίκο Ίψεν έναν από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς παγκοσμίως.

Α π ό σ π α σ μ α 1ο:
Μπόρκμαν: "Έχτιζα στέρεα πάνω στη νίκη μου."
Έλλα: "Και δεν αμφέβαλλες ποτέ για τη νίκη σου;"
Μπόρκμαν: "Έτσι' είν' ο άνθρωπος, Έλλα. Αμφιβάλλει και πιστεύει βαθιά την ίδια στιγμή. Για αυτό δεν ήθελα να πάρω μαζί μου στο αερόστατο τα έχεια σου."
'Ελλα (Με περιέργεια): "Γιατί, ρωτάω! Πες μου: γιατί!"
Μπόρκμαν (Χωρίς να την κοιτάζει): "Δεν παίρνεις μαζί σου στο κατάστρωμα, σε τέτοιο ταξίδι, ό,τι πολυτιμότερο έχεις."
Έλλα: "Το πολυτιμότερο το 'χες μαζί σου: τη ζωή σου την ίδια!"
Μπόρκμαν: "Η ζωή μας δεν είναι πάντα το πολυτιμότερο."

Α π ό σ π α σ μ α 2ο:
Έλλα: "Σκότωσες τη μεγάλη μου αγάπη." (Πλησιάζοντάς τον κι άλλο.) "Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Στη Βίβλο είναι γραμμένο πως υπάρχει μια μυστική αμαρτία που δεν παίρνει συγχώρεση. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω για ποια μιλάει. Τώρα το καταλαβαίνω. Η μεγάλη, η ασυγχώρητη αμαρτία είναι κείνη που διαπράττεις σα σκοτώνεις την αγάπη στην καρδιά ενός ανθρώπου."


Δ. Η σχέση του Ιωάννη Γαβριήλ με τη γυναίκα του, Γκρούνχιλντ, αποτελεί μια υποτυπώδη σχέση. Παντρεύτηκαν, γιατί έπρεπε να παντρευτούν. Έκαναν παιδιά, γιατί έπρεπε να κάνουν. Συνθηκολόγηση παρά συμβίωση θυμίζει η μεταξύ τους συνύπαρξη κι αυτή μετ' εμποδίων, καθώς στο τέλος βλέπουμε να έχει αποκοπεί κάθε σωματικό και ψυχικό στοιχείο μεταξύ τους. Αν και ο Ιωάννης Γαβριήλ δεν φάνηκε να ήταν ποτέ ερωτευμένος μαζί της, για αυτή συνέβη το αντίθετο, αφού και η ίδια τον ρωτά στην τρίτη πράξη: "Γιατί δεν ήρθες σε μένα να βρεις κατανόηση, όπως λες;" Ακολουθεί ο εξής διάλογος κλιμακούμενης έντασης: Μπόρκμαν: "Τι νόημα θα 'χε να 'ρθω σε σένα;"
Γκρούνχιλντ: "Αγάπησες μονάχα τον εαυτό σου. Αυτή είναι όλη η ιστορία με σένα."
Μπόρκμαν: "Αγάπησα τη δύναμη."
Γκρούνχιλντ: "Τη δύναμη... ακριβώς!"
Μπόρκμαν: "Τη δύναμη να δίνω ευτυχία στους ανθρώπους γύρω μου!"
Γκρούνχιλντ: "Κάποια στιγμή θα μπορούσες, με τη δύναμη που 'χες, να με κάνεις και μένα ευτυχισμένη. Το 'κανες;"
Μπόρκμαν: "Δε σώζονται όλοι απ' τον πνιγμό σ' ένα ναυάγιο." (...)
Γκρούνχιλντ: "Φρόντισα για την υστεροφημία σου"
Μπόρκμαν (Με ένα κοφτό και ξερό γέλιο): "Για την υστεροφημία μου; Μου ακούγεται λες και είμαι ήδη νεκρός."
Γκρούνχιλντ: "Είσαι."
Μπόρκμαν (Αργά): "Μπορεί και να 'χεις δίκιο." (Εξεγείρεται) "Αλλά όχι... Όχι ακόμα! Λίγο έλειψε και θα 'μουν. Μα τώρα ξύπνησα. Ξαναβρήκα το θάρρος μου. Η ζωή βρίσκεται ακόμα μπροστά μου. Βλέπω τη νέα ζωή να αχνοφέγγει, να με περιμένει σ' αναβρασμό... Κι εσύ θα τη δεις."
Γκρούνχιλντ: "Μην κάνεις όνειρα! Να μείνεις ήρεμα εκεί που κείτεσαι."

Η Γκρουνιλντ στην φράση της "Γιατί δεν ήρθες σε μένα να βρεις κατανόηση, όπως λες;" φανερώνει την πραγματική της αγάπη για το σύζυγό της. Ποτέ δεν έπαψε να τον περιμένει. Ήθελε να ξαναφιλιώσει μαζί του. Όμως η ίδια δεν έκανε ποτέ το πρώτο βήμα από ατολμία, εσωτερική πάλη και εγωισμό. Ο ίδιος ο Ερρίκος Ίψεν προς αποφυγή λανθασμένων ερμηνειών από τους αναγνώστες αναφέρει (Rieger, 132) ότι "το σημαντικότερο είναι πως η κυρία Μπόρκμαν αγαπάει τον άντρα της. Δεν ήταν κατά βάση μια σκληρή και κακιά γυναίκα. Ήταν μια γυναίκα αξιαγάπητη, που κατέληξε σκληρή και κακιά. Εξαπατήθηκε πρώτα για την αγάπη κι ύστερα για την ιδιοφυΐα του άνδρα της. Αν δεν είχε αγαπήσει η κυρία Μπόρκμαν τον άντρα της, θα τον είχε προ πολλού παρατήσει (πράγμα που δεν συμβαίνει στις περισσότερες επιφανειακές συζυγικές σχέσεις συμφέροντος και ενώσεως "καλών οικογενειών" των ημερών μας). Ακόμα και τώρα περιμένει, παρά τη διπλή εξαπάτηση της οποίας υπήρξε θύμα, τον "άρρωστο λύκο", που κάθε μέρα ακούει τα βήματά του. Όπως αυτός περιμένει τον "κόσμο", έτσι κι αυτή περιμένει εκείνον", καταλήγει ο συγγραφέας.

Φτάνοντας στο τέλος, είναι αναμφίβολη η επιρροή του Ερρίκου Ίψεν στο έργο των Τ. Ουίλλιαμς, Πιραντέλλο, Ο' Νηλ και Αρθ. Μίλλερ. Ενέπνευσε όχι μόνο ύστερους μεγάλους θεατρικούς συγγραφείς, αλλά κυρίως άναψε τη σπίθα του προβληματισμού στο κοινό των έργων του. Το έκανε να αρχίσει να ψάχνει πίσω από τα χαμόγελα, να αναζητά απαντήσεις πίσω από τις εύκολες λύσεις και εν τέλει να αναρωτιέται αν αγαπά αληθινά ή κατ' επίφαση, αν ερωτεύεται υπό όρους ή ανεπιφύλακτα. Το γραμμένο το 1896 έργο του Νορβηγού συγγραφέα προξενεί τριγμό ακόμη και σήμερα στα θεμέλια των μεγαλύτερων και σιωπηλών μας ανασφαλειών και για αυτό το λόγο, αποτελεί το σεισμό που δημιουργεί εκείνο το επώδυνο χάσμα ανάμεσα στο είναι μας και το φαίνεσθαι.


Η πρώτη νορβηγική έκδοση του έργου το 1896.

*Οι αναλύσεις αποσκοπούν να θίξουν κάποια συγκεκριμένα σημεία ιδιαίτερης σπουδαιότητας, κατά τον γράφοντα, του υπό εξέταση έργου και δεν αποτελούν λεπτομερειακή μελέτη όλων των πράξεων και των σκηνών.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Η σαγήνη της εξουσίας, η ήττα της ελπίδας





Έτυχε στην επιτυχημένη συνέχεια της ταινίας «Μνημόνιο ΙΙ» (2011-2012) να βρίσκομαι στο Βερολίνο. Η εκεί κυβέρνηση και ο κόσμος δεν αντιμετώπιζαν την Ελλάδα υποτιμητικά, αλλά ως τον Ευρωπαίο εταίρο, που αν και είχε δώσει κάποια άσχημα δείγματα γραφής στο παρελθόν, πίστευαν ότι θα εναρμονιζόταν με τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις του παρόντος. Με δυο λόγια, δεν υπήρχε λόγος να παραπονούνται, αφού έτσι κι αλλιώς δεν έκρυβαν την τοκογλυφική τους ιδιότητα. Άκαμπτοι και κρύοι, μας έβλεπαν ως νούμερα. Δεν τους ενδιέφερε η εικόνα εξαθλίωσης και ταπεινωτικής ένδειας των πολιτών της χώρας. Τους ένοιαζαν μόνο οι αριθμοί και τίποτε άλλο.

Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, το τραγικότερο όλων δεν ήταν η σκηνή αξιοπρεπέστατων ανθρώπων έξω από τα δικαστήρια και τους σταθμούς του μετρό να ψάχνουν τους κάδους απορριμάτων, δεν ήταν που κάθε εβδομάδα μαθαίναμε και νέο περιστατικό αυτοκτονίας λόγω κατάθλιψης, δεν ήταν που τα παντοπωλεία ξεπουλούσαν τα είδη προσφορών λες και υπήρχε Κατοχή, δεν ήταν που αρκετοί χώροι απασχόλησης μικρών παιδιών - επειδή οι γονείς τους δεν έβρισκαν πόρους να τα αναθρέψουν οι ίδιοι (!)- ήταν έτοιμοι να βάλουν λουκέτο. Το τραγικότερο όλων ήταν το ότι και η ίδια μας η χώρα μας αντιμετώπιζε ως  ν ο ύ μ ε ρ α. Ο υποψήφιος βουλευτής μας αντιμετώπιζε ως νούμερα. Ο παρατρεχάμενος του υποψήφιου βουλευτή μας αντιμετώπιζε ως νούμερα. Ο φίλος του παρατρεχάμενου του υποψήφιου βουλευτή μας αντιμετώπιζε ως νούμερα. Και εν τέλει δεν διαφέραμε σε τίποτα ως χώρα από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης: Χάσαμε όνομα, προσωπικότητα, φύλο, χρώμα και ηλικία. Το μόνο που μας απέμεινε ήταν η αντοχή να προσθέτουμε έξοδα, να αφαιρούμε συντάξεις, να πολλαπλασιάζουμε υποχρεώσεις και να διαιρούμε δικαιώματα. Καθημερινή μηχανική δουλειά υπό συνθήκες δουλείας για ένα, ίσως και μισό, κομμάτι ψωμί. «Έρχεται η ανάπτυξη!», «Έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα!» ακουγόταν με χαρά σε τηλεοπτικά παράθυρα και γραφόταν με παρρησία γνώμης σε ένθετες στήλες εντύπων. Σ’ αυτό το σημείο αναρωτιέται κανείς αν ζει κάπου αλλού κι αν πρέπει να ανησυχεί. Γιατί όλα παρουσιάζονται τόσο ωραία από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η ανάκαμψη βρίσκεται στην πόρτα και μας χτυπά το κουδούνι κι εμείς... Εμείς οι αχάριστοι μοιρολατρούμε χωρίς να ευγνωμονούμε τους κυβερνώντες μας που κάνουν το παντεσπάνι τους ψωμί, για να το δώσουν στους πληβείους που τους ψηφίζουν.

Ποιος είναι, όμως, ο μεγαλύτερος κίνδυνος; Να μην έχεις ελπίδα ή να σε κάνουν να ν ο μ ί  ζ ε ι ς  ό τ ι  έ χ ε ι ς  ε λ π ί δ α; Ίσως για ψυχολογικούς λόγους απαντηθεί αβίαστα το δεύτερο. Και στις δύο περιπτώσεις κυριαρχούν η κούφια υποσχεσιολογία, τα τεχνηέντως ύπουλα πολιτικά μηνύματα και τέλος η αδικαιολόγητη πλέον μανία για κατάληψη της εξουσίας ενός κράτους υπό κατάρρευση. Η ευθύνη πρέπει, όμως, να επιρριφθεί στα περισσότερα κοινοβουλευτικά κόμματα και αυτό διότι τα εγκλήματα τελούνται είτε διά πράξεως είτε δια παραλείψεως. Η αδράνεια, ο ωχαδερφισμός και η σιωπηρή ανοχή της οικονομικής κατακρήμνισης της χώρας – που εδράζεται βεβαίως στην ηθική της χαλάρωση – χωρίς πραγματική βούληση ανάληψης πρωτοβουλιών καθιστά όχι μόνο το κυβερνών κόμμα υπεύθυνο, αλλά και όλα τα υπόλοιπα, που σαν παρατηρητές της εξέλιξης των πραγμάτων αποσιωπούν σκάνδαλα και μεγάλες αλήθειες.

Αυτή η ανισόπεδη κατανομή ευθυνών λαμβάνει χώρα σε ένα πλαίσιο εφαρμογής νόμων αμφίβολης συνταγματικότητας. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε εν ολίγοις ότι δεν τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας των νομοθετικών διατάξεων που φορολογούν δυσβάσταχτα και επανειλημμένως την ίδια ακίνητη περιουσία του Έλληνα πολίτη, καθώς η αρχή της αναλογικότητας και του κοινωνικού κράτους δικαίου οφείλουν να παραχωρήσουν προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος υπό τον όρο όμως – και αυτό είναι το σπουδαίο σημείο της νομολογίας – ότι τα φορολογικά μέτρα και οι επαχθείς οικονομικές επιβαρύνσεις θα έχουν  έ κ τ α κ τ ο  κ α ι  π ρ ο σ ω ρ ι ν ό  χαρακτήρα, μέχρι να αποσοβηθεί ο κίνδυνος για το συμφέρον της χώρας. «Το συμφέρον της χώρας...» Ποιο είναι, άραγε το συμφέρον της χώρας; Ποιος το κρίνει; Ο συντακτικός νομοθέτης; Ο κοινός νομοθέτης; Τα δικαστήρια; Ή μήπως η κοινή γνώμη; Τα πάντα είναι ρευστά. Οι ερμηνείες αντί να διευκολύνουν τα πράγματα, τα καθιστούν ακόμη δυσκολότερα και ο κόσμος πελαγώνει: Η μικρομεσαία τάξη εξαϋλώνεται, οι μαθητές δοκιμάζονται στην οιονεί επαναφορά του παλιού συστήματος των δεσμών, οι ελεύθεροι επαγγελματίες αποδεκατίζονται και γνωστοί άγνωστοι συνεχίζουν να φοροδιαφεύγουν χωρίς να τους καίγεται καρφί για το ποιόν θα επιβαρύνει ο φόρος που εκείνοι γλιτώνουν. Οι ιδεολογίες πια έχουν πάψει προ πολλού να υπάρχουν. Πλέον υπερέχουν δύο κύρια κύματα: οι μνημονιακοί και οι αντιμνημονιακοί. Οι τελευταίοι έχουν διασπαστεί βέβαια σε τουλάχιστον είκοσι υποκατηγορίες, καθώς ο βασικός στόχος τους είναι μεν η αποπομπή των εκπροσώπων του ΔΝΤ στα γραφεία τους στο εξωτερικό (και ο από εκεί έλεγχος;), όμως από την άλλη διαφέρουν στην χάραξη ενός κοινού, ενός ενιαίου προγράμματος.

Αυτό το σαθρό κοινωνιολογικό και πολιτικό υπόβαθρο υπήρχε, όταν ξεπρόβαλε η αγανάκτηση και το μίσος του απεγνωσμένου για ελπίδα ψηφοφόρου. Αυτές οι συνθήκες συντρόφευαν το σκηνικό της υποτυπώδους δημοκρατίας μας (γιατί η ουσιαστική δημοκρατία, που σέβεται τους αδυνάτους και έχει ένα κράτος συνοδοιπόρο και όχι εχθρό του πολίτη, αποτελεί  π ρ ά γ μ α τ ι  το ιδανικότερο πολίτευμα), όταν βρήκαν πρόσφορο έδαφος οι θιασώτες του νεοναζιστικού κομματικού σχηματισμού. Πέτυχαν την επίκληση στο συναίσθημα του μέσου πολίτη, ο οποίος είχε λάβει μια βασική παιδεία πριν χρόνια και πατώντας πάνω στο φόβο του και στην τεράστια δυναμική της λαϊκιστικής νοοτροπίας, κατάφεραν ένα γερό πλήγμα στο ήδη τραυματισμένο μας πολίτευμα. Το λόγο, πλέον, έχει η Δικαιοσύνη.

Και τώρα τι; Ποια είναι η λύση; Επανάσταση; Δημοψήφισμα; Εκλογές; Η πρώτη έγινε το 1821 και μάλλον οι φουστανέλες έχουν πεταχθεί από το κράτος ή, κάποιες έστω, έχουν τοποθετηθεί στις προθήκες κάποιων λαογραφικών μουσείων. Πού να τις βγάζουν τώρα... Το δεύτερο προκηρύχθηκε με τόσο αδικαιολόγητο τρόπο το 2011 που ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζεται ως ανέκδοτο. Όσο για τις εκλογές, που αποτελούν πλέον το μοναδικό τρόπο έκφρασης πολιτειακής άποψης, τείνουν να παραχωρήσουν τη θέση τους στην αποχή ενός μεγάλου τμήματος του λαού που έχει σταματήσει να ελπίζει. Όπως είχε γράψει, άλλωστε, και ο Φραντς Κάφκα στο ημερολόγιό του (Franz Kafka, Αφορισμοί, μτφ: Β. Ρούπας, Α. Φιλιππάτος, εκδόσεις Ροές, 2009) «Αυτός που, όντας ακόμα ζωντανός, δεν καταφέρνει να αντιμετωπίσει τη ζωή, αυτός που χρειάζεται το ένα του χέρι για να παραμερίσει κάπως την απελπισία που του προξενεί η μοίρα του – πράγμα που μόλις και μετά βίας κατορθώνει -, ενώ με το άλλο χέρι μπορεί να γράφει για αυτά που βλέπει κάτω από τα ερείπια, διότι βλέπει με διαφορετικό τρόπο και περισσότερα πράγματα απο τους άλλους, δεν είναι νεκρός ενώ ακόμα ζει, δεν είναι αυθεντικός επιζών; Εντούτοις, αυτό προϋποθέτει ότι δεν χρειάζεται τα δυο του χέρια και περισσότερα πράγματα απ’ όσα έχει για να αγωνίζεται εναντίον της απελπισίας». 

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Ο αφισοκολλητής (protagon.gr)

«Όταν η αξία των ρούχων που φοράς ξεπερνά την αξία σου ως ανθρώπου, ξεκίνα το πούλημα». Έγραψα το παρακάτω άρθρο γνωρίζοντας ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις. Αλλά μόνο όταν αντιδράς, ζεις. Η μοναδική διευκρίνιση που έχω να πω είναι ότι δεν εννοώ συγκεκριμένο κόμμα στο άρθρο, αλλά όλα ανεξαιρέτως. Ευχαριστώ το protagon που μου έδωσε το βήμα να κοινοποιήσω στο ευρύ κοινό αυτό το αιχμηρό άρθρο.


Ποτέ μου δεν ανήκα πουθενά. Σε καμία φοιτητική παράταξη ή σε συνδικαλιστική ομάδα. Απολιτικός κατά Αριστοτέλη; Άραγε αυτό να εννοούσε ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος, όταν παρότρυνε τους κατοίκους της Αθήνας να συμμετάσχουν στα κοινά και στην πολιτική ζωή του τόπου; 
Οι επιπτώσεις του φανατισμένου συνδικαλισμού και της χρωματισμένης φοιτητικής φανέλας σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελούν προάγγελο της σύναψης πελατειακών σχέσεων με την κρατική εξουσία. Δεν χρειάζεται κανείς να σκέπτεται για πολλή ώρα τον λόγο. Ας ανοίξει ένα ιδιωτικό κανάλι την ώρα των ειδήσεων και θα καταλάβει πολλά. Πάρα πολλά. Οι αφισοκολλητές στις σχολές και τα πανεπιστημιακά ιδρύματα εξελίσσονται σαν τον πίθηκο του Δαρβίνου. Για αυτούς θα ανέπτυξε ο μεγάλος αυτός ερευνητής τη θεωρία της εξέλιξης. Οι αφισοκολλητές, λοιπόν, προοδεύουν. Μετά τα φοιτητικά πάρτι και τις συνελεύσεις, αποκτούν αξιώματα και βγαίνουν στην κοινωνία με το μέτωπο καθαρό. Η παράταξη στην οποία άνηκαν πάντα υπάρχει αφανώς από πίσω τους και τους σπρώχνει σε νευραλγικές θέσεις-κλειδιά. Μετά την αφίσα έρχεται το γραφείο σε άτομο «μεγάλου» κύρους, έπειτα έρχεται η επαύξηση αρμοδιοτήτων, όπως φερ’ ειπείν η συγγραφή λόγων βουλευτή ή και υπουργού κι ύστερα... Ύστερα, φίλοι μου, έρχεται η καρέκλα. Αυτή η τόσο βαριά καρέκλα που, αν και με παροδική κολλητική ταινία, ο κάτοχός της νομίζει ότι θα ΄ναι πάντα δεμένος μαζί της. Σας θυμίζουν κάτι αυτά που λέω; Μπορεί; Μπορεί και όχι; Δεν έχει σημασία αυτό. Σημασία έχει ότι ο κανόνας της tabula rasa στο κράτος αυτό δεν θα ισχύσει ποτέ. Έχω την αίσθηση ότι ποτέ δεν θα ξεκινήσει κανείς από κοινή αφετηρία, ώστε να φανεί ο ικανότερος στη διαδρομή ή κι αν ξεκινήσουν από κοινή αφετηρία στην πορεία αυτός που έχει πάρει τα αναβολικά θα διακριθεί. Ποιος θα ‘ναι αυτός; Ναι... Ναι... Πολύ σωστά μαντέψατε. Ο αφισοκολλητής. Είναι ντροπή; Για αυτόν σίγουρα όχι. Είχε το θάρρος και το θράσος να αναδειχτεί, να τους κάνει να τον αγαπήσουν και μετά μην τον είδατε. Ασφαλώς και δεν γενικοποιώ το φαινόμενο. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι δέκτες του μηνύματος αυτού του άρθρου, μπορούν να καταλάβουν τι εννοώ.
Πάντοτε προτιμούσα να παρακολουθώ τα γεγονότα και να αρθρώνω πολιτικό (και όχι κομματικό) λόγο με τους φίλους μου ως ένας πολίτης που του επιτρέπεται ακόμη να ψηφίζει από την υποτυπώδη μας Δημοκρατία. Μια de lege lata δημοκρατία που, χωρίς να σέβεται τον εαυτό της, δεν μπορεί να σεβαστεί ως επακόλουθο και τους ίδιους της τους εχθρούς. Τους εχθρούς που η ίδια δημιούργησε.
Είναι κακό να έχεις πολιτικό λόγο; Όχι, ασφαλώς. Θα έλεγα ότι είναι επιτακτικό μάλιστα. Είναι κακό να έχεις κομματικό λόγο; Όχι. Χωρίς το «ασφαλώς» εδώ. Όταν ο κομματικός λόγος είναι στηριγμένος στο συμφέρον της χώρας και όχι βασισμένος σε ατομικά συμφέροντα, όταν είναι δομημένος πάνω σε γερά επιχειρήματα και ανιδιοτελή κίνητρα και όχι σε σαθρά ποιήματα χρωματισμένης προπαγάνδας που συνήθως μαθαίνονται απ’ έξω, τότε ναι. Ο κομματικός λόγος είναι όχι μόνο επιτρεπτός αλλά και ευπρόσδεκτος από τον απέναντι, ό,τι κι αν υποστηρίζει. Το αντίθετο θα οδηγούσε σε μισαλλοδοξία και θα παρέπεμπε σε ιδεολογίες (νεο)ναζιστικής υφής, που είναι και της μόδας.
Αποτελεί οξύμωρο πλέον το γεγονός ότι αναρωτιόμαστε αν έπρεπε να γίνουμε κι εμείς αφισοκολλητές. Αν έπρεπε να βγούμε κι εμείς για ψάρεμα ψήφων. Αν έπρεπε κι εμείς να παίξουμε από φοιτητές τους «πρώιμους μεγάλους», να φορέσουμε τη γραβάτα και να βγούμε παγανιά. Όμως σταματώ να αναρωτιέμαι όταν, στη σκέψη όλων αυτών, θυμάμαι το εξής που είχε ειπωθεί πάνω σε μια στιγμή ρομαντισμού: «Όταν η αξία των ρούχων που φοράς ξεπερνά την αξία σου ως ανθρώπου, ξεκίνα το πούλημα».

To άρθρο στο protgon.gr

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Παγκόσμια ημέρα του παιδιού


Παγκόσμια ημέρα του παιδιού η 20η Νοεμβρίου και είναι αφορμή, για να μην ξεχάσουμε ποτέ όλα τα παιδιά που κάποια στιγμή θα αναγκαστούν να γίνουν "μεγάλοι", όλα τα παιδιά που μαρτυρούν από την εξαθλίωση σε τρίτες χώρες και τέλος όλα τα παιδιά που έχουμε εγκλωβισμένα στις αναμνήσεις μας. Κάποτε, άλλωστε, όλοι ήμασταν παιδιά...
Το παρακάτω απόσπασμα από το υπό επεξεργασία έργο μου "Αλλιώτικος Νόμος" προς τιμήν των αθώων ματιών που δεν έχουν μολυνθεί ακόμη απ' την περιρρέουσα καχυποψία...


« - Πόσα τα βρήκες σήμερα, παππού;» Αυτός φορούσε την αγαπημένη του γκρίζα ζακέτα. Είχε ρίξει το βάρος του σώματός του στα κάγκελα του μπαλκονιού και στηριζόταν στους δυο του αγκώνες.
- «Όσα και χθες, παρά ένα. Κάποιο θα μου ξέφυγε», είπε χαμογελώντας γλυκόπικρα στον εγγονό του. Ο τελευταίος τον έψαχνε, φωνάζοντας εδώ και ώρα δυνατά το όνομά του μέσα στο σπίτι, δίχως απόκριση. Μόλις είχε τελειώσει το διάβασμά του για το σχολείο και είχε τρέξει αμέσως να ακούσει τη συνέχεια της ιστορίας, που την προηγούμενη μέρα είχαν αφήσει στη μέση. Κάποια στιγμή είδε μέσα απ’ τα τζάμια του παραθύρου κάποιες γκρίζες τρίχες να ανεμίζουν ξέφρενα και τότε τον εντόπισε.
- «Και τώρα αυτό τι σημαίνει; Ότι θα τα ξαναμετρήσεις;», τον ρώτησε με παράπονο, φοβούμενος μήπως ο παππούς του διαθέσει τον χρόνο του στο μέτρημα των αστεριών παρά σε κείνον.
- «Αύριο πάλι. Ίσως επιστρέψει αυτό που μου ξέφυγε....» 
Ο μικρός φορούσε το ξεκούμπωτο πανωφόρι του, το οποίο κρατούσε γερά με τα δυο του χέρια, για να μη του ανοίξει από το σφοδρό άνεμο. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Για λίγα δευτερόλεπτα τού πέρασε η ιδέα απ’ το μυαλό να τον διευκολύνει και να μετρήσει σωστά εκείνος τα άστρα αντί για τον παππού του. Όμως έμεινε πάνω στην απόπειρα.
- «Το βράδυ, γιατί ο ουρανός είναι μαύρος;», τον ρώτησε, αφού κατάλαβε ότι κάθε προσπάθεια να υπολογίσει σωστά τις εκατοντάδες κουκκίδες θα απέβαινε άκαρπη.
- «Μερικοί», απάντησε ο ηλικιωμένος άντρας προσπαθώντας να συγκρατήσει μια σπίθα απογοήτευσης που γρατζουνούσε τα σωθικά του, «λένε ότι είναι σκοτεινός επίτηδες, για να μας βοηθήσει να εντοπίσουμε πεφταστέρια και να κάνουμε ευχές. Αυτόν τον καιρό έχουμε ανάγκη από πεφταστέρια. Διψάμε για ευχές που θα εισακουστούν ή έστω θα ακουστούν.» Ύστερα από μια μικρή παύση συνέχισε: «Άλλοι πάλι λένε ότι ο ουρανός είναι μαύρος, γιατί αντικατοπτρίζει τις ψυχές των ανθρώπων που κοιμούνται. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι η γη κρύβεται από το σύμπαν, από τον κόσμο που τη γέννησε, επειδή ντρέπεται για αυτά που έχει κάνει. Ό,τι και να ισχύει πάντως, πάντα ο ήλιος θα βγαίνει», συμπέρανε ο παππούς γλυκά και χτύπησε ενθαρρυντικά τον εγγονό του στην πλάτη.
- «Κι αν έχει σύννεφα; Πώς θα βγει τότε;»
- «Αν έχει σύννεφα, θα φύγει και θα γυρίσει, όταν αυτά εξατμιστούν εντελώς ή φύγουν απ’ αυτή την χώρα και ταξιδέψουν για άλλες περιπέτειες. Έλα, τώρα. Πάμε μέσα, γιατί θα κρυώσεις και να συνεχίσουμε κι από κει που είχαμε μείνει. Θέλεις;». Το παιδί έγνεψε καταφατικά. Τότε οι δυο τους έκαναν μεταβολή και κίνησαν να μπουν στον εσωτερικό χώρο του σπιτιού.
- «Και μια τελευταία ερώτηση», ακούστηκε ξαφνικά ο μικρός, γυρίζοντας και βλέποντας κατάματα τον παππού. «Όταν φεύγει από δω ο ήλιος, πού πηγαίνει;». Ο παππούς δε βιάστηκε να απαντήσει, αλλά όταν το έκανε, προηγήθηκε πρώτα ένας μικρός αναστεναγμός.
- «Σε όσους τον πιστεύουν. Εκεί πηγαίνει. Ω, ναι, εκεί. Σε όσους τον περιμένουν.»


Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Ελπίδα υπό αίρεση - Βραβείο Δοκιμίου Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών




Αγαπητοί φίλοι,
παρακάτω παραθέτω το βραβευθέν δοκίμιό μου πολιτειακής και κοινωνιολογικής υφής με τίτλο "Ελπίδα υπό αίρεση" ύστερα από κοπιαστική επεξεργασία. Χαίρομαι ιδιαιτέρως που μοιράζομαι την τελική του μορφή μαζί σας! 


        Η σύγκρουση μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας πολλές φορές είναι φαινομενική, καθώς η πρώτη γίνεται πηγή έμπνευσης για τη δεύτερη και η δεύτερη ισοπεδώνει συχνά το σουρεαλισμό της πρώτης. Στην Ελλάδα οι δύο αυτές έννοιες παλεύουν αναμεταξύ τους εδώ και αρκετά χρόνια. Συχνά δεν πιστεύουμε όσα ζούμε και δεν ζούμε όσα πιστεύαμε ότι θα ζήσουμε. Επικαλούμαι κι εγώ με τη σειρά μου την φαντασία του καθενός και εισχωρώ περιληπτικά στο περιεχόμενο ενός υποθετικού βιβλίου με τίτλο: «Μια κρίση για την εθνική κρίση». Θα σταθώ σε κάποια βασικά σημεία αναφοράς νομικού, πολιτικού και κοινωνικού κυρίως χαρακτήρα ξεκινώντας από τη θεμελιώδη έννοια της δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Δημοκρατική νομιμοποίηση καλείται η εξουσία που πηγάζει από την «εξουσιοδότηση εν λευκώ» της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος, του λαού δηλαδή, στους αντιπροσώπους του στο Κοινοβούλιο, έτσι ώστε να τον κυβερνήσουν σύμφωνα με το Σύνταγμα και πάντοτε με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Η δημοκρατική αυτή νομιμοποίηση είναι είτε τυπική, είτε ουσιαστική, είτε και τα δύο. Το πρώτο συμβαίνει όταν μία κυβέρνηση, αν και έχει χάσει την  ε μ π ι σ τ ο σ ύ ν η  τ ο υ  λ α ο ύ, έχοντας ικανή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, παραμένει στην εξουσία, προτιμώντας να κερδίσει πολιτικό χρόνο και να αξιοποιήσει στο έπακρο τη θητεία της. Το δεύτερο, η ουσιαστική νομιμοποίηση, συμβαίνει όταν μία κυβέρνηση είναι είτε προσφάτως εκλεγμένη, οπότε έχει «νωπή» λαϊκή εντολή, είτε έχει αντεπεξέλθει στις προσδοκίες του εκλογικού σώματος και κρατά με το μέρος της τους περισσότερους τουλάχιστον ψηφοφόρους από αυτούς που την ψήφισαν. Όταν μία κυβέρνηση έχει και τυπική και ουσιαστική νομιμοποίηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «ιδανική» με την πλατωνική ερμηνεία του όρου, πράγμα το οποίο συμβαίνει σπανιότατα και σε περιόδους συνεχούς κοινοβουλευτικής ομαλότητας.
      Η οικονομική πτώση της Ελλάδας αποτελεί πλέον γεγονός. Έχουμε εισέλθει εδώ και καιρό στη διαδικασία εκείνη, η οποία ξεκίνησε εν κρυπτώ χρόνια πριν και κατά την οποία η Ελλάδα, η χώρα μου, το κράτος σου, η πατρίδα μας, έχασε κάθε ηθική βάση, κάθε οικονομική προοπτική, έχασε τη διεθνή της αξιοπρέπεια και τώρα πια χάνει και την οικονομική της (μέρος της εθνικής) κυριαρχία. Αναρωτιέται κανείς αν το σημείο μηδέν έχει φτάσει ή βρίσκεται στο δρόμο. Το οξυγόνο στη φιάλη λιγοστεύει και το βάθος της θάλασσας παραμένει άγνωστο. Μέσα από όλη αυτή την κατάσταση, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία ιδιάζουσα περίπτωση: αντί να νομιμοποιεί ο λαός την κυβέρνηση, νομιμοποιεί η κυβέρνηση τον λαό. Η μεταβίβαση ευθύνης από τους πολιτικούς στους πολίτες οδήγησε σε μία παθητική νομιμοποίηση των τελευταίων να φέρουν μια βαριά κληρονομιά, χωρίς να έχουν την ευχέρεια αποποίησής της και έχοντας απολέσει, ειδικά η νεολαία, το άγραφο δικαίωμα στο εφικτό. Η ουσιαστική νομιμοποίηση έχει δώσει τη θέση της σε μία «α ν τ ί σ τ ρ ο φ η  ν ο μ ι μ ο π ο ί η σ η», μια νομιμοποίηση στο εκλογικό σώμα να δέχεται εκείνο, αντί του Κράτους και των υπεύθυνων για την κατάσταση πολιτικών, τη δημόσια κατακραυγή. Αυτό συμβλήθηκε, αλλά χρέωσε τους πολίτες βασιζόμενο σε μία εικαζόμενη συναίνεσή τους που ήρε όχι απλά το άδικο, αλλά κάθε άδικο.
     Και ενώ η υπογραφή των συμβάσεων διαδεχόταν η μία την άλλη, παράλληλα οι φοιτητές και φοιτήτριες της Νομικής Σχολής στην πρώτη τους παρακολούθηση του μαθήματος του Συνταγματικού Δικαίου μάθαιναν - και μαθαίνουν - για το διαχωρισμό των εξουσιών και το βαρύνοντα ρόλο τους στο δημοκρατικό μας πολίτευμα. Αντίστοιχα, το πρώτο μάθημα που μαθαίνει ο Έλληνας πολίτης κατά την ενηλικίωσή του είναι η άσκηση του υπέρτατου πολιτειακού δικαιώματος, δηλαδή του «εκλέγειν» και η μέσω αυτού διαμόρφωση των τριών εξουσιών: της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής λειτουργίας (η τελευταία ασκείται κατ’ έμμεση νομιμοποίηση, αφού τα μέλη της δεν διορίζονται και δεν εκλέγονται από το λαό αλλά από τα μέλη της εκτελεστικής εξουσίας).
    Παράλληλα όμως, αν ξεφύγουμε από το γράμμα των νόμων και δούμε κατάματα τη ρέουσα πραγματικότητα, αντιλαμβάνεται κανείς ότι υπάρχουν ακόμη δύο εξουσίες, πέραν των ανωτέρω ρητώς συνταγματικά κατοχυρωμένων εξουσιών, οι οποίες συνεπικουρούν το πολίτευμά μας: η  ε ξ ο υ σ ί α  τ η ς  (α ν τ ι κ ε ι μ ε ν ι κ ή ς)  ε ν η μ έ ρ ω σ η ς και η  ε υ ρ ω π α ϊ κ ή  ε ξ ο υ σ ί α. Αυτές οι δύο εξουσίες «προκαλούν» το ανοσοποιητικό σύστημα του Συντάγματος και συναποτελούν την «αχίλλειο πτέρνα» του, όταν και μόνο όταν δεν ασκούνται σύμφωνα με το συμφέρον της Χώρας.
     Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν το μέγα προνόμιο να ελέγχουν την κρατική εξουσία, να ενημερώνουν τους πολίτες και να μεταφέρουν τη φωνή του λαού, ενοποιώντας τις διαφορετικές απόψεις που προέρχονται από την κοινωνία. Από την άλλη, μπορούν να διαστρεβλώνουν την δημόσια εικόνα, να εξυπηρετούν συμφέροντα των εκάστοτε ιδιοκτητών τους, όπως επίσης και να μην τηρούν την κατά το Σύνταγμα οφειλόμενη ουδετερότητά τους. Στην Ελλάδα, δυστυχώς και σε αυτή την περίπτωση, πολλές φορές ισχύει η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.
    Αν έρθουμε δε και στην πέμπτη εξουσία, δηλαδή την εξουσία που πηγάζει από την κύρωση με μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία διεθνών συνθηκών μέσω των οποίων, για την εξυπηρέτηση του υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος, παραχωρείται μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας, τότε έχουμε την απόλυτη αποψίλωση του Συντάγματος και των τριών του εξουσιών. Ένα Σύνταγμα που δεν αυτοαναιρείται, αν και παρερμηνεύεται. Αποτελεί μεγάλο ζήτημα η έκταση της έννοιας του «δημοσίου συμφέροντος» ως άλλοθι εφαρμογής αντισυνταγματικών διατάξεων. Πρέπει οι εκάστοτε κυβερνώντες, που αποτελούν παράλληλα τους αντιπροσώπους και εντολείς του ελληνικού εκλογικού σώματος, να έχουν πάντα υπόψη τους ότι το Σύνταγμα πέρα από την οικονομική ελευθερία και το χιλιοειπωμένο «δημόσιο συμφέρον», είναι ανθρωποκεντρικό, διαχέοντας την προστατευτική του δύναμη στην ανθρώπινη αξία, τη μοναδική αξία που ναι μεν δεν κοστολογείται, αλλά έχει Τιμή και ως γνωστόν, όπου υπάρχει τιμή, μετά ζητούνται πάντα τα ρέστα.
     Όμως μέχρι πού εξικνείται η ισχύς του Συντάγματος; Επιτρέπει τον κατασπαραγμό των παιδιών του, των υπόλοιπων δηλαδή άρθρων του, που παρέχουν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα; Στο όνομα μιας σωστής κοινοβουλευτικής διαδικασίας, μπορούν τα ατομικά δικαιώματα να παραμεριστούν; Σαφώς και όχι. Συστηματικά ερμηνεύοντάς το, δεν μπορεί ο σκοπός να αγιάζει πάντα τα μέσα. Σκοπός, πέρα από το στόχο, σημαίνει και φύλακας. Σκοπός, φύλακας, του Συντάγματος είναι η ανθρώπινη αξία, η οποία διαθλάται στον αντίστοιχο λαό, που κατοικεί στην χώρα και σε όσους εκείνη φιλοξενεί. Δεν μπορεί να παραδεχτεί κανείς στον απέναντί του: «Επειδή σε σέβομαι, δε θα σε πυροβολήσω. Θα σου δώσω αντ’ αυτού είκοσι ισόποσες και ισόχρονες δόσεις δηλητήριο που θα επιφέρουν το ίδιο αποτέλεσμα, αλλά χωρίς να σου έρθει απότομα.» 
  Το Σύνταγμα παρέχει ελευθερίες ή δικαιώματα και επιβάλλει υποχρεώσεις. Πολλοί το βλέπουν ως προγραμματικό χάρτη με συμβολική σημασία, ως κάποιες σελίδες χαρτιού που η δύναμή του έχει ξεθωριάσει. Η ρυθμιστική ισχύς του Συντάγματός μας έχει καταλήξει να είναι η βωβή κραυγή μας σε όνειρα που μας κυνηγούν και περπατάμε σε αργή κίνηση. Όταν ένας ολόκληρος λαός επικαλείται το άρθρο 120 του Συντάγματος περί Επανάστασης, δηλώνει ότι οι νόμοι του Κράτους έχουν αποτύχει. Το «είναι» και το «πρέπει» αντί να αλληλοβοηθηθούν, αλληλοσπαράζονται. Κοινωνία και νόμος έχουν γίνει οι μεγαλύτεροι εχθροί. Όταν ο νόμος παραβιάζεται, είτε γίνεσαι ήρωας είτε ο χείριστος εγκληματίας. Είτε στιγματίζεσαι, είτε αδικείσαι από το σκληρό του γράμμα. Όταν αποτυγχάνουν οι νόμοι σε μία κοινωνία, έχει αποτύχει μαζί η ίδια η κοινωνία. Οι τρόποι συμπεριφοράς παραπέμπουν σε αλαλαγμούς βίας και οι δρόμοι μετατρέπονται σε κλαδιά. Οι σκύλοι μας επιτέλους μάς καταλαβαίνουν! Τα ποντίκια χώνονται στις τρύπες τους, γιατί καταλαβαίνουμε πλέον τα μυστικά τους. Έχουμε καταλήξει να μιλάμε τη γλώσσα τους, έχοντας αποτάξει τον ανθρώπινο μανδύα μας...
      Το Σύνταγμα θα μπορούσε να θεωρηθεί πως δρα σαν το  ε μ β ό λ ι ο: δεν θα πρέπει να μας τρομάζει, αλλά αντίθετα να μας θωρακίζει ενάντια σε όλα τα αντιδημοκρατικά «μικρόβια». Η επίκληση στο Σύνταγμα αποτελεί πάντα επίκληση στην αυθεντία. Υποστηρίζεται, δε, ότι, όταν κανείς φτάνει στο απώτατο σημείο απόγνωσης και επίκλησης του ανώτατου πολιτειακού χάρτη της χώρας, τότε κάτι δεν κυλάει σωστά στο εθνικό νομοθετικό δίκτυο και στην εφαρμογή των νόμων. Σίγουρα οι νόμοι αποτελούν τον καθρέφτη της κοινωνίας και σύμφωνα με τον ιστορικό Τάκιτο «οι κυβερνώμενοι έχουν τους κυβερνώντες που τους αξίζουν». Όμως η τάξη από την αναρχία διαχωρίζονται από το βαθμό της εθνικής υπομονής. Εκεί έρχεται το Σύνταγμα να προσφέρει τις διαιτητικές του υπηρεσίες.  
     Ακόμη κι αν επιθυμεί κάποιος να ξεφύγει από την καθημερινότητα της κρίσης, δεν μπορεί. Τηλεοράσεις, ραδιόφωνα και εφημερίδες ασχολούνται πλέον κυρίως με μονοθεματικά ζητήματα. «Ένα αγόρι λιποθύμησε στο σχολείο», «επανέρχονται τα συσσίτια», «κόβουν κι άλλο τις συντάξεις», «νέα μέτρα προτείνει το υπουργ…» και εκεί ο μέσος Έλληνας σβήνει την τηλεόραση, γνωρίζοντας ήδη από πριν το τέλος της πρότασης του δημοσιογράφου. Πολλές φορές αναρωτιέμαι πώς θα αντιμετώπιζε ο κόσμος την κρίση, αν αυτή συνέβαινε στον ίδιο βαθμό, αλλά σε ένα διαφορετικό κράτος της βόρειας Ευρώπης, λόγου χάρη στη Φιλανδία. Να υπογραμμίσουμε δε ότι στη Φιλανδία δεν χρειάζεται το ΕΕΤΗΔΕ (έ κ τ α κ τ ο  ειδικό τέλος ακινήτων), για να αυτοκτονήσει κανείς. Ήδη τα ποσοστά των αυτοχείρων είναι πολύ μεγαλύτερα συγκριτικά με όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Γίνεται προσπάθεια από το εθνικό Υπουργείο Υγείας (ή όπως αλλιώς ονομάζεται) αν δεν προσεγγίσουμε το έλλειμμα στο 3%, τουλάχιστον να φτάσουμε τα ποσοστά αυτοκτονιών σε εκείνα του ελλείμματος.
     Τι θα γίνει όμως τελικά; Θα επιστρέψουμε στη δραχμή; Στο τάλαντο; Στον φοίνικα; Θα γράφουμε πάνω σε πέτρες και θα ανακηρύξουμε σε εθνικούς ήρωες τους Φλιντστόουνς; Οι γιαγιάδες πρέπει να βγάλουν από τα μπαούλα τις πλερέζες και οι μανάδες τα λάβαρα για την επανάσταση; Ο στρατός πρέπει να ετοιμάζεται να βγει με τα άρματα (πάλι) ύστερα από κάποιες δεκαετίες στους δρόμους;
     Ο ελληνικός λαός έχει αντέξει πάρα πολλά και πάρα πολύ και πιστεύω, πέρα από το γεγονός ότι τυχαίνει να είμαι Έλληνας, πως κανένα άλλο έθνος στον κόσμο δεν θα υπέμενε τόσα πολλά χωρίς το βεβιασμένο χαμόγελο του Έλληνα, επιχειρηματία ή ανέργου, που νοιάζεται για αυτή τη χώρα και έχει μάθει να ζει μέσα στην κρίση, εξαιτίας της κρίσης, περιμένοντας να έρθει η Τελευταία Κρίση, για να τον λυτρώσει. Και δεν εστιάζω μόνο στη μεσαία τάξη που το Κράτος προσπαθεί να ισοπεδώσει, ούτε στην κατώτερη που αυτή τη στιγμή δεν την έχει μόνο εξολοθρεύσει, αλλά και ανακυκλώσει. Μιλώ και για τους ανθρώπους εκείνους, που προσπαθούν να ξετυλίξουν το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο, να ιδρύσουν νέες εταιρίες, να προβούν σε καινούρια εγχειρήματα, να προσφέρουν ανάπτυξη σε αυτό τον τόπο.
     Στη χώρα υπάρχουν δύο παράλληλες πραγματικότητες. Αυτή του παραδείσου και αυτή της αβύσσου. Κάποιοι, που συνεχίζουν να φοροδιαφεύγουν, μένουν ανεπηρέαστοι από την φορολογική κρίση και επειδή το κράτος δεν έχει ικανούς φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης μένουν και ατιμώρητοι. Από την άλλη, υπάρχει η οικογένεια με δύο παιδιά (με τρία και τέσσερα δεν θέλει – ή δεν αντέχει – κανείς να φανταστεί τι γίνεται) που, έχοντας για εισόδημα συνολικά 1.700 Ευρώ, πρέπει να συντηρήσει τέσσερα άτομα. Είναι τραγικό να μιλάμε για τέτοιες καταστάσεις και ακόμη χειρότερες το 2014 και όμως μιλάμε. Το ζήτημα είναι για πόσο ακόμη. Άβυσσος ή παράδεισος είναι τελικά αυτή τη στιγμή η Ελλάδα; Κάποιες σκέψεις εκθέτω. Ίσως και τα δύο. Ίσως μόνο το ένα με τη μορφή του άλλου («π α ρ ά β υ σ σ ο ς»). Και τα δύο πάντως εκτάσεις είναι. Το θέμα είναι να βρίσκονται εκτός ζώνης, μήπως και δεν φορολογηθούν.
      Στο Ποινικό Δίκαιο η κύρωση αφορά το κατασταλτικό μέρος της αντιμετώπισης των εγκλημάτων από την Πολιτεία. Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε το προληπτικό της μέρος. Το οικονομικό πρόβλημα της Χώρας δεν γεννήθηκε εν μία νυκτί, αλλά έγινε σταδιακά. Οφείλω να παραδεχτώ ότι ενδεχομένως είναι ένα  π ρ ό β λ η μ α  μ ε  π ρ ό γ ρ α μ μ α, η μοναδική δηλαδή περίπτωση, που ενώ όλοι οι προκάτοχοι του δημοκρατικού θρόνου που στεγάζεται στη Βουλή γνώριζαν ότι επίκειται, παρ’ όλα αυτά το μετέθεταν για την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Δεν υπολόγισαν όμως ότι η έννοια της μέρας κρύβει μέσα της τον ήλιο και ότι κάποια στιγμή αυτός θα φανέρωνε κάθε σκιά του προβλήματος.
     Στη Νομική Σχολή Αθηνών μάς μάθαιναν ότι ο μισθός του βουλευτή είναι υψηλός, γιατί αντιστοιχεί στο υψηλού κύρους δημόσιο λειτούργημά του, στις ώρες απασχόλησης με τη Βουλή και τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, όπως επίσης και στο τότε επαγγελματικό ασυμβίβαστο. Πώς είναι δυνατόν να φτάνεις τη χώρα σου σε χρεοκοπία και να βραβεύεσαι; Ακόμα προσπαθώ να το καταλάβω. Ο Χαρίλαος Τρικούπης είχε δημοσιεύσει κάποτε το «Τις πταίει». Απορώ αν ζούσε στις μέρες μας, ή μάλλον καλύτερα αν επιζούσε στις μέρες μας, όχι λόγω της κρίσης (θα είχε καλή σύνταξη ως πρώην Πρωθυπουργός), αλλά λόγω του σαθρού και ανταγωνιστικού πολιτικού συστήματος, αν θα έγραφε το «Τις πταίει» ή τελικά το «Τις δεν πταίει».
      Συνευθύνη έχουν όμως οι πολίτες; Ρητορικό ερώτημα σε μια εποχή γεμάτη ρήτορες. Και όλα αυτά γιατί συμβαίνουν; Ποιος ο πυρήνας; Μα το χρήμα, ασφαλώς! Η ζωή μας κινείται γύρω από αυτό, οι ρυθμοί μας το ακολουθούν, οι σχέσεις μας γοητεύονται, οι εχθροί μας ζηλεύουν. Ας σκεφτούμε έστω ότι πτωχεύουμε, τι είναι το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να κάνουμε; Να τρέξουμε στις τράπεζες ή να μείνουμε με το ανήλικο παιδί μας στο σπίτι; Να κάνουμε γρήγορα ανάληψη ή να συνεχίσουμε να κοιτάζουμε έξω από το παράθυρο; Με μια ενδεχόμενη πτώχευση τι θα άλλαζε; Το νόμισμα, ναι. Θα αλλάζαμε όμως και εμείς; Θα παύαμε να αγαπούμε την οικογένειά μας; Τον ή τη σύντροφό μας; Θα παύαμε να βλέπουμε τους φίλους μας; Ή μήπως δεν θα γιορτάζαμε πια τα Χριστούγεννα, επειδή δεν θα υπήρχε πια το Ευρώ; Αν ήταν διαφορετικά, θα τρώγαμε γαλοπούλα στις τράπεζες και θα κόβαμε βασιλόπιτα στο χρηματιστήριο.
      Ο κόσμος θα συνεχίζει να υπάρχει. Το αν η οικονομική επικοινωνία θα πάψει να είναι συμβατή για κάποιες χώρες χωρίς κοινό νόμισμα θα αποτελεί μια βαριά κύρωση - συνέπεια ανάληψης πολλαπλών ευθυνών και λανθασμένης πολιτικής διαχείρισης. Ας πάψουμε  επιτέλους να κυνηγούμε το χρήμα και να αρχίσουμε να κυνηγάμε την ίδια τη ζωή. Όποιος  ζει  μ ε  τ ο  χ ρ ή μ α  έχει κερδίσει το στοίχημα. Όποιος  ζει  γ ι α  τ ο  χ  ρ ή μ α  έχει  χάσει  τη  ζωή.

Μια χιουμοριστική απεικόνιση των κομμάτων
στις εκλογές του 2012
      Για την εύρυθμη, όμως, λειτουργία της πολιτικής ζωής και της συμμετοχής μας στη ζωή και τα κοινά του τόπου, παίζει μεγάλο ρόλο η  σ η μ α σ ί α  τ ω ν  κ ο μ μ ά τ ω ν. Τι πιο υγιές, όταν σε μία δημοκρατικά δομημένη πολιτεία υπάρχει πολυφωνία, πλουραλισμός και έκφραση διαφορετικών απόψεων. Το γεγονός αυτό θεσμικά αντικατοπτρίζεται στην ύπαρξη του φαινομένου ίδρυσης των πολιτικών κομμάτων, των φορέων έκφρασης πολιτικής βούλησης που αποσκοπούν στην νόμιμη κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας. Τι πιο δημοκρατικό και δημιουργικό παράλληλα από τη συμμετοχή νέων ανθρώπων με ιδεώδη σε πολιτικά κόμματα; 
      Εντούτοις, δεν υπάρχει λύση χωρίς πρόβλημα και πρόβλημα χωρίς λύση. Το πρόβλημα που δημιουργείται σε αυτή την περίπτωση είναι διττό: Πρώτον, τα αγαθά ή όχι κίνητρα των νέων αυτών ανθρώπων και δεύτερον η δημιουργία «νέων» κομμάτων από ανθρώπους σε (χρόνιο) πολιτικό κώμα.
     Σίγουρα ο ψηφοφόρος παίρνει το ρίσκο κατά την κρίσιμη ώρα της εκλογής να ψηφίσει ένα κόμμα που ίσως δεν τον αντιπροσωπεύει πλήρως. Αντεπιχείρημα βρίσκει κανείς στη σύγχρονη εθνική μας ιστορία, που αν και γνωρίζαμε τι ψηφίζαμε, εν τούτοις συμπεριφερόμασταν κατά ένα περίεργο τρόπο «αυτοκτονικά». Επιπλέον, η ίδρυση νέου κόμματος εννοιολογικά περιέχει τα εξής βασικά στοιχεία: Πρώτον, πρόκειται περί ίδρυσης και όχι συνέχισης, δηλαδή παρακλαδιού ή παραρτήματος ήδη υπάρχοντος κόμματος. Το δεύτερο βασικό στοιχείο είναι η λέξη «νέο». Από πού κι ως πού να ονομάζεται νέο ένα κόμμα του οποίου τα μέλη υπάγονταν προηγουμένως σε άλλον ευρύ κομματικό σχηματισμό; Πλέον δεν έχουμε να κάνουμε με το νομικό - τυπικό σκέλος της διαδικασίας, αλλά με το ουσιαστικό. Ποια η ιδεολογική διαφορά; Μα, θα μπορούσε να  αντικρούσει κανείς, ο Α ή ο Β αποχώρησε από ένα κόμμα, επειδή δεν τον εξέφραζε άλλο. Στην περίπτωση αυτή συγχωρούνται μόνο οι καλές προθέσεις και η δήλωση του Α ή του Β ότι νοιάζεται πραγματικά για το καλό αυτού εδώ του τόπου θα ελεγχθεί από το εκλογικό σώμα.
       Η ίδρυση πολιτικών κομμάτων μπορεί να αποτελεί έκφανση δημοκρατίας, αλλά όχι και πρόσχημα ενασχόλησης με τα κοινά, σε μία περίοδο την οποία μπορεί κάλλιστα ο καθένας να εκμεταλλευτεί για προσωπική ανάδειξη και επαγγελματική ανέλιξη. Δεν μπορεί αυτός που υποστηρίζει τη δημοκρατία (δημοκράτης), να την ανάγει σε επάγγελμα χειραγώγησης των απλών πολιτών που προσδοκούν ένα καλύτερο μέλλον (πόσο γραφικό μα και πόσο τραγικό παράλληλα ακούγεται παράλληλα αυτό το «καλύτερο μέλλον»...).
   Η Ελλάδα έχει πτωχεύσει πολιτικά και πολιτιστικά κυρίως. Δευτερευόντως, δε, οικονομικά. Πολιτικά, διότι τελείωσε η παραγωγή Τρικούπηδων και Βενιζέλων από το εργοστάσιο. Πολιτιστικά, διότι οι ηθικές αξίες των προγόνων έχουν γίνει το άλλοθι στα στόματα ανίδεων πολιτικών προσωπικοτήτων. Οικονομικά δεν χρειάζεται εξήγηση, τα λόγια περιττεύουν.   
    Το μεγάλο πρόβλημα με την χώρα μας είναι ότι γέννησε την πολιτική (με την αριστοτελική του όρου έννοια), άμεση Δημοκρατία και απέβαλε αμέσως μετά τους τρόπους της. Είναι υπερβολικό να ισχυριστεί κανείς ότι δεν υπάρχουν άξια άτομα να διοικήσουν τον τόπο, αλλά γιατί πρέπει να είναι γνωστά; Σε αυτό στηριχθήκαμε εμείς, το εκλογικό σώμα. Στο επίθετο και όχι στο όνομα, στη φήμη και όχι στην ουσία, στο «φαίνεσθαι» και όχι στο «είναι».
      Η Ελλάδα προσπάθησε να αυτοκτονήσει, όταν έκανε υπόκλιση σε ψεύτικες υποσχέσεις καλά εκπαιδευμένων σοφιστών της πολιτικής σκηνής. Αμέλεια εκ μέρους της, ασυνείδητη, ενσυνείδητη, θα δείξει... Το θέμα είναι ότι στο Ποινικό Δίκαιο κατά μία γνώμη, εφόσον δεν (θα έπρεπε να) τιμωρείται η απόπειρα αυτοκτονίας, είναι ευνόητο ότι δεν τιμωρείται και ο ηθικός αυτουργός της, αυτός δηλαδή που ώθησε το δράστη αλλά και θύμα στην αυτοκαταστροφή του. Το επιζών θύμα, όμως, δεν μπορεί να κυνηγήσει το δράστη. Έχει κίνητρο, αλλά καμία αποδεικτική βάση.
   Πάντοτε, πάντως, την πιο εύκολη απάντηση στους πιο δύσκολους καιρούς δίνουν οι εκλογές. Μία λέξη που προκαλεί στους βουλευτές το φόβο, στο λαό το αίσθημα της εκδίκησης, στα κανάλια τη δίψα της τηλεθέασης και στη χώρα την απειλή της αδράνειας. Εκλογές. Μία λέξη. Ένα επιχείρημα. Απειλή για την αντιπολίτευση. Όπλο για την κυβέρνηση. Ύψιστο δικαίωμα για το εκλογικό σώμα.
     Η εκλογική διαδικασία για έναν μη συνειδητοποιημένο δεκαοκτάχρονο ίσως αποτελεί μία βαρετή διαδικασία, μια ηθική και κοινωνική υποχρέωση, ένα οικογενειακό – κληρονομικό καθήκον ψήφισης συγκεκριμένου συνδυασμού. Ίσως ο κόσμος ψήφιζε διαφορετικά αν πάνω από την κάθε κάλπη υπήρχαν μεγάλα γράμματα που έγραφαν: «Τώρα διακυβεύεται το συμφέρον της Χώρας». Ίσως πάλι και όχι, διότι οι Έλληνες, αν και φτάνουμε περίπου το 20% των αναποφάσιστων πριν από κάθε εκλογική διαδικασία, οι περισσότεροι από εμάς πηγαίνουν με έτοιμο το ψηφοδέλτιο στην τσέπη ή στην τσάντα (ανάλογα με το φύλο).
  Η προκήρυξη εκλογών εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της κυβερνητικής πρωτοβουλίας. Το πότε θα διεξαχθούν εκλογές εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες, όπως από το ποσοστό λαϊκής αποδοχής του κυβερνώντος κόμματος στις περιβόητες (κατευθυνόμενες συχνά) δημοσκοπήσεις, από την ύπαρξη ή μη ουσιαστικής νομιμοποίησης (de facto έγκρισης του έργου της εκάστοτε κυβέρνησης) από το λαό, από τυχαίες περιστάσεις (βλ. πυρκαγιές 2004) ή από επιβεβλημένο εθνικό καθήκον (νυν – και αεί;- οικονομική κρίση) και άλλα.
     Στην τωρινή οικονομική κατάσταση οι εκλογές, υπό τις υπάρχουσες συνθήκες, φαντάζουν ως το «ελιξίριο της αθανασίας» που το παίρνει ένας ηλικιωμένος γνωρίζοντας εντούτοις ότι πίνει απλό νερό, μόνο και μόνο για να ξεγελάσει τη ψυχή του. Φαντάζουν ως την όαση μέσα στην έρημο, αν και γεμάτη κουνούπια, που μπορεί να ικανοποιήσει τα διψασμένα μάτια.
Σαφώς η διαδικασία των εκλογών αποτελεί το πλαίσιο άσκησης του ανώτατου συνταγματικού δικαιώματος κάθε ενήλικου πολίτη. Σαφώς και οι εκλογές αποτελούν την αμεσότερη μορφή δημοκρατίας και έκφρασης της λαϊκής βούλησης, Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που η λαϊκή βούληση δεν ανταποκρίνεται; Τι γίνεται όταν κυβερνά η  π λ ε ι ο    ψ η φ ί α  τ η ς  μ ε ι ο  ψ η φ ί α ς; Σωστά θα υποστηριχθεί ότι ήταν στο χέρι του κάθε πολίτη ξεχωριστά να κατέβει και να ψηφίσει έστω και λευκό ή άκυρο. Μήπως ο νομοθέτης θα έπρεπε να σκεφθεί για ακόμα μία φορά την αλλαγή του εκλογικού συστήματος; Σε κάθε περίπτωση, σε μία δημοκρατικά δομημένη κοινωνία η σωστή διαλογή της επιλεκτικής σκέψης του λαού θα οδηγήσει αναλογικά στο σωστό εκλογικό αποτέλεσμα. Άλλωστε, η Δημοκρατία τελεί υπό την εξής ιδιομορφία: είναι το μοναδικό πολίτευμα, το οποίο εγγυάται τη σταθερότητα, χωρίς να είναι το ίδιο σταθερό. Η βασιλεία, για παράδειγμα, κληρονομείται. Η δικτατορία επιβάλλεται. Η δημοκρατία, όμως, κερδίζεται και αντικατοπτρίζει κάθε φορά τα «θέλω» των εντολέων - ψηφοφόρων. Χρειάζονται, όμως, φωνές, πολλές φωνές. Η πολυφωνία αποτελούσε ανέκαθεν συστατικό στοιχείο του δημοκρατικού πολιτεύματος. Όλοι χωράνε. Εξάλλου, ποτέ ένα ουράνιο τόξο δεν έχει μόνο δύο ή τρία χρώματα. Προβληματίζομαι, αδιαφορείς, ψηφίζει, εκλέγουμε, αποφασίζετε, κυβερνούν. Αυτή είναι η σωστή κλίση του αρχικού «προβληματίζομαι» που τρέπεται στα αναλόγως κατάλληλα ρήματα εν όψει της άσκησης του υπέρτατου εκλογικού δικαιώματος.
     Δεν είναι λίγες οι φορές που για χάρη της εξουσίας, της δύναμης και της δόξας, επέρχεται η ομηρική «τύφλωσις», η οποία οδηγεί τον ήρωα στην ύβρη και στην επακόλουθη καταστροφή του. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση ο «μικρός πρίγκιπας» του Σαίντ Εξυπερύ θα «είναι υπεύθυνος για πάντα για το εκλογικό σώμα που έχει εξημερώσει» και εξηγούμαι: Το ηθικό χρέος εκείνων που κυβερνούν είναι τεράστιο. Με μια σωστή τους κίνηση, η οποία θα βασίζεται στο δρόμο της σωστής διπλωματίας και διαπραγμάτευσης, θα καταγραφούν στην ιστορία. Με μία λάθος κίνηση θα αποτελούν sos κεφάλαιο για τις πανελλαδικές εξετάσεις της Γ΄ Λυκείου Ιστορίας Κατεύθυνσης του 2030.
     Πολιτικοί έμπλεξαν την Ελλάδα, πολιτικοί θα την ξεμπλέξουν. Το γεγονός ότι ο λιγότερο ζωηρός γιος από δυο αδέρφια αρνείται να καθαρίσει την κουζίνα μαζί με τον αδερφό του, επειδή ο τελευταίος έσπασε τα πιάτα κυνηγώντας τον, δεν αναιρεί το ηθικό του χρέος να την καθαρίσει, επειδή ναζιάρικα λέει: «Δεν το έκανα εγώ». Η κατάσταση δεν αντιμετωπίζεται με χειρισμούς ανήλικης νοοτροπίας. Οι βουλευτές πρέπει να αντιληφθούν ότι επωμίζονται ένα τεράστιο βάρος πάνω τους: όχι το χρέος, ούτε τα μνημόνια, αλλά ένα βαρύ και ασήκωτο φορτίο που λέγεται «ελληνική παράδοση». Μόνο αν κοπεί η  σ υ ν ή θ ε ι α  τ η ς  π ε λ α τ ε ι α κ ή ς  σ χ έ σ η ς  μεταξύ κράτους – πολίτη, θα γίνει μία πραγματική προσπάθεια εξυγίανσης του ελληνικού πολιτικού χώρου και τότε θα πάρει σάρκα και οστά η φράση του Αριστοτέλη ότι «ο άνθρωπος είναι ζώον πολιτικόν». Μια φράση που μέχρι τώρα έχει μείνει μισή.
      Πρέπει, βεβαίως, να τονιστεί ότι η ευθύνη είναι αμφίδρομη. Για να μην γίνει αντικείμενο της εξουσίας μια έρημη χώρα, άδεια από ψυχικά αποθέματα, με κάπου στην άκρη μια ελπίδα αφημένη, πρέπει ο πολίτης να πάρει το μέλλον της στα χέρια του. Η νέα τάση της  α π ο χ ή ς  δεν είναι άποψη αλλά έμμεση αποδοκιμασία της δημοκρατίας. Αυτός που συμμετέχει, διοικεί, ψηφίζει, αποφασίζει. Σε κάθε περίπτωση η ψήφος μετατρέπεται σε φωνή, σε άποψη του καθενός Έλληνα ηλικίας 18 έως όσο πάει. Μα με ποια κριτήρια ψηφίζει ο νέος και με ποια ο ηλικιωμένος; Ο πρώτος ψηφίζει εκδικούμενος, γιατί δεν έχει στον ήλιο μοίρα και ο δεύτερος πάλι εκδικούμενος, γιατί δεν βλέπει ήλιο στη μοίρα που του φύλαξε η τύχη για τη σύνταξή του. Απέχω σημαίνει ότι δεν ενδιαφέρομαι για το ποιοι θα με κυβερνήσουν. Κάποιοι βλέπουν την αποχή ως μορφή διαμαρτυρίας. Δεν μπορούν να καταλάβουν, όμως, ότι αυτή η μορφή δεν έχει σχήμα και ότι αναλογικά ενισχύει κόμματα που δεν θα ήθελε καν ο ίδιος ο απέχων να ενισχυθούν. Απέχω δε σημαίνει έχω άποψη, όπως σθεναρά υποστηρίζεται. Αποχή σημαίνει δειλία, σημαίνει ότι δεν έχω το θάρρος της γνώμης μου να πάρω στα χέρια μου το μέλλον της χώρας μου, που με παρακαλά με τις εκλογές να τη βοηθήσω, να τις δώσω μία εναλλακτική λύση, όπως αντικατοπτρίζεται αυτή στο πρόγραμμα των δεδομένων πολιτικών κομμάτων. Άλλωστε, υπάρχει και η διέξοδος των λευκών/άκυρων (που στην ενισχυμένη αναλογική βοηθούν τα ποσοστά του πρώτου κόμματος, αλλά τουλάχιστον αποτελούν μορφή πολιτικής έκφρασης και συμμετοχής). Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε τη Δημοκρατία ως μία φίλη μας που μας προσκαλεί σε κάποια συγκέντρωση. Θα την επισκεπτόμασταν  με άδεια τα χέρια; Όχι βέβαια. Θα πηγαίναμε με το δώρο μας. Έτσι και στις εκλογές, το δώρο προς τη Δημοκρατία είναι η ψήφος μας. Μια ψήφος που δεν κοιτάζει χρώμα, φύλο ή θρησκεία. Προσαρμόζεται ανάλογα με τα «πιστεύω» του καθενός και όχι ανάλογα με την οικονομική ή κοινωνική του δύναμη. Αυτή τη μοναδική Κυριακή παύει να ισχύει το δίκαιο το ισχυροτέρου, έστω και για εικοσιτέσσερις μόνο ώρες. Τότε η τυπική με την ουσιαστική ισότητα συναντιούνται και περπατούν παράλληλα.
    Μονάχα η πολιτική παρρησία κατά την εκλογική διαδικασία οδηγεί στην ειλικρινή επιλογή και πραγματική ψήφο. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα φέρουμε στη μνήμη μας τα λόγια του Νίκου Καζαντζάκη: «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα. Είμαι λεύτερος.»
Πέρα από την πρώτη λύση των εκλογών στα προβλήματα που ανακύπτουν σε κρίσιμες πολιτικές περιόδους για τη χώρα, συνιστώσα δύναμη στην αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων αποτελεί και το ξεχασμένο όπλο του δημοψηφίσματος. Τα βασικά είδη του δημοψηφίσματος είναι δύο: Το υποχρεωτικό (αποφασιστικό) και το συμβουλευτικό (γνωμοδοτικό) προς την Κυβέρνηση. Το πρώτο, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ.β΄-δ΄ του Συντάγματος προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, δηλαδή τα δημόσια οικονομικά ζητήματα της Χώρας, εφόσον αυτό αποφασιστεί από 180 βουλευτές, ύστερα από πρόταση 120. Το δεύτερο είδος δημοψηφίσματος είναι το συμβουλευτικό. Δεν δεσμεύει δηλαδή νομικά την Κυβέρνηση, αλλά πολιτικά. Ο πρωθυπουργός αν δεν τηρήσει την ετυμηγορία του εκλογικού σώματος, οφείλει (η θ ι κ ο π ο λ ι τ ι κ ά) να παραιτηθεί ή να προκηρύξει απευθείας εκλογές. Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρο 44 παρ.2 εδ.α΄ του Συντάγματος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση 151 βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του υπουργικού συμβουλίου. Η απάντηση του λαού εκφράζεται με «Ναι» ή «Όχι» ή άλλο τρόπο που καθορίζει η Βουλή.
    Το γνήσιο δημοψήφισμα χάνει την αυθεντικότητά του, όταν χρησιμοποιείται συνήθως, για να δώσει το «λαϊκό χρίσμα» στον Πρωθυπουργό, ώστε να επανακτήσει την εμπιστοσύνη του λαού προς το πρόσωπό του. Σε αυτό το «προσωπικό» δημοψήφισμα ο λαός καλείται να αποφανθεί σε χρονική στιγμή και υπό συνθήκες που καθιστούν την απάντησή του προβλέψιμη.
     Το δημοψήφισμα σε περιστάσεις ύψιστου εθνικού κινδύνου ενδεχομένως υποδηλώνει την έλλειψη ηγετικής ικανότητας, καθώς ο εκάστοτε Πρωθυπουργός είναι εκλεγμένος όχι για να δέχεται συμβουλές σε κρίσιμες για την Χώρα στιγμές, αλλά για να δίνει εντολές. Η προσφυγή στο λαό είναι απολύτως σεβαστή, αλλά αυτό θα σημαίνει ότι η πολιτική ηγεσία του τόπου βρίσκεται σε αδιέξοδο. Πολλές φορές οι παρορμητικές αντιδράσεις των πολιτών μπορεί να οδηγήσουν σε μη αναστρέψιμα αποτελέσματα, που βασίζονται στην αγανάκτηση και την εκδίκηση του μαινόμενου εκλογικού σώματος. Για αυτό και η επιλογή του δημοψηφίσματος ενέχει μεγάλο κίνδυνο, χωρίς να παραγνωρίζεται η σπουδαιότητα της μεγάλης δόσης δημοκρατικότητάς του.
    Από το «εκλέγειν» και το δημοψήφισμα μεταβαίνουμε στο λαό, ως ύψιστο φορέα του δημοκρατικού αυτού δικαιώματος, το οποίο διαθλάται στα άρθρα του ελληνικού Συντάγματος. Οι πολίτες, λοιπόν, πέρα από τους κατά κύριο λόγο εκφραστές του πραγματικού δημοσίου συμφέροντος, φέρουν και το ρόλο των «κ α λ λ ι τ ε χ ν ώ ν  τ ο υ  δ ρ ό μ ο υ». Είναι η διπλή όψη του ίδιου νομίσματος. Καλλιτέχνες του δρόμου δεν είναι μόνο εκείνοι που προσφέρουν τα έργα τους, τους πίνακές τους, την πραμάτεια τους στα πεζοδρόμια των Εξαρχείων ή στην Καπνικαρέα. Δεν είναι μόνο εκείνοι που κάνουν γκράφιτι στους τοίχους παλαιών κτηρίων. Δεν είναι μόνο τα παιδιά που μπαίνουν κάθε μέρα στους συρμούς του μετρό δείχνοντας το «ταλέντο» τους μέσα από ένα ξεκουρδισμένο ακορντεόν. Είναι κι άλλοι. Άνθρωποι που ζωγραφίζουν το μέλλον τους πάνω σε ό,τι βρουν. Άνθρωποι που αφήνουν άλλους να μουτζουρώνουν το παρόν και να χλευάζουν το παρελθόν τους. Αν είσαι καλλιτέχνης του δρόμου, ξέρεις να δημιουργείς. Ξέρεις να φωνάζεις σιωπηλά, να σιωπάς αισθητά, να συμμετέχεις ενεργά, να εκφράζεσαι άφοβα. Γιατί ξέρεις ότι έχεις δίπλα σου τη φαντασία σου, που κανείς δεν μπορεί να σου κόψει. Τελικά, κανείς δεν ξέρει αν, όταν διαδηλώνει, είναι προτιμότερο να επικαλείται την ελευθερία της έκφρασης ή την ελευθερία της τέχνης... Η πρώτη ελευθερία τείνει να γίνει περιορισμός. Τα πλακάτ μιλούν χωρίς νόημα. Η Βουλή έχει κλειστά τα μάτια – παράθυρά της. Η ελληνική σημαία ανεμίζει ανήμπορη, σαν αιχμάλωτη κοπέλα πειρατών, παγιδευμένη στην πλώρη ενός πλοίου χωρίς προορισμό. Η φρουρά των ματ αντί να κλείνει το μάτ-ι στους συμπολίτες, τους κοιτάζει με θυμό, πολλές φορές μη δικαιολογημένο. Η πόλη κρατάει στην πολιορκία χιλιάδων πολιτών. Άλλη μία απρόσφορη απόπειρα έλαβε τέλος. Ο πατέρας γυρίζει στο σπίτι. «Τι έγινε; Πώς πήγε;», τον ρωτάνε. «Τα ίδια. Τίποτα», απαντά απογοητευμένος. Αυτό το «τίποτα» παράλληλα μεταφράζεται από τη φωνή του δημοσιογράφου στην τηλεόραση: «Η Αθήνα καίγεται». «Ίσα – ίσα πρόλαβες, γίνονται επεισόδια», ακούγεται η φωνή της συζύγου, ενώ ο ίδιος δε μιλάει.
     Τι παρέχει όμως το Σύνταγμα; Ελευθερίες. Δικαιώματα. Κάποιες υποχρεώσεις. Τότε γιατί βλέπουμε περισσότερες υποχρεώσεις και ελάχιστα δικαιώματα καθημερινά; Η πλάστιγγα αρχίζει και γέρνει επικίνδυνα προς τις πρώτες και παράλληλα με τον χρόνο γερνάει και η υπομονή των ανθρώπων. Ακούγεται άραγε η φωνή των παραπάνω «καλλιτεχνών»; Κι όμως. Η ενιαία φωνή τους σε μία δημοκρατική κοινωνία πάντα ακούγεται, μόνο υπό την προϋπόθεση της μαζικότητας και του μη χρωματισμού. Αν δεν μπουν στην άκρη τα όποια μικροπολιτικά και μικροπρεπή κριτήρια ιδεολογικού διαχωρισμού στην Ελλάδα, δουλειά δεν θα γίνει. Ο πίνακας θα μείνει ανολοκλήρωτος και όλοι θα αναρωτιούνται τελικά αν η Μόνα Λίζα γελάει ή όχι. Για να γελάσει η Μόνα Λίζα, πρέπει όλοι οι «καλλιτέχνες του δρόμου», η Μαρία, ο Γιάννης, ο Νίκος, η Άννα, η Ελένη, ο Παναγιώτης, η Ανθή, ο Στέλιος, να κάνουν το δικό τους έργο και να βγουν όλοι με ένα αίτημα, ένα σύνθημα, ένα σκοπό, μία φωνή και να πουν: «Ε ί μ α σ τ ε  ε δ ώ.» Όταν υπάρχει μια δυνατή φωνή, υπάρχει ανταπόκριση. Όταν οι φωνές είναι διαφορετικές, χάνονται στο πέλαγος του θορύβου τους.
      Σ’ αυτό το σημείο θα αφήσουμε πίσω για λίγο την αναζήτηση ρεαλιστικών λύσεων και θα προτάξουμε αντ’ αυτής την ανεύρεση διεξόδων στον φανταστικό κόσμο του κινηματογράφου προς αποφόρτιση του αναγνώστη και προς αναζωογόνηση της εθνικής διάθεσης. Άλλωστε, τι είναι η φαντασία; Το αρνητικό φιλμ της πραγματικότητας. Η υπόθεση, λοιπόν, της προτεινόμενης ταινίας έχει να κάνει με έναν ήρωα (Πινόκιο), ο οποίος προσπαθεί να πείσει με ψέματα τη θεία του και μοναδική συγγενή εν ζωή, Εξουσία, ότι αξίζει να του κληροδοτήσει την περιουσία της. Εκείνη, του απαντά ότι δεν θα είναι εύκολο, εκτός αν κατορθώσει να της δείξει το αντίθετο. Ο Πινόκιο τότε της παρουσιάζει ένα σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας. Οι χορηγοί της ταινίας, μιας συμπαραγωγής Γαλλίας και Γερμανίας, έχουν εναποθέσει πολλές ελπίδες στην εισπρακτική της επιτυχία, πιστεύοντας ότι θα κερδίσει την καρδιά του μέσου θεατή.
    Ο Πινόκιο κινείται γύρω από ένα μόνιμο άξονα, αυτόν της οικονομίας και χρηματοδοτικής αναστήλωσης της χώρας. Παρουσιάζει στην Εξουσία αρκετά σχέδια και εναλλακτικές λύσεις. Θα κατορθώσει ο Πινόκιο να πείσει με τα ψέματά του ότι μπορεί να τα καταφέρει ή θα του πει η Εξουσία «ΔίΝεΤου»; Η πολυπλοκότητα της οικονομικής επιστήμης και η υφέρπουσα δολιότητα του πολιτικού λόγου αποπροσανατολίζουν πολλές φορές τον πολίτη. Οι εκάστοτε πολιτικοί και μη «Πινόκιο» παραμελούν πλήρως τον πυρήνα του Κράτους και ασχολούνται με τα ηλεκτρόνια. Είναι σαν να προσπαθείς να κλείσεις τρύπες σε οδικό άξονα με την καλύτερη άμμο, παρά με το χειρότερο τσιμέντο. Σίγουρα τα χρήματα για ένα κράτος χρησιμεύουν όπως ο νοσοκομειακός ορός για έναν ασθενή, αλλά αν δεν ενισχύσεις και τους βασικούς κλάδους αρμοδιοτήτων του πρώτου, είναι σαν να αφήνεις τον ασθενή (Ελλάδα) ατάιστο και μόνο με τον ορό.
      Στον τομέα της Δικαιοσύνης, αν και είμαι ίσως από τους λίγους που υποστηρίζουν ότι υπάρχουν άξιοι δικαστές που κοπιάζουν καθημερινά να υπηρετήσουν τη δικαιοσύνη, παρ’ όλα αυτά το έργο τους μένει πράγματι ημιτελές. Αν σκεφτεί μάλιστα κανείς ότι, για να πάρει πίσω τα χρήματα που δάνεισε στον οφειλέτη του, χρειάζεται στην καλύτερη περίπτωση τρία χρόνια χωρίς να συνυπολογίζεται η δικάσιμος της έφεσης, τότε το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης κάπου χωλαίνει.
      Σχετικά με τον τομέα της εκπαίδευσης, οι μαθητές πρέπει να εισπράττουν  ε π ί δ ο μ α  π ε ι ρ α μ α τ ό ζ ω ω ν, το οποίο θα αντιστοιχεί σε δωρεάν κολατσιό κάθε δεύτερη Πέμπτη του μήνα, για την ψυχοφθόρα διαδικασία στην οποία υποβάλλονται, να προσαρμόζονται κάθε φορά στις ιδέες του εκάστοτε υπουργικού επιτελείου.
     Φτάνοντας στον τουρισμό, είναι ο λιγότερο πολύπαθος κρατικός τομέας που, αν δεν τύχει να πέσει ο τουρίστας σε απεργία μέσα Ιουλίου με καύσωνα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι με τη σωστή προώθηση των μαγευτικών τοπίων της χώρας μας, ίσως παίρναμε μια προσωρινή καλοκαιρινή ανάσα. - Το μέσο πίεσης της απεργίας όσων εργάζονται σε μουσεία και αξιοθέατα, όπως και σε μέσα μαζικής μεταφοράς, γίνεται εντονότερο και φέρει μεγαλύτερη πολιτική δυσφορία σε περιόδους μεγάλης τουριστικής κίνησης. Όμως το μέτρο και η κατάχρηση δικαιώματος πολλές φορές συγχέονται.
     Τέλος, θα είμαι λακωνικός στον τομέα της υγείας: το πρώτο πράγμα που πρέπει κανείς να κάνει δεν είναι η πληρωμή των ταμείων, όχι. Απλώς, πρέπει να προσεύχεται. Ίσως φανεί αποδοτικότερο.
     Χωρίς τα παραπάνω, η παραλλαγή της γνωστής ιστορίας του «Πινόκιο» ίσως να αποτελεί εν τέλει μία από τις πολλές ταινίες με προβλέψιμο τέλος. Η εισπρακτική της, όμως, επιτυχία δεν είναι προκαθορισμένη.
     Προσεγγίζοντας το τέλος, έχει φτάσει η ώρα να δοθούν κάποιες συγγνώμες, που αν δεν αναφερθούν εδώ, ίσως να μην θα αναφερθούν ποτέ. Είναι ανάγκη και μάλιστα επιτακτική. Ο γράφων αποποιείται πάσας ευθύνης πρόκλησης δυσάρεστων συναισθημάτων.
    Σ υ γ γ ν ώ μ η  π ρ ώ τ η - «Συγγνώμη, δεν έχουμε το φάρμακό σας.»: Ο κύριος Ευάγγελος (ονόματα και περιστατικά ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα), 68 χρονών, κέρδισε τη μάχη με τον καρκίνο του προστάτη. Ο φαρμακοποιός λόγω της κατάστασης που επικρατεί στη χώρα δεν μπορεί να τον εξυπηρετήσει. Εν προκειμένω ο κύριος Ευάγγελος νόμιζε ότι είχε κερδίσει τον πόλεμο και όχι τη μάχη. Δυστυχώς συνέβη το αντίθετο.
     Σ υ γ γ ν ώ μ η  δ ε ύ τ ε ρ η - «Συγγνώμη, δεν θα μπορέσω να σε παντρευτώ.»: Ο Άκης και η Τένια έχουν σχεδιάσει να παντρευτούν. Το τόλμημά τους αυτό βρήκε ως αντίκρισμα τα περίσσια χαμόγελα εκατέρωθεν των δύο οικογενειών, που τόσο ήθελαν να συγγενέψουν μεταξύ τους. Ο μισθός του Άκη περικόπηκε 50%, η Τένια απολύθηκε. Ο γάμος ματαιώνεται, τα χαμόγελα αναβάλλονται. Ο Άκης ζητά συγγνώμη και η Τένια μια άλλη αγκαλιά.
    Σ υ γ γ ν ώ μ η  τ ρ ί τ η - «Συγγνώμη, παιδί μου. Δεν ήξερα τι σε περίμενε.»: Η πιο δύσκολη συγγνώμη. Συγγνώμη ντροπής, λέξη που προκαλεί ρίγη, όταν την ακούει κανείς. Βγαίνει από το στόμα ενός γονιού, εκείνου του ανθρώπου που μας έφερε στον κόσμο. Δεν ήξερε τι θα αντικρίσουμε, σε ποια κοινωνία θα ανοίξουμε φτερά. Ίσως θα έπρεπε ο μύθος του Δαίδαλου και του Ίκαρου να είχε λογοκριθεί, όταν μας κοίμιζε. Δεν ήξερε ότι αυτό το «καλύτερο αύριο» θα έπαιρνε συνεχώς αναβολή. Αυτή η συγγνώμη δεν θα έπρεπε να ξεστομιστεί ποτέ.
     Έχοντας κάνει μια απαραίτητη νύξη σε κάποιες σημαντικές συγγνώμες που έπρεπε, έστω και για ηθικούς λόγους αυτής εδώ της ανάλυσης, να μνημονευθούν, έχει επέλθει η ψυχική κάθαρση. Κάποιες πινελιές ακόμα και ο αναφερόμενος προβληματισμός για την εθνική κρίση θα ολοκληρωθεί.
   Το μεγάλο προσόν της Ελλάδας ήταν πάντα ο  π ο λ ι τ ι σ μ ό ς  της και δεν το λέω με σοβινιστική πρόθεση. Είναι γεγονός. Η γλώσσα μας και η ιστορία μας μάς κράτησαν ζωντανούς στα κατάστιχα του παγκόσμιου γίγνεσθαι. Η Ακρόπολη, που κάθε φορά με απόγνωση κοιτάμε, μάς κλείνει συνωμοτικά το μάτι, ενώ το άλλο της μάτι τής έχει ήδη βγει. Θυσιάστηκε, για να γλιτώσουμε από το να μας βγει και το όνομα του μη πολιτισμένου λαού. Άκουσον, άκουσον! Η Ελλάδα που διοργάνωσε Ολυμπιακούς Αγώνες στα αγγλικά δεν έχει τρόπους; Η Ελλάδα που κέρδισε το πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, έρχεται ανάμεσα στις πρώτες χώρες στο στήσιμο ποδοσφαιρικών ματς; Η Ελλάδα, το 90% των κατοίκων της οποίας δηλώνουν χριστιανοί ορθόδοξοι, ξέχασε να αγαπά τον πλησίον της; Απλώς αναφέρω γεγονότα και φαρισαϊσμούς. Όποιος υπερηφανεύεται για τα καλά του, μάλλον έχει δανειστεί τον καθρέφτη της μητριάς της χιονάτης και δεν βλέπει ότι στην πλάτη του οι κινηματογραφικές συμμαθήτριες της Παπασταύρου του έχουν κολλήσει μια σειρά από επιθετικούς προσδιορισμούς. Και ενώ αναστενάζουμε για το τι είχαμε και πώς το χάσαμε, η μόνη γραμμή άμυνας και το μέλλον της χώρας βάλλεται: η παιδεία. Πλέον η παιδεία πολιορκείται νυχθημερόν και λίγο ακόμα αν ανοίξει η Κερκόπορτα της αμάθειας και της νωθρότητας των καιρών, η Πόλη θα αλωθεί στο άψε-σβήσε. 
     Η Ελλάδα θα έπρεπε να είχε χτίσει το δικό της, νέο πολιτισμό χωρίς να γαντζώνεται σε ένα παρελθόν που καταντά γραφικό και χωρίς να προσπαθεί να κρύψει την κοινωνικοπολιτική αποχαύνωσή της πίσω από μια πεσιμιστική διάθεση, που καλλιεργείται από όσους ποντάρουν στην ψυχολογική της ισοπέδωση. Η πρόκληση φόβου ήταν ανέκαθεν το μεγαλύτερο όπλο επιβολής της ανώτερης πολιτικής βούλησης. Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε γράψει: «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει[...] Η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά[...] Από την ώρα που ο Φράνκενστάιν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται.» Η μοναδική δικαιολογία για αυτή την ανεξήγητη σιγή που βασιλεύει σε κάθε είδους κάμπο, βουνό και πεδιάδα της Επικράτειας είναι ότι  φ ω ν ά ζ ο υ ν  μ ό ν ο  ό σ ο ι  έ χ ο υ ν  ε λ π ί δ α. Το έργο του Αντώνη Σαμαράκη «Ζητείται Ελπίς» κοντεύει με την τωρινή υποβόσκουσα πρακτική να λογοκριθεί μαζί με τον «Αγώνα» του Χίτλερ.
     Η Χώρα χρειάζεται μέλλον, φως και ελπίδα. Συνήθως όλες οι προτάσεις έχουν αρχή, μέση και τέλος, όμως η προαναφερόμενη περιέχει μόνο τα δύο πρώτα και αυτό, γιατί δεν υπάρχει φαινομενικά προοπτική, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα. Η Ελλάδα βρίσκεται σε συνεχή πτώση. Από Ονομαστική, πήγε Γενική: «Γίνεται της Ελλάδας», μετά Αιτιατική: «...την Ελλάδα» και στο τέλος πήγε Κλητική: «Α, ρε, Ελλάδα!» Αυτή η κυλιόμενη πτώση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μόνοι που δικαιούνται να μιλάνε για το μέλλον του λαού, είναι αυτοί που το κατέστρεψαν και οι οποίοι – αν και υποχρεούνται- δεν ξέρουν πλέον πώς να το εξασφαλίσουν. Είναι πασιφανώς σουρεαλιστικό, μα παράλληλα και τόσο ηθικά επιτακτικό.  Ο χρόνος χάνει τη σημασία του. Οι χρόνοι χάνουν τη δική τους. Ένδοξοι Παρατατικός, Αόριστος και Υπερσυντέλικος, έχουν αντικατασταθεί από έναν αξιοθρήνητο αφηγηματικό Ενεστώτα. Ο Μέλλοντας είναι μόνο στιγμιαίος. Εξακολουθητικός δεν υπάρχει καν. Για το μέλλον, δε, των νέων χύνονται άπλετα λίτρα μελανιού, παίρνονται εκατοντάδες συνεντεύξεις και γίνονται δεκάδες εκπομπές. Και δεν μελαγχολώ τόσο με την ιδέα του πώς θα διαμορφώσουμε το δικό μας μέλλον, αλλά με το ότι  α υ τ ό  τ ο  μ έ λ λ ο ν  α π ο τ ε λ ε ί  π α ρ ά λ λ η λ α      κ α ι  τ ο  π α ρ ε λ θ ό ν  τ ω ν  π α ι δ ι ώ ν  μ α ς.
    Έχουμε πλέον φτάσει στο σημείο να διαμορφώνουμε τη ζωή μας χωρίς πρόγραμμα. Ταξιδεύουμε στο άγνωστο με βάρκα κάποια ελπίδα, κοιτάζουμε μέσα σε μία από τις πολλές γυάλινες σφαίρες που μας κληροδότησαν οι νόμιμα εκλεγμένοι και ουσιαστικά αποδυναμωμένοι στην πολιτική τους μοναξιά εκπρόσωποί μας. Αν, πάντως μου πρότειναν να στοιχηματίσω μεταξύ του προσωρινού παρόντος ή ενός αβέβαιου μέλλοντος, θα διάλεγα ενστικτωδώς και μόνο το δεύτερο χωρίς καν να συμβουλευτώ τη δελεαστική γυάλινη σφαίρα.
    Μπορεί προς το παρόν η Ελλάδα να πολιορκείται, αλλά είναι ελεύθερη. Ο φόβος έχει γίνει το μαξιλάρι του ύπνου μας, όμως κατά τον εθνικό μας ποιητή στους Ελεύθερους Πολιορκημένους του: «Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν, εκείθε με τους αδερφούς εδώθε με τον Χάρο.» 




   Η αλήθεια είναι ότι όλα ακούγονται ωραία, όταν είναι απρόσωπα. Όταν συμβαίνουν στο διπλανό και όχι σε εμάς τους ίδιους... Μα ποιος είναι άραγε ο δίπλα; Ο δίπλα είναι ο προηγούμενος του επόμενου και ο επόμενος του προηγούμενου. Ο δίπλα είναι ο σπασμένος μας καθρέφτης, χάρη στον οποίο δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε το είδωλό μας. -Τι τραγικό αν σκεφτούμε ότι είδωλο ονομάζουμε και το πρότυπο!- Ο δίπλα είναι ο εσύ, ο εγώ, η αυτή, οι εκείνοι, που δεν προλάβαμε να μάθουμε ή που ενώ μάθαμε, δεν προλάβαμε να γνωρίσουμε. Ίσως και να βιαστήκαμε να κρίνουμε. Αυτό ήταν πάντοτε το μεγάλο μας πρόβλημα. Το εγώ. Το «τις πταίει». Πάντοτε ερωτήσεις μερικής άγνοιας και ποτέ ολικής. Κι αν φταίω εγώ; Δεν είναι   δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο! Πού ακούστηκε;
     Τ α  π ά ν τ α  ξ ε κ ι ν ο ύ ν  α π ό  ε μ ά ς. Εσένα, εμένα, το διπλανό, που ούτε καν το όνομά του ξέρουμε, παρά μόνο ότι κάθε βράδυ παίρνει ένα πακέτο τσιγάρα από το απέναντι ψιλικατζίδικο και πετάει τη σακούλα των σκουπιδιών (ανακύκλωσης) γύρω στις 12.30 το βράδυ. Κατά τα άλλα, ποιος νοιάζεται;
     Η κλίση της προσωπικής αντωνυμίας είναι αρκετά εγωιστική. Ξεκινά από το εγώ. Ίσως αν ξεκινούσε από το εμείς, να έπιαναν τόπο και τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη. Ψυχορραγούμε και αντί να κοιτάξουμε τη δική μας πληγή, μπήγουμε το μαχαίρι του διπλανού μας ακόμη πιο βαθιά, για να πονέσει περισσότερο. Η τήρηση των (δίκαιων) νόμων και του Συντάγματος αποτελούν αναγκαία και ικανή συνθήκη για την οικονομική μας ανάπτυξη από τη μία. Όμως, η τήρηση των αξιών και της τιμής αποτελούν απαραίτητες συνιστώσες για την ηθική μας ανάταση από την άλλη. Φιλία χωρίς θυσίες δεν κρατιέται. Οικονομία χωρίς σοβαρό πρόγραμμα δεν χτίζεται. Αγάπη χωρίς συναίσθημα δε λογιέται.
     Η Ελλάδα δεν έχει πόδια, χέρια και κεφάλι, για να τα κάνει όλα μόνη της. Ελλάδα είσαι εσύ, είμαι εγώ. Ελλάδα είμαστε όλοι. Η Ελλάδα δεν είναι τρίτος ενικός, αλλά πρώτος πληθυντικός. Μόνο έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται από εδώ και πέρα: Ως σύνολο. Διαφορετικά θα εξανεμιστεί και η τελευταία ελπίδα επιβίωσης του ανθρώπινου όντος σε αυτή την επικράτεια. Ενός όντος που μέχρι τώρα είχε παρεξηγηθεί. Δεν θα έπρεπε να έχει μια υποτυπώδη τιμή, αλλά μια πραγματική αξία.
   Σ’ αυτό, δε, το σημείο θα σταθώ σε τέσσερα ζητήματα καίριας νομικής και πολιτειακής υφής, που άπτονται της ποθητής, ενιαίας βούλησης του λαού, ως φορέα εξουσίας και χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής ειδικά την τόσο δύσκολη τωρινή περίοδο που βιώνει η χώρα.
      1. Κ ο ι ν ο β ο υ λ ε υ τ ι κ ή  σ τ α θ ε ρ ό τ η τ α: Η προσφυγή στις κάλπες πρέπει να συνοδεύεται πάντοτε από το σκοπό συνέχισης της ομαλότητας του πολιτεύματος. Σε ένα κράτος που γίνονται συνεχώς εκλογές διακυβεύονται: α. το διεθνές του κύρος, β. η εσωτερική του οργάνωση, γ. η υπακοή στους νόμους από τους πολίτες, καθώς λείπει η αυστηρή ηγεμονική φύση του κράτους, όπως επίσης κυριαρχούν δ. ο ιδεολογικός αποπροσανατολισμός - μεταπήδηση πολιτικών από το ένα κόμμα στο άλλο, καθώς και ε. η συνεχής δημιουργία πολιτικών κομμάτων χωρίς μεστό πυρήνα ιδεών και ουσιώδη πρόταση πολιτικού προγράμματος. Οι επαναλαμβανόμενες εκλογές  μ ό ν ο  τ ό τ ε  μπορούν να πραγματοποιηθούν, όταν υπάρχει σαφής έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης και η συνοχή της δεν μπορεί να εξασφαλιστεί από ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
    2. Η  δ η μ ο κ ρ α τ ι κ ό τ η τ α  τ ο υ  π ο λ ι τ ε ύ μ α τ ο ς: Το δόγμα «αποφασίζουμε και διατάζουμε, επειδή έτσι μας υπαγορεύει η διεθνής κοινότητα», πρέπει να συμβαδίζει με την αρχή της κρατικής κυριαρχίας και πάνω από όλα της ανθρώπινης αξίας, καθώς οι Έλληνες μπορεί να είναι αποδέκτες εντολών, αλλά πάνω από όλα είναι κι αυτοί άνθρωποι με προσωπικότητα και φορείς δικαιωμάτων. Η δέσμευση του κράτους από τις διεθνείς συμβάσεις (άρθρο 28 του ανώτατου πολιτειακού μας Χάρτη) δεν μπορεί να εξικνείται ως την προσβολή του πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών. Ειδικά η επίκληση του δημοσίου συμφέροντος από τα δικαστήρια στην εφαρμογή δυσβάσταχτων υπερκρατικών συμφωνιών δεν μπορεί να φτάνει ως την υπέρμετρη, αδικαιολόγητη και επαναλαμβανόμενη επιβολή φόρων πάνω στην ίδια ακίνητη περιουσία (αν και, κατά τα άλλα, το μέτρο έχει έκτακτο χαρακτήρα!). Δεν μπορεί το Σύνταγμα από τη μία να επιτάσσει σχετικά με την επιβολή των οικονομικών βαρών σεβασμό στην  α ρ χ ή  τ η ς  α ν α λ ο γ ι κ ό τ η τ α ς  και από την άλλη να υποχρεώνει στον άνεργο σε καταβολή φόρου εισοδήματος! Είναι σαν να δίνει κανείς σε έναν πεινασμένο διαβητικό σοκολάτα, για να ξεχάσει το αίσθημα της πείνας του!
     3. Π υ ρ ή ν α ς  τ ω ν  α τ ο μ ι κ ώ ν  δ ι κ α ι ω μ ά τ ω ν: Δεκάδες καθημερινά φαινόμενα παραβίασης: προσβολή προσωπικότητας, de facto κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, καμία δυνατότητα αξιοποίησης της οικονομικής ελευθερίας, αργοκίνητη (σε επίπεδα τραμ) δικαιοσύνη, μάταιη προσμονή για μια δίκαιη δίκη. Η Ελλάδα, εφόσον ορέγεται την πλήρη συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και ορθώς, καλό θα ήταν να μην ακολουθεί μόνο άκριτα οικονομικές πολιτικές, αλλά να τηρεί και τις υποχρεώσεις της από κείμενα που έχει ήδη υπογράψει και κυρώσει εδώ και χρόνια, όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και σαφώς να σέβεται πάνω από όλα το ίδιο της το σπίτι, το Σύνταγμά της.
     4. Κ ο ι ν ω ν ι κ ό  κ ρ ά τ ο ς  δ ι κ α ί ο υ: Οι πολίτες αναζητούν το κοινωνικό κράτος πρόνοιας που το Σύνταγμα κηρύσσει. Δικαίως. Ο ανώτατος πολιτειακός Χάρτης, ευαγγελίζεται και εντέλλεται, συστηματικά ερμηνεύοντάς τον, ένα κράτος που στέκεται δίπλα στον πολίτη και, σε περιπτώσεις που αυτό δε συμβαίνει, ο τελευταίος οχυρώνεται και εφοδιάζεται με ατομικά δικαιώματα που του παρέχουν πλήρη άμυνα έναντι των κατά παρέκκλιση κρατικών παρεμβάσεων. Στον όρο της πρόνοιας δεν θα μείνω για πολύ, καθώς αν υπήρχε οικονομική πρόνοια τώρα δεν θα είχαμε αυτόχειρες λόγω χρεών, αν υπήρχε πρόνοια υγείας δεν θα υπήρχαν γιατροί με φακελάκια, αν υπήρχε πρόνοια παιδείας δεν θα κατέκλυζε τον κόσμο η παραπαιδεία και ούτω καθεξής. Όπως είχε πει και ο Νίκος Καζαντζάκης στην Αναφορά στο Γκρέκο: «να γυμνάζεις το νου, να μη σε αποβλακώνει η βεβαιότητα, να βρίσκεις μπροστά σου μια πόρτα κλειστή και να μάχεσαι να την ανοίξεις».
     Οι παραπάνω τέσσερις άξονες αποτελούν τέσσερις διαφορετικές όψεις ημιτελών, ως προς την νομοθετική τους εκπλήρωση, συνταγματικών εντολών. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ένα δημοκρατικό κράτος θα αναδείξει πολίτες με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Πολίτες μονάχα με υποχρεώσεις αλλά χωρίς δικαιώματα δεν νοούνται.
     «Απαγορεύονται οι συναθροίσεις μέχρι τις 8 το απόγευμα», «...καθ’ υπόδειξη της αστυνομίας και για λόγους ασφαλείας οι σταθμοί του μετρό στον Ευαγγελισμό, το Σύνταγμα και το Πανεπιστήμιο θα παραμείνουν κλειστοί», ακούγεται συχνά από τα ηχεία του υπόγειου σιδηρόδρομου. Και εκεί αναρωτιέμαι αν έχουν ανακοινωθεί οι προγραμματικές δηλώσεις των Τριάκοντα. Αναρωτιέμαι ποιο πολίτευμα έχει μεν εκλογές, αλλά απαγορεύει τις συναθροίσεις. Αναρωτιέμαι για το ποιο πολίτευμα επιτρέπει την ελεύθερη ανάπτυξη προσωπικότητας και παράλληλα μέλη κόμματος, ενταγμένου στο Κοινοβούλιο, επιτίθενται σε αλλοδαπούς συνανθρώπους. Αναρωτιέμαι ποιο πολίτευμα επιτρέπει τη συνταγματική αναθεώρηση και ταυτόχρονα στους λειτουργούς του να ανακηρύξουν κάποιες προφανώς αντισυνταγματικές διατάξεις κοινών νομοθετημάτων ως τέτοιες. Μα ασφαλώς η δημοκρατία. Όχι όπως θα έπρεπε να ’ναι. Αυτή θέλουμε δρόμο να τη φτάσουμε. Μιλάμε για μία εν τοις πράγμασι δημοκρατία, πιασμένη στα χείλη πολλών, που αγκομαχά να θυμηθεί τον παλιό της εαυτό, στα απομεινάρια ενός κράτους, για  το «δημόσιο συμφέρον» του οποίου θυματοποιείται σε καθημερινή βάση.
Εξαιρετικός Μποστ!
     Μα, δεν είμαστε δημοκρατικό κράτος; Σύμφωνα με μια γρήγορη ματιά στα χαρτιά μου, επισήμως λέει πως ναι. Είμαστε. Όμως πίσω από τις κάμερες, όταν σβήνει το χαμόγελο του δημοσιογράφου ύστερα από τη βραδινή του ευχή για καληνύχτα, σβήνει και η ελπίδα επαναφοράς ή, ανανέωσης – καλύτερα – του τωρινού μας πολιτεύματος. Ως λύση προκρίνεται συχνά από νομικούς και δη συνταγματολόγους, η αναθεώρησή του, ένα πολιτικό λίφτιγνκ με άλλα λόγια, που αν ταιριάξει χρονικά με τη στρατηγική του κυβερνώντος κόμματος, μπορεί να αποφέρει πολλούς καρπούς. Και όπου καρποί εννοούνται οι ψήφοι. 
     Όμως αρκεί μια αναθεώρηση λέξεων, όταν δεν συνοδεύεται και από αναθεώρηση σκέψεων; Θα αποδώσει μία συνταγματική αναθεώρηση πραγματικούς πολιτειακούς καρπούς, όταν οι αποδέκτες της δεν είναι έτοιμοι για τη νέα προσαρμογή; Ως κεντρικό πρόβλημα αναδύεται η νοοτροπία του λαού και ως εκ τούτου η ηθική μας κρίση, που συμπορεύεται με τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές της εκφάνσεις. Η αξιακή κρίση αποτελεί τη μεγαλύτερη τροχοπέδη για οποιαδήποτε αλλαγή. Η ηγετική πρωτοβουλία και μαζί μ’ αυτή η βουλητική της ένταση δεν αρκούν για την αντιμετώπιση σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων, που έχουν τα θεμέλιά τους σε καλά διατηρημένες απαξίες και ξεχασμένα ιδανικά περασμένων χρόνων. Η φενάκη του περιούσιου λαού, της καλοτυχίας της γέννησής μας σ’ αυτόν τον τόπο και η επανάπαυση ότι κάποτε πριν από εμάς δίπλα στα μεζεδοπωλεία του Θησείου περπατούσε κάποιος Περικλής δεν μπορούν να αντέξουν τα ρήγματα που έχουν παρουσιαστεί στο τώρα. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε καταστάσεις βασισμένοι μόνο στην πείρα του παρελθόντος και στην ελπίδα του μέλλοντος. Η αντιμετώπιση του τώρα χωρίζει το κάποτε από το ποτέ. Αυτό αν καταλάβαιναν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποί μας, αυτό αν εμπεδώναμε εμείς κι αυτό αν περνούσε ως μήνυμα στην υπόλοιπη Ευρώπη, ίσως και να ’χε γίνει η αρχή. Και μια τέτοια αρχή δεν μπορεί να γίνει με δυσανάλογους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, ούτε με υποσχέσεις από ευαγγελίζοντες πολιτευτές. Δεν μπορεί να γίνει από μια συνεχώς διαμαρτυρόμενη αντιπολιτευτική στρατηγική χωρίς κεντρικό ιδεολογικό πυρήνα, ούτε από «δράστες» του πρόσφατου πολιτικού παρελθόντος, για τους οποίους λειτουργεί το ελαφρυντικό της αρχής «in dubio pro reo» (εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου).
     Οι μεγάλες αλλαγές έρχονται ύστερα από μεγάλες επαναστάσεις, σύμφωνα με την ιστορία. «Σαφώς», θα συμφωνούσε κανείς. Και προς αποφυγή της ερμηνείας βιαιότητος του όρου «επανάσταση», ποιος είπε ότι επανάσταση γίνεται μόνο με αίμα; Η πιο τρομακτική επανάσταση είναι η αντίσταση μέσω των ιδεών, μέσω του ενωτικού σκοπού του καλού της πατρίδας μας, της αίσθησης να λέμε: «I come from Greece» και να μην περιμένουμε την εκκωφαντική σιωπή της συμπαράστασης, αλλά το σιωπηλό χαμόγελο της ευγνωμοσύνης.
     Πέρα όμως από τα παραπάνω, υπάρχουν πολλές ενδείξεις αποσταθεροποίησης της  ο υ τ ο π ι κ ή ς  δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς  που διατρανώνει το Σύνταγμά μας και της υποτυπώδους δημοκρατίας που επικρατεί εν τοις πράγμασι. Πριν καιρό, δύο χρόνια περίπου, μια δασκάλα επιπλήχτηκε από τη διευθύντρια του σχολείου της, καθώς κατά το μάθημα της Μουσικής έβαλε στα παιδιά να ακούσουν το τραγούδι: «Κεμάλ» του Μάνου Χατζηδάκι. Η διευθύντρια απαγόρευσε τη διδασκαλία του συγκεκριμένου κομματιού για λόγους αποτροπής ισλαμικής προπαγάνδας, ύστερα από την καταγγελία ενός «τάξης και ηθικής» γονέα! Και διερωτώμαι: Πόσο πίσω ακόμα μπορεί να πάει η εκσυγχρονισμένη, ευρωπαϊκή μας χώρα; Πόσο απέχει πλέον από το «ανήκομεν εις τη Δύσην;». Γιατί άραγε μπήκαμε εν τέλει στη δίνη της ευρωπαϊκής ενοποίησης; Λογοκρίνεται ο Χατζηδάκις! Λογοκρίνεται ο Γκάτσος! Σε λίγο θα απομυθοποιηθεί και ο Σωκράτης ως προδότης του Έθνους, επειδή κιότεψε και δεν απέδρασε από την φυλακή, αφού άφησε την ευκαιρία να του ξεφύγει!
     Η χώρα έχει χάσει τους ρυθμούς της. Οι πολίτες σαν κοιμισμένα πρόβατα προσπαθούν να προσανατολιστούν στο δόλωμα του κάθε πολιτικού κόμματος, καταβάλλοντας κόπο μήπως ξεθάψουν κάποια παραπεταμένη ελπίδα. Το αξίζουμε άραγε; Τα κόμματα προσπαθούν να πιαστούν από κάποια σανίδα σωτηρίας μήπως και κατορθώσουν να αποκτήσουν μερικά γραμμάρια παραπάνω στην κοινοβουλευτική τούρτα, ενώ παράλληλα η νομοπαρασκευαστική διαδικασία τρέχει σαν καταρράκτης, ακολουθώντας τις εξωτερικές επιταγές βιάσης. Οι νέοι νόμοι φυτρώνουν ασταμάτητα, οι κώδικες δικονομιών αλλάζουν πλέον ανά μήνα και ειδικές διατάξεις εισχωρούν σε νομοσχέδια άσχετων εντελώς ζητημάτων από αυτά που οι πρώτες ρυθμίζουν. Το καμάρι, δε, της δημοκρατίας, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ακτινοβολούν ισχύ με αμφίβολη της συνταγματική τους εναρμόνιση και δικαιολόγηση. Ταυτόχρονα, τα οικονομικά μέτρα καλά κρατούν. Απόρροια όλων η εκδικητική ψήφος που δίνει σε ναζιστικές κομματικές οργανώσεις πιθανότητες εξουσίας και άτυπη νομιμοποίηση βίας κατά συνανθρώπων. Αυτή άραγε είναι η Ελλάδα που οραματιζόμασταν, μόλις έσβησαν τα βεγγαλικά στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004;
      Ξεφυλλίστε σελίδες, δείτε σκηνές να περνούν γρήγορα από μπροστά σας, αφήστε την απόγνωση με την οργή να εναλλάσσονται, να παλεύουν για το ποια απ’ τις δυο θα βγει νικήτρια στην Ελλάδα του σήμερα και ποιον θα βρουν ως αντίπαλό τους στην  α β έ β α ι η  Ε λ λ ά δ α  του αύριο. Ξεχυθείτε στους δρόμους, τους μάρτυρες των ζωών κάποιων «αφελών» ανθρώπων (ανάμεσά τους κι εγώ) που πίστευαν ότι με μία ολυμπιακή φλόγα η Ελλάδα θα ακμάσει. Κλείστε τις κατευθυνόμενες τηλεοράσεις, μαζί και τα παράθυρά τους. Κάνουν ρεύμα. Όχι το ηλεκτρικό. Αυτό έχει κοπεί. Απομακρυνθείτε από τη Βουλή, πενθούν τη δημοκρατία. 
     Τότε γιατί ελπίζουμε; Διότι, για να εξακολουθώ να γράφω σημαίνει ότι κάπου ελπίζω. Όμως, ποιος είπε ότι το «ελπίζω» ακτινοβολεί μόνο μια σημασία; Ελπίζω σημαίνει πρώτον, έχω ελπίδα και δεύτερον έχω την ελπίδα, πιστεύω. Έχω πάψει να έχω την ελπίδα ότι πάμε κάπου ως χώρα και ως κρατική οντότητα που σέβεται πάνω από όλα τον εαυτό της, την ιστορία της. Πλέον προσπαθώ να έχω μόνο ελπίδα. Σκέτη, ούτε καν μέτρια, όπως ο καφές της παρηγοριάς, που σερβίρουν οι οικογένειες όσων έχουν αυτοκτονήσει λόγω της οικονομικής κρίσης.
     Εξηνταπεντάχρονος άνδρας πριν κάποιους μήνες αποφάσισε να δώσει οριστικό τέλος στη ζωή του, πέφτοντας στις γραμμές του μετρό στην Ακρόπολη. Ο συρμός τον διαμέλισε. Γρήγορος θάνατος. Ανώδυνος. Δωρεάν. Η επιλογή επί της ζωής είναι και επιλογή επί του θανάτου.
     Το παραπάνω δεν αποτελεί το μοναδικό περιστατικό. Μέχρι τώρα τουλάχιστον μία αυτοκτονία ή απόπειρα αυτής συμβαίνει το μήνα στον υπόγειο σιδηρόδρομο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο αυτόχειρας, όπως και πολλοί άλλοι, αποφασίζει να αυτοκτονήσει εκεί. Οι πιθανότητες επιτυχίας του σχεδίου του βαίνουν συντριπτικά υπέρ του. Η απόγνωση που κυριαρχεί στο αίμα του και η απογοήτευση για ένα χειρότερο μέλλον δεν του δίνουν ευκαιρίες έστω και μιας απειροελάχιστης αισιοδοξίας. «Η Ελλάδα κέρδισε το στοίχημα με το Ευρώ», γράφει παράλληλα πρωτοσέλιδο μεγάλης εφημερίδας, ενώ με μικρά γραμματάκια σε μια πλαϊνή στήλη άλλου φύλλου, πλησίον του πρώτου, αναφέρεται ότι «ο κίνδυνος νέου μνημονίου και απομάκρυνσης από την ευρωζώνη καλά κρατούν σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων». Παρεμπιπτόντως, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος το Μνημόνιο συνταγματικό λόγω του  έ κ τ α κ τ ο υ  κ α ι  π ρ ο σ ω ρ ι ν ο ύ  τ ο υ  χ α ρ α κ τ ή ρ α. Αναρωτιέμαι, αν διαιωνιστεί η φορολόγηση, θα συνεχίσει να υφίσταται τόσο ο έκτακτος όσο και προσωρινός χαρακτήρας;
     Ο κόσμος χρειάζεται χαρά. Χρειάζεται λόγους για να γιορτάσει. Μια τέτοια μεγάλη πρόκριση είναι το οξυγόνο του. Είναι η αφορμή για να ξεχαστεί απ’ την καθημερινότητα. Ίσως πάλι πίστεψε το εξώφυλλο της μιας εφημερίδας, αγόρασε όμως την παραδίπλα κι έμαθε την αλήθεια. Δεν ήταν συγγενής μας, για αυτό δεν ανησυχούμε. Περνάμε την είδηση στα ψιλά γράμματα. Ελέγχουμε το εισιτήριο των διακοπών μας για το δεκαπεντάγουστο και περιμένουμε να απολαύσουμε τον ήλιο της μεσογειακής θάλασσας για πέντε μέρες. Τότε θα κάνουμε την επανάστασή μας.
     «Επόμενη στάση: Ακρόπολη», ακούστηκε η γλυκιά γυναικεία φωνή του συρμού και σε λίγα δευτερόλεπτα ένα βροντερό μπαμ σήμανε και το τέλος μιας ζωής που δεν θα είχε επόμενη στάση. Το τρένο ακινητοποιήθηκε μπροστά στη φωτογραφία της Μελίνας Μερκούρη, η οποία, από το μνημείο του Παρθενώνα, αποχαιρετά με χαμόγελο το παρελθόν. «Please, mind the gap», συμβούλεψε η φωνή, ενώ οι τουρίστες που βρίσκονταν στο βαγόνι δεν είχαν ιδέα ούτε ποια ήταν κυρία που χαιρετούσε απ’ την Ακρόπολη, ούτε γιατί ο συρμός είχε σταματήσει λίγα μέτρα πριν το τέλος της αποβάθρας.
   Στο κράτος πρέπει να γίνουν πολλά. Nα διαγραφούν περισσότερα και να ξεχαστούν άπειρα. Χρειάζεται ολόκληρη λίστα, για να αναφερθούν. Στην έκταση της Λα Γκαρντ, ίσως και λίγο μεγαλύτερη. Αλλά ας μην μπλέκουμε με λίστες. Χάνονται και μπορεί κατά λάθος να πέσουν σε «αθώα» χέρια βουλευτών, οι οποίοι κατηγορούνται άδικα από τη «σκληρή» κοινωνία. Η βουλευτική ιδιότητα πλέον στις μέρες μας έχει ταυτιστεί με το νεοαναδειχθέν «ε π ά γ γ ε λ μ α  τ ο υ  δ η μ ο κ ρ ά τ η». Έχουμε φτάσει στον πάτο της θάλασσας. Τρώμε πλαγκτόν πλέον, διότι ξεμείναμε από κουτόχορτο. Πίνουμε αλμυρό νερό να ξεδιψάσουμε από ένα πελατειακό κράτος, που εμείς οι πολίτες μοσχαναθρέψαμε. Δώσαμε πάμπολλες φορές εντολή σε ψηφοθηρικά χέρια, άγνωστης προέλευσης και σκοπού και τώρα αναρωτιόμαστε, για ποιο λόγο κοντεύει η δημοκρατία να λεηλατηθεί, να ισοπεδωθεί, να εξευτελιστεί και εν τέλει, που είναι και το χειρότερο, να παραποιηθεί. - Διότι ως κοινοβουλευτική δημοκρατία νοείται μεν η πολυφωνική δημοκρατία, αλλά με φιλελεύθερα ερείσματα, με αρχές που σέβονται την ανθρώπινη αξία. - Εφόσον μέχρι τώρα φοροδιέφευγα, για να μην εφαρμοστεί ο φορολογικός νόμος, εφόσον μέχρι τώρα δωροδοκούσα, για να νομιμοποιήσω το ακίνητο, εφόσον μέχρι τώρα γινόμουν συνδικαλιστής για μια μελλοντική θέση σε υπουργικό συμβούλιο, εφόσον μέχρι τώρα έμπαινα σε παράταξη, για να αποκτήσω δημοφιλία, γιατί ζητώ τα ρέστα; Κανείς δεν δίνει πια απόδειξη... Με ποιο δικαίωμα επικαλούμαι τη δημοκρατία απέναντι σε ναζιστικά φαινόμενα; Ποια δημοκρατία; Αυτή που κατακρεουργούσα καθημερινά; Τώρα τη θυμήθηκα; Με ποιο δικαίωμα επικαλούμαι τη διαφάνεια, όταν μένω σε αυθαίρετο; Με ποιο δικαίωμα διαδηλώνω στο Σύνταγμα, όταν μέχρι πρότινος θεωρούσα ότι ήταν μονάχα όνομα πλατείας και όχι η εγγύηση του πολιτεύματός μου; Δεν φταίει το Σύνταγμα που το θυμήθηκα αργά.
     Η οικονομικοκοινωνικοπολιτική κρίση στην Ελλάδα, όμως, βοήθησε και ακόμη βοηθάει σε κάτι σημαντικό: να βρούμε τους εαυτούς μας. Βοήθησε εκείνους που ανέδειξαν ένα υβριδικό καθεστώς να αναλογιστούν τις ευθύνες τους και όσους μεγάλωσαν – και μεγαλώνουν - μέσα σε και από ένα τέτοιο καθεστώς να αποφύγουν να επαναλάβουν τα λάθη των προκατόχων τους. Η κρίση στην Ελλάδα έχει ξεκινήσει πριν πάρα πολλά χρόνια, όταν δεν ήταν ακόμη οικονομική, αλλά ηθική. Όταν ως άλλοι Γαλάτες, πίναμε το μαγικό μας φίλτρο και χωρίς να ελέγξουμε τις παρενέργειες, σπαταλούσαμε από συνήθεια φαιά ουσία και καταναλώναμε πλαστικό χρήμα. Εκφράζομαι κυνικά, διότι ζω σε μία κυνική πραγματικότητα, με κυνικά αισθήματα και κυνικούς αντιπροσώπους, που ο καθένας ξεχωριστά παραδέχεται ότι δεν ευθύνεται ο ίδιος αλλά κάποιος άλλος. Ας χτιστεί, λοιπόν, δίπλα στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη και ένα  μ ν η μ ε ί ο  τ ο υ  ά γ ν ω σ τ ο υ  υ π ε ύ θ υ ν ο υ.
     Ποιος βουλευτής άραγε θα είχε το θάρρος της γνώμης του να αναγνώσει τον παρακάτω υποτιθέμενο λόγο στη Βουλή των Ελλήνων;
    «Όταν ήμουν μικρός ήθελα να γίνω ηθοποιός. Οι γονείς μου διαφωνούσαν. Μου ‘λεγαν ότι θα αλλοτριωθώ, θα διαφθαρώ, θα λυγίσω και θα πονέσω. Κι όντως. Τα κατάφερα. Έγινα πολιτικός. Ακόμη καλύτερα. Και το αποτέλεσμα; Αλλοτριώθηκα, διαφθάρηκα, λύγισα. Με τη διαφορά ότι δεν πόνεσα ο ίδιος, αλλά όλα αυτά τα ζευγάρια ματιών που με βλέπουν από τα θεωρεία αυτή τη στιγμή. Ζητώ συγγνώμη. Δεν ήξερα ότι στον χώρο αυτό παίζονται ρόλοι. Εγώ μάλλον θα έλειπα στη διανομή.
    Δεν δέχτηκα, λοιπόν, τη διανομή και να ‘μαι τώρα άστεγος μα κι ελεύθερος. Ασκεπής μα και συνεπής. Ακέφαλος μα κι αρτιμελής. Το πώς φτάσαμε ως εδώ δεν είναι ώρα να το αναπτύξω. Το μόνο που θα πω είναι τούτο: Φτάσαμε ως εδώ, γιατί μας φέρατε εσείς εδώ. Όχι οι μικροί. Οι μεγάλοι. Ήσασταν οι ηθικοί αυτουργοί της καταστροφής της χώρας. Διότι δεν τελέσατε έγκλημα μόνο δια πράξεως, που ψηφίσατε ανάξιους διαδόχους πανάξιων προγόνων, αλλά και δια παραλείψεως, που ανεχόσασταν όλα αυτά τα χρόνια, μην πω ενθαρρύνατε, το βουλιμικό σαράκι της εξουσίας να κατατρώει το Τίμιο Ξύλο της ίδιας σας της συνείδησης, της ίδιας σας της ψυχής. Όταν αλλάζεις κάτι, είτε το διαμορφώνεις εκ νέου είτε το μεταμορφώνεις. Κι εμείς όλοι το παραμορφώσαμε. Παραμορφώσαμε τις αξίες. Παρα...μορφώσαμε τα παιδιά μας με αχρείαστες πληροφορίες χωρίς να ξέρουν στοιχειώδη πράγματα όπως τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου. Τούτη η Βουλή έκανε ένα μέγα σφάλμα. Αντί να σεβαστεί την ιερότητα της Δημοκρατίας και να αφήσει τη Δικαιοσύνη να κάνει αμέριμνη τη δουλειά της, προαποφάσισε σχεδόν, μυθοποιώντας το, φευ, την καταδίκη του νεοναζιστικού κομματικού μορφώματος που κατάφερε να διεισδύσει σ’ αυτό εδώ το δημοκρατικό άβατο. Όμως, όταν οι ίδιοι οι νόμοι του κράτους είναι καταφανώς αντισυνταγματικοί, όταν οι περικοπές καταπατούν εξόφθαλμα την αρχή της αναλογικότητας, όταν έχουμε κάθε εβδομάδα και μια αυτοκτονία στο μετρό, για ποιο δημοκρατικό άβατο να μιλήσουμε; Ζητώ συγγνώμη. Ας ανοίξουν διάπλατα οι πόρτες. Ας μπουν ακόμη περισσότεροι μαυροφορεμένοι κρεμανταλάδες. Ας μετουσιωθεί η οργή κι η αγανάκτηση του κόσμου σε μισαλλοδοξία, σε ρατσισμό, σε βία. Γιατί δεν μας φτάνουν ήδη η λογοκρισία, οι διακρίσεις και οι εκβιασμοί που γίνονται ευθέως με τη σιωπηρή ή μη ευλογία των ανώτατων πολιτειακών αρχόντων μας... Δεν μας φτάνουν...
     Κύριοι συνάδελφοι, η δική μου ψυχή έχει χτυπηθεί ανελέητα, όπως το μαχλέπι στο γουδί. Θραύσματα ανθρωπισμού βρίσκονται πλέον, εξ ου και τούτη δω η εξομολόγηση. Το μοναδικό πράγμα που θα σας ζητήσω είναι να μας δώσετε πίσω το δικαίωμα στην ελπίδα, έναν κάποιο λόγο να ζούμε, μια ανάσα οξυγόνου από μια μισοάδεια φιάλη. Μόνο έτσι θα τολμήσω να κοιτάξω πάλι αυτά τα παιδιά που με καρφωμένα μάτια με κοιτούν εδώ και ώρα και ντρέπομαι... Ντρέπομαι όσο τίποτε άλλο στη ζωή μου να τα αντικρίσω και να τους απολογηθώ.
    Κύριοι συνάδελφοι, ευχαριστώ πολύ για τη φαινομενική προσοχή σας. Όσα είχα να πω, τα είπα. Κύριε Πρόεδρε, καθυστέρησα όσο περισσότερο γινόταν, ώστε, όταν βγω απ’ αυτή την αίθουσα, απ’ αυτό το σκοτάδι, η μόνη μου ελπίδα είναι ότι έξω θα ‘χει ξημερώσει...»
    Συνήθως σε όλα τα άρθρα, όπως και στις ιώσεις, προτείνεται μια συγκεκριμένη αντιμετώπιση. Μακάρι να είχαμε να κάνουμε με έναν απλό ιό. Η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική ασθενή που μπορεί να εφεύρει το αντίδοτο μόνη της απέναντι σε ένα πολύ δυνατό μικρόβιο. Πώς όμως; Κοιτάζοντας τι ιστορία αφήνει πίσω της. Όχι μόνο ξεκινώντας από την χρυσή εποχή του Περικλή και του Πλάτωνα, αλλά φτάνοντας έως και τη σκουριασμένη εποχή των εκάστοτε Γιώργου και Κώστα. Μόνο σε ηθικό επίπεδο και όχι νομοτελειακά. Ο νόμος δεν κλείνει, δεν επουλώνει πλέον πληγές, διότι το τραύμα έχει συνηθίσει σε αυτή τη θεραπεία και είναι πια άτρωτο. Η συνεχής παραγωγή νόμων προκαλεί πανικό στον εφαρμοστή του δικαίου, αγανάκτηση στον ερμηνευτή του και οργή στον αποδέκτη του, ο οποίος και εν τέλει, κατ’ επιλογή, τον αγνοεί και τον παραβαίνει εκδικητικά.
  Η κοινοβουλευτική δημοκρατία δοκιμάζεται. Η ενδοκομματική πειθαρχία πολιορκείται στενά από την ελεύθερη εντολή. Οι ελεύθερες συνειδήσεις αρχίζουν να συνειδητοποιούν πλέον ότι το εδώ και χρόνια σερβιρισμένο στους πολίτες γάλα έχει ήδη λήξει. Ο πολιτικός χώρος αγκομαχά για ανανέωση, ζητά ελπίδα, (πίστη) και επαναφορά σε λησμονημένα ιδεώδη, σε ξεχασμένες αξίες και σε παραπεταμένες αρχές. Όμως, για να πραγματοποιηθεί αυτό, χρειάζεται μια σιωπηρή συναίνεση από όλους μας. Μία συναίνεση που αίρει το άδικο της συνευθύνης μας και που θα λειτουργήσει κυρίως διεισδυτικά στα καλά κρυμμένα μέσα μας απομεινάρια των ηθικών αξιών μας. Αυτά τα αποθέματα θα μας σώσουν, έστω κι αν θεωρούνται πλέον είδη προς εξαφάνιση.
     Άλλωστε, το μοναδικό όπλο, το μοναδικό φάρμακο ενάντια σε κάθε οικονομική ύφεση και κοινωνική καμπή, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είναι ο πολιτισμός, η παραγωγή ιδεών, η τέχνη, που αναπτύσσονται και προωθούνται μέσα από δημοκρατικές συνθήκες. Το μόνο που χρειάζεται είναι να λειτουργήσει ένα μέρος μόνο από το μεγαλείο της δημοκρατίας μας. Είναι αμφίβολο αν μια μόνο γουλιά της μπορεί να μας σώσει. Η Ιθάκη είναι μακριά, όμως η τροχοπέδη της απόστασης ίσως μετριαστεί από την κοινή μας αφετηρία και τα σωστά εφόδια για το ταξίδι. Μέχρι τώρα δεν έχουμε μείνει ποτέ στο δρόμο, όσα εμπόδια κι αν έχουν στηθεί εμπρός μας. Εξάλλου, σύμφωνα με τον ποιητή, «τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις, αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου» (Κ.Π. Καβάφης, Ιθάκη, στ.6-12). Το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι κανένα άλλο, παρά η πάλη με τον ίδιο μας τον εαυτό, η αποφυγή της  εύκολης λύσης του ωχαδερφισμού και η συμμετοχή στην επίπονη διαδικασία της δήλωσης παράστασης ως πολίτη με ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, που τα διεκδικεί ανεξαρτήτως κόμματος, θρησκείας, φύλου, καταγωγής, σεξουαλικού προσανατολισμού και ιδεολογίας.
    Η αδρανής συμπεριφορά των εκλογέων υποκρύπτει διαζευκτικά δύο τινά: Είτε, πρώτον, η αδράνεια αυτή τροφοδοτείται από ικανή ποσότητα αποθεματικών καρπών (υλικών και ψυχικών) παλαιότερων χρόνων, είτε οι πολίτες διαθέτουν την υπομονή του Ιώβ. Ό,τι κι αν απαντηθεί, αντιπροτάσσεται ο αντίλογος για το πρώτο ότι κάποια στιγμή είναι λογικό τα αποθέματα να τελειώσουν και τότε θα φανεί η σημασία της απουσίας ειρηνικής διαμαρτυρίας ως σπουδαίας μορφής αντίστασης. Ο αντίλογος για το δεύτερο προκύπτει από το γεγονός ότι δεν γνωρίζουν όλοι την χριστιανική ιστορία του Ιώβ, ώστε να παραδειγματιστούν από τη συμπεριφορά του...
   Έχει ήδη επισημανθεί ο κώδωνας κινδύνου αντισυνταγματικότητας ορισμένων διατάξεων, αλλά η πολιτική εθελοτυφλία για τη «σωτηρία της χώρας», κατά τα λεχθέντα των κοινοβουλευτικών αντιπροσώπων του Έθνους, βρίσκεται στο ζενίθ της. Μία εσκεμμένη, ενσυνείδητη παράλειψη αναφοράς της αντισυνταγματικότητας, η οποία, «θα σώσει» το κράτος από «βέβαιη χρεοκοπία». Και σε αυτό το σημείο αναρωτιέται κανείς: Πώς μια χρεοκοπία θεωρείται μεν βέβαιη, αλλά μπορεί να αποφευχθεί και επιπλέον πόσοι ακόμα «μεσίες» θα παρουσιαστούν για το καλό της χώρας;
     Τα  μ έ σ α  μ α ζ ι κ ή ς  ε ν η μ έ ρ ω σ η ς, μέσω της τεράστιας επιρροής τους εντείνουν τους φόβους των πολιτών, αμβλύνουν την ικανότητα κριτικής τους σκέψης, θολώνουν τη διορατικότητά τους και έτσι, θωρακίζουν μια πολιτική στρατηγική, που είναι αρεστή στα εκάστοτε εξωκρατικά και εσωτερικά συμφέροντα. Η παραπληροφόρηση συντροφεύει την υπερπληροφόρηση. Δεν υπάρχουν πλέον μονάχα οι σερβιρισμένες ειδήσεις στρατευμένων κονδυλοφόρων - δημοσιογράφων, αλλά κυριαρχεί μαζί τους και μία τεράστια πληθώρα δεδομένων, προερχόμενων από αμφιβόλου ποιότητας κινήτρων πηγές, που δημιουργούν τέτοια σύγχυση και συσσώρευση πληροφοριών στον μέσο πολίτη, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να οδηγείται σε αδιέξοδο: είτε θα παραπλανηθεί για το τι ακριβώς συμβαίνει, είτε θα αδιαφορήσει πλήρως, αρνούμενος να υιοθετήσει την «έτοιμη τροφή» των μέσων με αποτέλεσμα να απορρίψει κάθε συμμετοχή του στα κοινά της χώρας του. Η σιωπηρή, ερμηνευτικώς συναγόμενη, παραίτηση, μ’ αυτόν τον τρόπο από τα πολιτικά δικαιώματα θεωρείται σχεδόν βέβαιη. Η αποχή βασιλεύει και η άποψη απεργεί. Ο συνδυασμός παραπληροφόρησης και υπερπληροφόρησης δίνει στη λεγόμενη «πέμπτη εξουσία», στην πλειοψηφία των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα ηνία μιας οιονεί παράλληλης διοίκησης, που συνυπάρχει με την ασθμαίνουσα λειτουργία της εκτελεστικής λειτουργίας. 
    
Η μαζοποίηση, κυρίως στην πρωτεύουσα, φλερτάρει έντονα με τον κομφορμισμό. Δύο έννοιες που επαναπαύονται στην εύκολη λύση του ωχαδερφισμού. Της, με άλλα λόγια, εκκωφαντικής σιωπής. Δεν έχει, όμως, συλλογιστεί κανείς ότι άλλη δύναμη έχει μια κομματική σιωπή στο σπίτι και άλλη μία ενωτική σιωπή στην πλατεία, αποχρωματισμένη από οποιονδήποτε, μικρό ή μεγάλο, πολιτικό συνδυασμό, εκφρασμένη ειρηνικά στους δρόμους της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τις αξιώσεις και τους απαράβατους νόμους της Φυσικής, μόνο όπου υπάρχει δράση, ακολουθεί η αντίδραση. Η δε δράση μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές του λόγου: είτε αυτή της έγγραφης μαζικής καταγγελίας, είτε της λαϊκής πρωτοβουλίας για δημοψήφισμα (η απόφαση με βάση τα αποτελέσματα του οποίου, σε χώρες όπως η Ελβετία, είναι δεσμευτική για την κυβέρνηση), είτε να πάρει τη μορφή άρθρου και δημοσίευσης σε (ανεπηρέαστη) εφημερίδα πανελλαδικής εμβέλειας, είτε να δηλωθεί με τη συνδρομή της τέχνης μέσω γελοιογραφιών, πινάκων ζωγραφικής, λογοτεχνικών κειμένων και σοβαρών θεατρικών έργων.
  Συμμετοχικό δικαίωμα στη δράση έχουν όλοι οι Έλληνες δημοκράτες, είτε υπερψηφίζουν τις κυβερνητικές επιλογές, είτε όχι. Άλλωστε, οι αντίπαλες πολιτικές ιδεολογίες είναι αναμφίβολα ό,τι πιο υγιές έχει να μας προσφέρει το δημοκρατικό πολίτευμα: το συναγωνισμό και την ευγενή άμιλλα μεταξύ κομματικών σχηματισμών, που μπορεί να έχουν τελείως διαφορετικές βλέψεις και τρόπο σκέψης άλλα έχουν – ή πρέπει να έχουν - έναν τεράστιο κοινό παρονομαστή: την πρόοδο της πατρίδας τους.
    H Ελλάδα θα συνεχίζει να μαρτυρεί για τις λάθος επιλογές της τουλάχιστον για τα επόμενα πέντε με δέκα χρόνια. Αυτό δεν σημαίνει όμως και την εγκατάλειψη της έγνοιας μας για αυτόν τον τόπο. Η ανάνηψη του ηθικού και ύστερα του οικονομικού τομέα δεν επέρχονται μόνες τους, αλλά με την έμψυχη υποστήριξη του ανθρώπινου δυναμικού. «Ηττημένος δεν είναι αυτός που χάνει αλλά αυτός που παραιτείται», έχει δηλώσει σe βιβλίο αλλά και σε συνεντεύξεις του γνωστός συγγραφέας(P. Coelio).
    Η απόρριψη της εύκολης λύσης της παραίτησης δεν θα πρέπει από την άλλη να εξωθεί τους πολίτες σε δυσβάσταχτα αντιδημοκρατικές επιλογές εκδικητικής υφής. Η  ψ ή φ ο ς  μ ί σ ο υ ς  και όχι συνείδησης μπορεί να οδηγήσει σε πολιτικά αδιέξοδα μέσα στο ίδιο το κοινοβούλιο. Ας φανταστούμε ότι το κόμμα Α υποστηρίζει σθεναρά την εκδίωξη όλων των λαθρομεταναστών από την χώρα και την καταγγελία του μνημονίου. Αρχικά, είμαι σίγουρος ότι δεν υφίσταται πολίτης που να μην πιστεύει ότι το πρόβλημα των λαθρομεταναστών και η οικονομική ύφεση πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα, προληπτικά και πάνω απ’ όλα αποφασιστικά. Όμως οι «γρήγορες λύσεις» εν μία νυκτί συνήθως παρεκκλίνουν πρωτίστως των συνταγματικών εντολών περί σεβασμού της ανθρώπινης αξίας και δευτερευόντως των ηθικοθρησκευτικών εντολών περί αγάπης του πλησίον. Ο τρόπος αντίδρασης και αντιμετώπισης των κάθε είδους κρίσεων ενός κοινωνικού συνόλου δηλώνει την καθαρή έννοια του πολιτισμού και ξεχωρίζει τον ασκό της δημοκρατίας από το ασκί του Αιόλου. Η υποσχεσιολογία για «κάθαρση» της πρωτεύουσας και της χώρας από «υπανθρώπους» [(sic), Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, 18.12.2012, E. Ζαρούλια, βουλευτής Χρυσής Αυγής] που «λερώνουν» την φυλή των Ελλήνων αποτελεί λεκτική, αλλά κυρίως ευθεία και βάναση προσβολή κάθε διεθνούς σύμβασης ατομικών δικαιωμάτων, όπως και του ίδιου του Συντάγματος από νομικής απόψεως και μια απ’ τις πιο αποκρουστικές δηλώσεις μισανθρωπισμού που θα μπορούσε να δηλώσει μία εκπρόσωπος – απόγονος του homo sapiens από κοινωνιολογικής απόψεως. Η μισαλλοδοξία και ο ρατσισμός θυμίζουν άλλες εποχές, άλλα (υβριδικά) πολιτεύματα και οπισθοδρομικές νοοτροπίες. Ας σκεφτούμε πώς θα θέλαμε να μας αντιμετώπιζαν στη Γερμανία και στην Αυστραλία. Ας σκεφτούμε τις εποχές που οι Έλληνες ως μετανάστες συνέρρεαν στις άλλες χώρες, για να βρουν δουλειά και ένα κομμάτι ψωμί και σίγουρα στην αρχή δεν ήταν όλοι νόμιμοι.
    Ο  ε γ κ λ η μ α τ ι κ ό ς  π α ρ ά γ ο ν τ α ς, ως προτεινόμενος αντίλογος, παίζει έναν πολύ σοβαρό ρόλο. Ένα μεγάλο ποσοστό της παράνομης εισροής και παραμονής στην χώρα λαθρομεταναστών εγκληματεί και ίσως και κάποιες φορές ειδεχθώς. Αυτό οφείλεται στο ότι το ίδιο το κράτος δεν μπορεί να τους αντέξει. Δεν μπορεί να τους απορροφήσει λόγω έλλειψης υποδομών, θέσεων εργασίας και παρεμφερούς τρόπου σκέψης με τους πολίτες. Πριν αρκετά χρόνια στην Ελλάδα είχε γίνει μόδα η εκμετάλλευση μεταναστών σε διάφορες εργασίες: Αλβανών σε χειρωνακτικές ασχολίες, Φιλιππινέζων στα οικιακά, Κινέζων στις φθηνές πωλήσεις, Πακιστανών σε οικοδομικές εργασίες. Σκεφτήκαμε ποτέ ότι όλους αυτούς τους ανθρώπους που έφτασαν στην Ελλάδα, για να βελτιώσουν τη ζωή τους, τούς είχαμε κατά πλειοψηφία ανασφάλιστους, σε καθεστώς μαύρης εργασίας; Όταν, λοιπόν, επισκέπτεται την χώρα ένας αριθμός ατόμων άγνωστων ηθικών καταβολών με διαφορετικά κίνητρα ο καθένας τους, είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποιοι δεν θα ακολουθήσουν το νόμο, ότι κάποιοι δεν θα προσαρμοστούν με ευκολία στη νέα έννομη τάξη του κράτους και στις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν. Τέλος, έχουμε αναλογιστεί ότι η κοινωνία στην οποία εμείς οι ίδιοι ζητάμε από τους ξένους να προσαρμοστούν, αποτελεί τον καθρέφτη της υπάρχουσας εξέλιξής μας; Πώς ζητάμε από τον άλλο να μην κλέβει, όταν κλέβουμε εμείς οι ίδιοι; Το θέμα άπτεται τεράστιας φιλοσοφικής θεματικής, που σίγουρα θα έχει πολλούς υποστηρικτές από τη μια και θιασώτες της «θεωρίας των υπανθρώπων» από την άλλη. Όμως, για αυτό άλλωστε δεν υπάρχει η δημοκρατία; Για να επιτρέπει να την στηλιτεύουν. Για να επιτρέπει να την «ρίχνουν». Για να επιτρέπει να την αντικαθιστούν. Και σε αυτό το σημείο η Δημοκρατία έχει κάτι κοινό με τον Ιησού: Αφήνει να την χλευάζουν, να την ποδοπατούν, να την εμπαίζουν. Όμως, στο τέλος πάντα ανασταίνεται και την επικαλούνται όλοι να τους σώσει.
    «Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται, διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας. Έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία.» Γνωρίζετε πότε ειπώθηκε αυτή η φράση; Όχι ιδιαίτερα πρόσφατα. Για να βοηθήσω, καθόλου πρόσφατα. Ειπώθηκε στον Αεροπαγιτικό Λόγο του Ισοκράτη το 357 π.Χ. Είναι όμως τόσο επίκαιρη, όσο και η πρόγνωση του καιρού που μόλις πριν λίγο μεταδόθηκε από το δελτίο ειδήσεων. Τρανταχτό παράδειγμα του ότι η  ι σ τ ο ρ ί α  ε π α ν α λ α μ β ά ν ε τ α ι. Αλλά δεν κάνει μόνο αυτό: μια τροχιά γύρω απ’ τον εαυτό της. Κάνει και μια τροχιά γύρω απ’ τις ζωές μας, κρίνοντας μέσα από την αντικειμενική συνισταμένη της σκέψης του μέσου πολίτη. Καταχωρίζει στα αιώνια κατάστιχά της την αναντιστοιχία λόγων και έργων, υποσχέσεων και πράξεων.
    Πότε θα βρεθεί η θέμις των αδικημένων και η νέμεσις των ατιμώρητων ουδείς γνωρίζει. Κάποτε η επίκληση στη δικαστική εξουσία αποτελούσε ακόμη και βαριά απειλή έναντι στην παρανομία ή την παρεκκλίνουσα συμπεριφορά. Τώρα πλέον το «θα σε σύρω στα δικαστήρια» ακούγεται τόσο τετριμμένο, όσο και το «θα βρέξει σήμερα». Η απομυθοποίηση των θεσμών  βρίσκεται προ των πυλών, με την κατακόρυφη πτώση του κοινοβουλευτικού κύρους να χτυπάει κόκκινο.
    Πριν λίγο καιρό ένα μικρό ανήλικο παιδί, γύρω στα δέκα έτη, καθώς περπατούσε με τον πατέρα του στο Σύνταγμα, έξω από τη Βουλή, κοντοστάθηκε πάνω στην αλλαγή φρουράς. Μπροστά στο μνημείο του αγνώστου στρατιώτη οι εύζωνες ακολουθούσαν κατά γράμμα το τελετουργικό αλλαγής. Ο άψογος συντονισμός τους ήταν αδιαμφισβήτητος. Η ίδια η διαδικασία, άλλωστε, αποτελεί ένα διάλογο. Του χθες με το σήμερα. Της ιστορίας του τότε με τη μαρτυρία των γεγονότων του τώρα. Του ποιοι ήμαστε κάποτε με το ποιοι είμαστε τώρα. Στην ερώτηση του παιδιού: «Τι γίνεται τώρα, μπαμπά;», ο πατέρας του απάντησε στα γρήγορα, σχεδόν ψυχρά και αδιάφορα ότι «οι τσολιάδες που είναι τώρα εκεί αλλάζουν και τις θέσεις τους παίρνουν άλλοι» και τράβηξε το παιδί από το χέρι, για να επιταχύνουν το βήμα τους. Η ευκαιρία συνδιάλεξης του παρελθόντος με το παρόν απέτυχε παταγωδώς. Ίσως το παιδί δεν έμαθε ποτέ το γιατί, εκτός αν, όταν μεγαλώσει, ψάξει να βρει μόνο του τι να σήμανε αυτή η σκηνή που εξελίχθηκε μπροστά στο μνημείο που κοσμεί το ελληνικό κοινοβούλιο, το κέντρο των ελληνικών αποφάσεων και πλέον μεταφραστικό κέντρο των μνημονιακών συμβάσεων. Ενδεχομένως ο πατέρας να φοβόταν τη θλιβερή σύγκριση και κυρίως το αποτέλεσμα αυτής, για αυτό και αποφάσισε να σιωπήσει. Να γυρίσει το κεφάλι απ’ την άλλη και να φύγει γρήγορα από το σημείο, σαν να προσπαθούσε να ρίξει ένα άσπρο σεντόνι πάνω στον καθρέφτη της Ιστορίας.
     Ως φανταστική συμπλήρωση της ως άνω ιστορίας έρχεται το παρακάτω γράμμα ενός πατέρα προς το παιδί του που έχει φύγει για το εξωτερικό:
    «29 Αυγούστου 2004. Θα ‘ταν δε θα ‘ταν 8 η ώρα. Το σούρουπο ήταν στα σκαριά. Άλλες μέρες γινόταν χαμός στη γειτονιά. Παιδικές φωνές, μαλώματα συζύγων, βογγητά παππουδογιαγιάδων. Οι γνωστοί ήχοι κάθε χωριού το καλοκαίρι. Όμως τότε κανείς. Λες κι έπεσε ελονοσία και τους θέρισε όλους. Μονάχα ανοιχτά παράθυρα και κόσμος στα μπαλκόνια με ένταση των τηλεοράσεων στο τέρμα υπήρχαν. Κι εκεί που ‘χα ξεχάσει τι συνέβαινε, άκουσα ένα μεγάλο φύσημα και μια «Καλή αντάμωση» και τότε θυμήθηκα: Θα ‘σβηναν μια φλόγα και θα γινόταν στην Αθήνα του Κουτρούλη ο γάμος. Σαν χθες ήταν.
   Και δεν έφτανε η απερίγραπτη χαρά των Αγώνων, που μας έκαναν εθνικά υπερήφανους και ηθικά εξαγνισμένους, αλλά ήρθαν κι έργα, υποδομές... Μάλιστα. Χαμός! Τα ‘λεγα στους άλλους στο χωριό και δε με πίστευαν, ώσπου τους έδειξα το σουβενίρ εισιτήριο απ’ τα διόδια της γέφυρας του Αντίρριου. Ήθελε η μάνα σου να πάει να δει την πρώτη της ξαδέρφη που γέννησε. Και τι κατάλαβε; Ύστερα χώρισε, της πήρε ο άντρας της το παιδί λόγω ακαταλληλότητας και πήγαν στο βρόντο και τα λεφτά και η γέφυρα. Τις άλλες φορές, όποτε περνούσα, έπαιρνα το πλοίο και έβγαζα τη γέφυρα φωτογραφία. Και τα διόδια ασφαλώς.
     Ύστερα, η ιστορία άλλαξε πάλι δυο-τρεις σελίδες κι έφτασε στο κεφάλαιο: «εθνική σωτηρία». Υπήρχαν λεφτά, και μάλιστα πολλά! Κι ας έλεγαν «οι άλλοι» ό,τι ήθελαν. Σκευωρίες και τεχνάσματα... Ναι! Και κόσμος πολύς υπήρχε που πίστεψε στα λεφτά αυτά. Στον Θεό είχε μείνει λίγο χώρος στην άκρη, για να πιστέψει κανείς. Κάποια στιγμή θα τον θυμόνταν κι Αυτόν. Όταν θα ‘καναν τον σταυρό τους, θαυμάζοντας την εθνική μας υποτέλεια σε ανταπόκριση από το Καστελόριζο. Η αντιμετώπιση της κρίσης με την υποδοχή της διεθνούς επίβλεψης από τους Ευρωπαίους εταίρους και αδερφούς είχε ξεκινήσει από την τουριστική προώθηση των νησιών μας. Το βασικό όμως και κρυφό νόημα ήταν όχι η διαφήμιση στους λαίμαργους για ήλιο τουρίστες, αλλά στους πεινασμένους για χρήμα δανειστές.
      Κι ενώ δεν μπορούσα να χωνέψω τι συνέβαινε, πώς ήρθαν έτσι τα πράγματα άνω – κάτω σε μια τόσο υγιή πολιτικά και οικονομικά κοινωνία, συνειδητοποίησα παράλληλα ότι δεν ήξερα το νόημα της αληθινής χαράς. Πήρες το πτυχίο σου κι έγινες και με τη βούλα επιστήμονας. Η ανάπτυξη ήταν προ των πυλών. Έτσι μας διαβεβαίωνε ο νεαρός μας πρωθυπουργός, όσο κι αν προσπαθούσε ο βάρβαρος απόγονος του Αδόλφου από τα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να πείσει για το αντίθετο.
      Ήταν Κυριακή του Θωμά, όταν έχασα τη μητέρα σου. Το θυμάσαι; Μη δακρύζεις. Δεν θα το ‘θελε. Τι κι αν έμεινες με το πτυχίο; «Το κύρος είναι πιο βαρύ απ’ το χρήμα, κι ας μην μπορείς να το ξοδέψεις.». Έτσι έλεγε ο πατέρας μου. Μα το κύρος δε σε κάνει κύριο στους έξω, παρά μόνο στους μέσα. Και τότε σε κέρδισε το εξωτερικό και σε ‘χασε η χώρα σου. Κι εγώ. Λιγάκι, όχι πολύ. Να μέχρι να στεγνώσει αυτό το δάκρυ που μόλις πέφτει, είχες γίνει ανάμνηση στην καρδιά μου, γιατί πλέον μόνο μ’ αυτή σκεφτόμουν. Τα μυαλά μου τα ‘χαν πάρει οι άλλοι στο σκλαβοπάζαρο των ιδεών τους. Κοψοχρονιά, μη φανταστείς. Και, πλέον... Να ‘σαι πάλι δω, για να σε δω. Να σου ζητήσω συγγνώμη που σε ‘φερα σε έναν πλαστικό κόσμο. Εφόδια μη ζητάς. Τα φτερά του Ίκαρου θα σου δώσουν. Με ένα ίσως πια θα σε χαιρετίσω και θα σβήσω το φεγγάρι, γιατί ντρέπομαι να αντικρίζω τις σκιές των ενοχών μου.»
    Πλέον το λευκό μαντήλι της νηνεμίας έχει δώσει τη θέση του στο κόκκινο πανί της ψυχολογικής αναταραχής και ο εσωτερικός ταύρος των ανασφαλειών μας παίρνει φόρα. Ξανά και ξανά. Πολλές φορές. Έχοντας κεντράρει το στόχο του, όμως φοβούμενος να επιτεθεί, κι ας έχει το Σύνταγμα συνοδοιπόρο του. Ο σεβασμός των ατομικών δικαιωμάτων δεν αποτελεί ευχέρεια του κράτους, αλλά υποχρέωσή του. Αυτό συμβαίνει σε κάθε κοινωνικό κράτος δικαίου που σέβεται τη δομή του και τη δημοκρατική αρχή, που το διέπει.
    Φαίνεται ότι δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τον κυκεώνα στον οποίο έχουμε εισέλθει ήδη από τον Ιούνιο του 2012. Και δε μιλώ για την περιβόητη οικονομική κρίση, αλλά για τη θεσμική. Η πρώτη υπήρχε εδώ και πολλά χρόνια και μάλιστα καμουφλαρισμένη. Η δεύτερη εμφανίστηκε ως απόρροια της χαμηλής στάθμης του μορφωτικού και πνευματικού επιπέδου μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος. Στο πολίτευμα υπάρχει μία προφανής κοινοβουλευτική αστάθεια, η οποία εντοπίζεται σε δύο συνιστώσες: Πρώτον, στην έλλειψη ιδεολογικής διαμόρφωσης γνώμης των πολιτών και δεύτερον στην όχι και τόσο αναπάντεχη εν τέλει άνοδο του νεοναζιστικού υβριδικού κομματικού σχηματισμού. Ζούμε ιστορικές στιγμές. Στιγμές που αυτή την ώρα που μιλάμε, οι σύγχρονοι «Ηρόδοτοι» της ιστορίας καταγράφουν στα κατάστιχά τους.
     Σχετικά με το πρώτο (έ λ λ ε ι ψ η  ι δ ε ο λ ο γ ι κ ή ς  δ ι α μ ό ρ φ ω σ η ς  τ η ς  π ο λ ι τ ι κ ή ς  γ ν ώ μ η ς): Δυστυχώς ο αποτροπιασμός προς κάθε τι το κοινοβουλευτικό έχει οδηγήσει σε μία μαζική απαξίωση του αξιώματος των εθνικών μας αντιπροσώπων, των δημοκρατικών συμβολισμών και των εν γένει πολιτικών αξιών. Αλληλένδετα λάθη προηγούμενων πολιτευτών, καθώς και η ημιτελής ανανέωση των κομματικών ψηφοδελτίων από τη μία και η τάση αδιαφορίας για την πνευματική καλλιέργεια της νεολαίας από το κράτος από την άλλη, οδήγησαν στην αδράνεια, τον ωχαδερφισμό, τη σχεδόν ζωώδη απάθεια. Οδήγησαν στη γενική και αόριστη προσμονή ενός από μηχανής Θεού, για να σώσει την κατάσταση. Το έτοιμο χρήμα έντυσε σώματα μαθητριών με πρώτες μάρκες χωρίς να έχουν ποτέ εργαστεί, ώστε να καταλάβουν την αξία τους. Οι πλαστικές, πιστωτικές κάρτες εξασφάλισαν στα πόδια των αγοριών γκάζια πρώτης ποιότητας, με το ρίσκο της ξέφρενης πορείας στην ξεχασμένη άκρη του μυαλού τους, χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει ότι η απόλαυση είναι απόρροια της αξίας και όχι της αεργίας. Η κοινωνία ανέθρεψε μια γενιά χωρίς να της λείπει απολύτως τίποτε. Χωρίς να έχει αισθανθεί, τουλάχιστον η συντριπτική της πλειοψηφία, έντονη την αίσθηση της στέρησης, όπως επίσης και χωρίς να έχει αγωνιστεί για ισάξιας παροχής αποκτήματα. Το σύστημα (αν και απεχθάνομαι τη λέξη, γιατί έχει καταντήσει λεκτική καραμέλα στα χείλη χρωματισμένων λόγων) δημιούργησε πολίτες με πρόσκαιρες γνώσεις. Δημιούργησε  ι δ ε ο λ ο γ ί ε ς  μ ε   η μ ε ρ ο μ η ν ί α  λ ή ξ η ς. Και εκεί που το πανεπιστήμιο καταφθάνει να αντικαταστήσει το κενό από τη μία, έρχονται να αντισταθμίσουν τη συνεισφορά του η περιορισμένη ύλη, οι ανεπαρκείς ώρες διδασκαλίας και οι αχαρακτήριστες υποδομές και εγκαταστάσεις από την άλλη. Έπειτα, ο πολίτης, παίρνοντας το πτυχίο του, «υποχρεούται» πλέον να μετατραπεί σε έλλογο ψηφοφόρο, σε έναν κοινωνό - παντογνώστη.  «Υποχρεούται» να συμμετάσχει στα «κοινά», τα οποία δεν γνωρίζει καλά – καλά.  Θυμάται μόνο τη σημείωση 4 στην υποπαράγραφο 2 του βιβλίου μιας δεξιάς σελίδας που όριζε την ενασχόληση με τα κοινά ως τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή και την ασχολία με τα θέματα της πόλης – κράτους. Εκεί σταμάτησε ο ορισμός, μαζί μ’ αυτόν και η γνώση του κοινωνού – πολίτη και εκεί και το μέλλον του. Γιατί μέλλον χωρίς παρόν δεν χτίζεται. Μπορεί να χτιστεί μόνο παρόν από το τσιμέντο των παρελθόντων χρόνων. Δεν γνωρίζουμε, βέβαια, πόσα αποθέματα έχουν ακόμα μείνει…
      Σχετικά με το δεύτερο και συγκεκριμένα το  υ β ρ ι δ ι κ ό  σ χ ή μ α  τ η ς  ν ε ο ν α ζ ι σ τ ι κ ή ς  κ ο μ μ α τ ι κ ή ς  ο ρ γ ά ν ω σ η ς: Χάρις στο de lege lata δημοκρατικό μας πολίτευμα εισήχθηκε στο κοινοβούλιο, όμως δεν είναι η αιτία της συζήτησης. Αποτελεί μοναχά την αφορμή της. Η πλασματική ευημερία προ του 2009 δημιούργησε την εντύπωση ενός υγιούς καθόλα πολιτεύματος. Ακόμα και όταν ψηφίστηκε ο νόμος περί ευθύνης υπουργών λίγοι ήταν οι συνταγματολόγοι που με παρρησία στηλίτευσαν το λάθος αυτό, γιατί περί λάθους εν τέλει επρόκειτο. Διατρανώς μάλιστα. Πέρα από αυτό, το υποτυπώδες κοινωνικό κράτος δικαίου αντί να στεκόταν ως συμπαραστάτης του πολίτη, τού αντιστεκόταν σθεναρά και μάλιστα σιγόνταρε την παράνομη συμπεριφορά του πολλαπλώς και ποικιλοτρόπως μέσω των οργάνων του. Οι πελατειακές σχέσεις έδιναν και έπαιρναν και η  δ η μ ο κ ρ α τ ί α  ά ν τ ε χ ε. Η διαφθορά γλεντούσε και η  δ η μ ο κ ρ α τ ί α  ά ν τ ε χ ε. Το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος είχε αρχίσει το ξέβγαλμα και η  δ η μ ο κ ρ α τ ί α  ά ν τ ε  χ ε. Οι συνειδήσεις αλλοιώνονταν και η  δ η μ ο κ ρ α τ ί α  ά ν τ ε χ ε. Και εκεί που η υποσχεσιολογία εξαντλήθηκε, εκεί που τα «θα» στέρεψαν, ξεπρόβαλε η αλεπού με μανδύα προβάτου και μίλησε στην απλή, λαϊκή γλώσσα: τη  γ λ ώ σ σ α  τ η ς  ε κ δ ί κ η σ η ς. Τη γλώσσα που καταλαβαίνουν όλοι: από παιδιά πρώτης δημοτικού μέχρι και γιαγιάδες που φλερτάρουν με έναν μαυροντυμένο κύριο με δρεπάνι. Η έλλειψη σαφούς πολιτικού προσανατολισμού, με τον κάθε βουλευτή να πράττει το μακρύ και το κοντό του, ιδρύοντας νέο κόμμα και μεταπηδώντας από τη μια ιδεολογία στην άλλη, λες και είναι μικρό παιδί που αλλάζει γνώμη κάθε πέντε λεπτά για το τι θέλει να φάει, δημιούργησε μια τέτοια έντονη εικόνα σύγχυσης στο εκλογικό σώμα, που μέχρι και το 2012 δεν μπορούσε να βρει λύση. Και ξαφνικά, σαν μάννα εξ ουρανού, βρέθηκε ο διοπτροφόρος οπαδός του Χίτλερ, με παρεμφερές σήμα που παραπέμπει σε σβάστικα, να παρασύρει στη διάβα του κάθε ενδοιασμό και να κερδίσει εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους παριστάνοντας τον καλό Σαμαρείτη. Είναι λογικό για έναν άνθρωπο που φοβάται να κυκλοφορήσει το βράδυ να ψηφίσει κάποιον που θα τον οδηγήσει με ασφάλεια στο σπίτι του. Είναι λογικό για έναν άνθρωπο που δεν έχει χρήματα να αγοράσει τροφή να ψηφίσει κάποιον που θα του δώσει δωρεάν γεύματα. Εκεί που δε δούλευε επαρκώς η αστυνομία, υποκαταστάθηκε από κάποιους μαυροφορεμένους άνδρες χωρίς καμία απολύτως  εξουσιοδότηση άσκησης του κρατικού μονοπωλίου νόμιμης βίας (με την έννοια της κρατικής υποχρέωσης συντήρησης της ευταξίας της πολιτείας με όσο γίνεται ηπιότερα μέτρα εξαναγκασμού και με πλήρη σεβασμό παραλλήλως της αρχής της αναλογικότητας - φιλοσοφική έννοια του όρου « νόμιμη βία» - βλ. «Το κράτος και το μονοπώλιο της βίας. Θεωρήσεις και μεταβολές», της Μαρίας Μαρκαντωνάτου, εκδ. Παπαζήση, 2009).
   Ζούμε αναμφισβήτητα ιστορικές στιγμές. Η Δικαιοσύνη έχει πλέον το λόγο να δικάσει. Είτε να  αθωώσει, είτε να καταδικάσει. Ας μη βιάζονται οι δημοσιογράφοι να πάρουν τις θέσεις των δικαστών. Η αρχή του «in dubio pro reo» (δλδ. εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με το τεκμήριο αθωότητας και την αρχή της δίκαιης δίκης κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) λειτουργεί μέχρι την έκδοση της καταδικαστικής – για πολλούς αμετάκλητης – δικαστικής απόφασης. Αν η κατηγορία για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση δεν ευδοκιμήσει λόγω αμφιβολιών, τότε θα έχει επιτευχθεί η πανηγυρική ηρωοποίηση των μελών του χιτλερικού αυτού κινήματος και μαζί μ’ αυτήν η τυχόν σταδιακή άνοδός του ακόμη και στην εξουσία. Άλλωστε, δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι πάντοτε ο φαινομενικά αδικημένος προσπαθεί με νύχια και με δόντια να αποκαταστήσει την απωλεσθείσα φήμη του στον κοινωνικό περίγυρο, πράγμα το οποίο τις περισσότερες φορές καταφέρνει.
    Όμως πώς θα αξιώσω; Πώς θα απαιτήσω την κατοχύρωση της ελευθερίας μου; Πότε πρέπει να ξεκινήσω; Κυρίως όντας νέος. Τότε δηλαδή που υπάρχει το όραμα, η ελπίδα και η προοπτική ως αβίαστοι συνοδοιπόροι ενός ατόμου που είναι έτοιμο να προσφέρει στην κοινωνία ως ελεύθερος άνθρωπος. Λόγια που ηχούν μέσα στον χρόνο σαν καμπάνες συνείδησης είναι αυτά του μεγάλου συνθέτη Μάνου Χατζηδάκι (23.07.1989) για τη νεολαία: «Ένας νέος που δεν μετέχει στα κοινά, είναι ανάξιος να λέγεται νέος. Δεν μπορεί ένας νέος να εξαντλείται στα ερωτικά του ενδιαφέροντα, στις σπουδές του, στα χορευτικά και στην ιδεολογία του Ολυμπιακού. Η νεολαία σήμερα απέχει από τα κοινά κι αυτό θα δημιουργήσει πολίτες αδιάφορους. Και οι αδιάφοροι πολίτες ανοίγουν τις πόρτες στα δεινά. Πιστεύω πως μια κυβέρνηση που θα προκύψει μελλοντικά, πρέπει να φροντίσει ώστε να τοποθετήσει ανάμεσα στους νέους τις έννοιες της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας. Ώστε όλα τα σκοταδιστικά στοιχεία, οποθενδήποτε προερχόμενα, να αντιμετωπίζουν την αντίδραση της υγιούς νεολαίας. Μόνο έτσι θα είμαστε ήσυχοι ότι ο τόπος θα προχωρήσει σωστά. Φτιάξε ελεύθερους ανθρώπους, για να έχεις ελεύθερο χώρο.»



    Η Ελλάδα ακούγεται μέσα από τις φωνές της: Γιάννης Ρίτσος, Μάνος Χατζηδάκις, Κωστής Παλαμάς, Κωνσταντίνος Καβάφης, Μάνος Λοίζος, Νίκος Καζαντζάκης. Μερικά από τα ονόματα που μας φωνάζουν, που μας καλούν να αφυπνιστούμε και να  α φ υ π ν ί σ ο υ μ ε  με  τη  σειρά  μας  σ υ ν ε ι δ ή σ ε ι ς  αποπροσανατολισμένες, χαμένες στο λήθαργο του πεσιμισμού, στη δίνη της πνευματικής νωθρότητας, στη «μόδα της παραίτησης». Τρέξε, για να προλάβεις. Δες, για να προβλέψεις. Άκου, για να ακροαστείς.
    Ας αρχίσουν οι χοροί κι ας μην ξέρουμε να χορεύουμε. Ας ξεκινήσουν τα «γιατί» κι ας μην έχουμε να τους δώσουμε απαντήσεις. Ας προσπαθήσουμε να λύσουμε τα προβλήματα, κι ας μην ξέρουμε στην αρχή τον τρόπο. Κι όλα αυτά μέσα σε μια κοινωνία που δεν θα πνίγει, αλλά που θα εμπνέει. Μέσα σε ένα κράτος που θα έχει ελαφρύτερες ενοχές, ώστε να σταματήσει να βουλιάζει από το βάρος των τύψεών του. Μέσα σε μια χώρα που θα θυμηθεί το πώς μεγάλωσε. Σε μια χώρα που δεν θα  αντιπροσωπεύουμε απλώς έναν ακέραιο αριθμό από το 1 ως το 11.000.000. Σε μια χώρα που η Εφορία δεν θα μας αντιμετωπίζει ως κωδικούς, τα παντοπωλεία ως «bar codes», οι τράπεζες ως χρέος, η τηλεόραση ως τηλεθέαση, ο ταχυδρόμος ως κώδικες, οι βουλευτές  ως ποσοστά, το ΙΚΑ ως χαρτί προτεραιότητας, το σχολείο ως βαθμούς, ο εργοδότης ως μισθό. Και εν τέλει ο χρόνος ως θύματά του. Ας κυνηγήσουμε τον χρόνο, ας γίνουμε εμείς η κραυγαλέα παύση του. Ας ακολουθήσουμε τα όνειρα, ας γίνουμε εμείς οι εφιάλτες τους.
     «Διάβαζε!», μου ’λεγαν. «Διάβαζε να μη γίνεις αμόρφωτος, απαίδευτος!» Μου το ’λεγαν οι γονείς μου, οι παππουδογιαγιάδες μου, η αδερφή μου. Όμως τελικά άκουσα το ένστικτό μου. Και διάβασα. Διάβαζα στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, στο Πανεπιστήμιο, στο λεωφορείο, στο μετρό. Ύστερα, όμως, μου έμεινε συνήθεια. Άνοιγα κι άλλα βιβλία, πέρα απ’ αυτά που υπαγόρευε το αξιοσέβαστο Υπουργείο Παιδείας. Λογοτεχνία του Βενέζη, δοκίμια του Παπανούτσου, ποιήματα του Ελύτη.
     Μετά το διάβασμα μάς μαθαίνουν ότι έρχεται η εξέταση. Εξέταση στο Δημοτικό, εξέταση στο Γυμνάσιο, εξέταση στο Λύκειο, εξέταση στο Πανεπιστήμιο. Και εξέταση στη ζωή. Και εκεί που νομίζεις ότι τα έχεις περάσει όλα με το πλατύ χαμόγελο της ικανοποίησης να σε «καρφώνει» μπροστά στους περαστικούς, γνωστούς, φίλους και συγγενείς, μένεις μετεξεταστέος. Γιατί, ενώ έμαθες στα βιβλία ότι το κράτος σε υπηρετεί, αντ’ αυτού σε διώκει. Γιατί, ενώ κάπου πήρε το μάτι σου ότι οι εκλεγμένοι βουλευτές σε αντιπροσωπεύουν, τελικά σε διαπομπεύουν. Και δίνεις ξανά εξετάσεις. Στο ίδιο μάθημα. Εν τω μεταξύ η ύλη αυξάνεται και οι εξεταστές γίνονται πιο επικίνδυνοι, καθώς εσύ γνωρίζεις περισσότερα από εκείνους (που σε κυβερνούν). Αναγκάζονται να σε ρωτούν πράγματα  ε κ τ ό ς  δ ι δ α κ τ έ α ς  ύ λ η ς, που απαιτούν μια γενική μόρφωση, την οποία εκουσίως δεν σου παρείχαν, για να μην μπορέσεις να αντιδράσεις, όταν έρθει η στιγμή. Και ενώ ο Παύλος, η Μίνα και άλλοι δυο – τρεις μας μπορούμε να βροντοφωνάξουμε «όχι», έρχεται ο Γιάννης, ο Μιχάλης, η Ελένη, η Μαρίνα, ο Αριστείδης, ο Ιάκωβος, ο Τάσος, η Μαρία, η Ελισάβετ και ο Μανούσος και πατάνε το φρένο και μας κόβουν. Γιατί; Διότι διάβασαν μόνο τη διδακτέα ύλη. Δεν μπορούν να απαντήσουν παρακάτω.
   Μιλάω αλληγορικά, γιατί μας απαντούν «αλιγατόρικα», με κροκοδείλια δάκρυα. Μία πρόταση αλλάζει νόημα με το «δεν» και ένας αριθμός αλλάζει τιμή με το «πλην». Το  π ρ ό σ η μ ο  τ η ς  χ ώ ρ α ς  τ ο  β ά ζ ο υ μ ε  ε μ ε ί ς  κ α ι  δ υ σ τ υ χ ώ ς αυτό ακόμη δεν το έχουμε καταλάβει. «Η Ελλάδα μπορεί και θα τα καταφέρει», «Εμείς θα σώσουμε την Ελλάδα» κ.ο.κ. Τι θα γινόταν αν έλεγε κάποιος στη Βουλή των Ελλήνων «Εμείς δεν μπορούμε σώσουμε την Ελλάδα»; Θα μιλούσε ειρωνικά; Περιπαιχτικά; Ή απλώς θα έλεγε την αλήθεια; Τι θα εκτιμούσε τότε ο πλανημένος από την έτοιμη τροφή πολίτης; Θα ξυπνούσαμε; Ίσως οι ερωτήσεις θεωρηθούν ρητορικές.
   Στην αρχαία φιλοσοφία κάποιοι τύποι - νομίζω  Πλάτωνας, Σωκράτης, Αριστοτέλης τους έλεγαν - αναζητούσαν συνεχώς την αλήθεια. Λογομαχούσαν σε έντονο βαθμό μάλιστα, όταν κανείς προσπαθούσε να τους αποσπάσει από το στόχο τους και να τους ξεγελάσει. Στη μοντέρνα φιλοσοφία κάποιοι άλλοι τύποι προσπαθούν να κρύψουν την αλήθεια, να βγάλουν απ’ την διδακτέα ύλη κάθετί που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον τους και να τους εξασθενίσει. Και τι θα μπορούσε να τους αποδυναμώσει ή ακόμη και να τους αφοπλίσει; Η παιδεία.
   Δεν είχαμε μάθει να κρίνουμε. Όταν, λοιπόν, αποκαλύφθηκε και το υπόλοιπο παγόβουνο της πολιτικής διαφθοράς, πέρα από την κορυφή του, τότε εκστασιαστήκαμε! Δεν το περιμέναμε! Εξ ου και η εκδικητική ψήφος πλέον σε κομματικό σχηματισμό με σημαία του την καθίζηση βασικών ατομικών δικαιωμάτων. Όμως δεν φταίνε αυτοί, γιατί δεν τους διδαχτήκαμε. Δεν ήταν στα «sos». Δεν μπορούσαμε να τους αντιμετωπίσουμε έγκαιρα, διότι τα προηγούμενα ψηφοδέλτιά μας ήταν έγκυρα... Και έτσι δημιουργούνται πλέον νέες θεωρίες: η προαναφερθείσα «των υπανθρώπων» (sic), της μισαλλοδοξίας, «των άκρων» και πολλές άλλες. Πενία ιδεών τέχνας κατεργάζεται...
   Τώρα που το σκέφτομαι, καλύτερα που δε ζει ο Πλάτωνας στις μέρες μας. Θα απογοητευόταν από την πλήρη αδιαφορία που θα του έδειχναν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καθώς το μοναδικό κανάλι, που  ί σ ω ς  τον καλούσε για συνέντευξη, θα ήταν η δημόσια τηλεόραση. Ο μισός κόσμος θα τον αποκαλούσε κομμουνιστή και ο άλλος μισός φασίστα. Επομένως, κατά μία άποψη, υπήρξε τυχερός που δεν γεννήθηκε στην εποχή μας. Πολύ τυχερός. Έγραψε την «Απολογία» του δασκάλου του, χωρίς να μπορεί να προβλέψει ότι περίπου 2.500 χρόνια μετά θα αναζητείτο ο αντικαταστάτης του, για να γράψει την απολογία ενός ολόκληρου έθνους. Ενός έθνους που μπορεί ακόμη να τα καταφέρει αν διαβάσει και τα υπόλοιπα κεφάλαια, που βρίσκονται εκτός διδακτέας ύλης.
«Διάβαζε!», μου ’λεγαν. Το έκανα. Κι ύστερα σιωπή...