Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Πίσω απ΄ τη σιωπή




Το φιλί των δύο νέων τον εμπόδισε να ξεμυτίσει στον πιο γνωστό πλακόστρωτο δρόμο της Αθήνας. Λες και ο έρωτας δημιουργούσε μια αόρατη ασπίδα προστασίας απέναντι στη σωρεία αντίθετων συναισθημάτων που κυριαρχούσαν κάποια μέτρα πιο μακριά λίγα λεπτά πριν. Κόντευε σχεδόν τέσσερις το πρωί. Η πρωτεύουσα είχε απογυμνωθεί από το πληθυσμιακό της μεγαλείο, την παρουσία του καταδότη ήλιου και το φως του αδιάκριτου φεγγαριού, που βρισκόταν στην απόλυτη χάση του. Η Διονυσίου Αρεοπαγίτου ήταν μονάχα ένας έρημος δρόμος με ονοματεπώνυμο, αφημένος στην κατάρα της φθινοπωρινής μοναξιάς του. Όταν οι νέοι ξανάκλεισαν τα μάτια τους, για να δουν καλύτερα ο ένας τον άλλο, εκείνος κατάφερε και έσυρε τη μεγάλη μαύρη σακούλα γρήγορα μαζί του και, τρέχοντας σχεδόν, κατέφυγε στη συνωμοτική βοήθεια του σκοταδιού που απλωνόταν σε μεγάλο μέρος της οδού.
Συνέχισε να σέρνει με κόπο. Με δάκρυα στα μάτια, που δίσταζαν να ξεχειλίσουν. Δίσταζαν να ζήσουν μια σύντομη ζωή και έμεναν όσο πιο πολύ μπορούσαν στην φωλιά που τα γέννησε. Τελικά κάποια γλίτωσαν. Τα περισσότερα αυτοκτόνησαν πάνω στα παγερά πλακάκια της διαδρομής. Συνέχιζε να σέρνει και να περπατά. Μόνο και μόνο το ότι τα κατάφερνε τού φαινόταν άθλος. Δεν είχε περιθώριο να σκεφτεί κάτι άλλο, παρά μόνο τον τρόπο διαφυγής του. Υπολόγιζε και πάντα κάτι περίσσευε. Σχεδίαζε, μα ποτέ οι σκέψεις του δεν θα ’παιρναν μορφή. Είχε ξεφύγει από τη σφαίρα του εφικτού. Έπρεπε να επανέλθει στην πραγματικότητα που εκείνος είχε διαμορφώσει. Να αντιμετωπίσει τα εμπόδια, που ο ίδιος είχε στήσει στο δρόμο του.
Κουρασμένος, με τον ιδρώτα και τα δάκρυα να παλεύουν ποιο απ’ τα δύο θα νικήσει, ξαπόστασε σε ένα από τα παγκάκια του Ηρωδείου. Πλήθος διαφημιστικών φυλλαδίων γέμιζαν τον εξωτερικό χώρο του αρχαίου θεάτρου και χόρευαν στους ρυθμούς του ανέμου. Οι φλέβες του πάλλονταν. Η καρδιά του έσπρωχνε το φανελάκι του να κάνει πιο πέρα, γιατί την εμπόδιζε να αποδράσει απ’ το κορμί. Τα χείλη του ξερά. Τα χέρια του τρεμάμενα. Δεν ήξερε αν ήταν από τον φόβο ή την κούραση. Από την απόγνωση ή τη λύπη. Από την απέχθεια ή τη συγγνώμη. Δεν μπορούσε να κοιτάξει πουθενά. Η φωτισμένη Ακρόπολη τον κατασκόπευε. Ο δρόμος τον ακολουθούσε. Ο άνεμος κρυφάκουγε τις τύψεις του. Δεν είχε πού να κρυφτεί. Αφού σήκωσε με κόπο τη σακούλα και την πήρε πάλι στον ώμο του, άρχισε να προχωρά γοργά κουβαλώντας συνάμα το βαρύ φορτίο. Τελικά, αποφάσισε να πάει εκεί που είχε αρχικά σκεφθεί. Κατηφόρισε γρήγορα το δρόμο και χάθηκε στα στενά της Πλάκας, που μεμιάς τον κάλυψε από τα καχύποπτα βλέμματα μιας παρέας μεθυσμένων, οδηγώντας τον στον λαβύρινθο της φιλόξενης, μεγάλης της γειτονιάς.

Η οικογένεια του τρίτου ορόφου ενός νεοκλασικού στην περιοχή Μακρυγιάννη είχε φροντίσει να εξασφαλίσει όλα όσα χρειάζονταν για το ευ ζην της. Ψηφιακή τηλεόραση, γυαλισμένα μάρμαρα, δερμάτινα έπιπλα, μικρά αγαλματίδια αρχαίων Ελλήνων προσωπικοτήτων, για να θυμίζουν στους ενοίκους το φιλοσοφικό υπόβαθρο της χώρας στην οποία ζούσαν, μοντέρνοι πίνακες με χρώματα ταιριαστά με το χώρο του σαλονιού και καθιστικού αποτελούσαν μερικά από τα αντικείμενα που έκαναν την καθημερινότητά τους ομορφότερη. Ο μόνος που είχε παρατηρήσει ότι μια ζωή γίνεται ομορφότερη με προσοχή στους ανθρώπους και όχι στα πράγματα ήταν ο παραμελημένος γιος της οικογένειας. Δεκατεσσάρων χρόνων στο μυαλό, μα πολύ πιο ώριμος στην ψυχή, είχε γίνει πια εχθρός με τη μονοτονία του έτοιμου φαγητού, της έτοιμης καθαριότητας, της έτοιμης μεταφοράς, του έτοιμου αισθήματος. Η μητέρα του εργαζόταν ως νομικός σύμβουλος σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο της Αθήνας. Ο πατέρας του είχε μεγάλο εστιατόριο, πολύ κοντά στο σπίτι τους. Μεγάλωσε με γυναίκες ξένες, άδειες. Αναπληρώτριες του μητρικού ρόλου. Άκουγε τα βράδια παραμύθια από στόματα που είχαν φωνή και τίποτα δεν έλεγαν. Έμαθε να παίζει ποδόσφαιρο με έναν πατέρα θεατή, καμαρώνοντας για την καλοπληρωμένη δουλειά του νεαρού προπονητή τους. Όμως, ποτέ του δεν εξέφρασε παράπονο. Γιατί ήξερε ότι τα πάντα γίνονταν για αυτόν. Οι ανέσεις, οι πολυτέλειες, ο περισσός πλούτος, η ακριβή μόρφωση. Η οικογένειά του, πίστευε, πως έκανε πάρα πολλά στην αγωνία της να τον ευχαριστήσει. Εργάζονταν κι οι δυο γονείς του τόσο σκληρά που είχε μπει πολλές φορές στον πειρασμό να τους ρωτήσει πότε βρήκαν τον χρόνο στο παρελθόν να τον συλλάβουν! Δεν το τόλμησε. Ειδικά τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη τους έβλεπε σχεδόν περιστασιακά. Κι όταν αυτό το τελευταίο λάμβανε χώρα, τις περισσότερες των περιπτώσεων κατέληγε σε καβγά, με τον ίδιο άθελά του θεατή.
Μια εκ των ημερών, Σάββατο πρέπει να ’ταν, το αντρόγυνο είχε μείνει μόνο του στο σπίτι. Το πάρτυ του καλύτερού του φίλου, τούς είχε στερήσει τη συντροφιά του γιου τους. Ενώ τα λεπτά κυλούσαν, μέχρι να πιάσoυν πάλι απροετοίμαστη την ξεχασμένη ώρα, τα εκτοξευόμενα λόγια των γονιών άρχισαν πάλι να παλεύουν αδυσώπητα αναμεταξύ τους.
«Και θα μου πεις εσύ, ότι ο Άρης έχει γίνει πιο επιθετικός... Που τον βλέπεις μια φορά την εβδομάδα...» Από την άλλη μεριά, δε, ερχόταν η απάντηση: «Κοίτα ποια μιλάει, που αν ο Άρης δεν ήταν πλανήτης, δεν θα θυμόσουν καν το όνομά του...» Συνήθως το κρεσέντο της έντονης λογομαχίας έκλεινε τη συζήτηση επί των πεθερικών του ενός ή και των δύο μερών. Όμως η συνήθεια δεν αποτελεί πάντοτε τον κανόνα. Αυτή τη φορά εκείνη δεν απάντησε. Παρήγγειλε στην αλλοδαπή υπηρέτρια να φύγει μισή ώρα νωρίτερα.
-         «Ώρα είναι τώρα, να γίνουμε ρεζίλι και σε Τρίτες χώρες...», του είπε με αγέρωχο ύφος, επιστρέφοντας στην κουζίνα.
    Ο θυμός του δεν είχε προλάβει να καταλαγιάσει.
-     «Σου ’χει διαφύγει μάλλον το γεγονός ότι η Ελλάδα εδώ και πολύ καιρό δεν είναι πρώτη χώρα, αλλά ούτε και δεύτερη
-     «Το θέμα μας δεν είναι αυτό, αλλά η αναξιότητά σου ως πατέρας, που ανάθεμα κι αν...»
-     «Α, για να σου πω... Δεν θα αμφισβητήσεις τώρα και την πατρική μου φιγούρα...», τη διέκοψε εκείνος έξαλλος.
-     «Ένας φιγουρατζής είσαι και τίποτ’ άλλο», ήρθε σχεδόν αυτόματα η απάντηση, ενώ φορούσε τα γάντια της και κρατούσε το μαχαίρι, για να καθαρίσει τις πατάτες.
-     «Το παιδί μου θα το μεγαλώσω όπως πιστεύω εγώ καλύτερα», φώναξε εκείνος στεντόρεια.
-     «Ποιος σου ’πε ότι είναι δικό σου παιδί;», του αντιγύρισε καγχάζοντας περιπαιχτικά. Το αίμα του κόχλαζε. Οι αντιστάσεις του κάμφθηκαν. Το πρόσωπό του σκλήρυνε. Έτρεμε σχεδόν από το θυμό. Και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πετάχτηκε από τη θέση του, της άρπαξε το μαχαίρι και την έκανε να σωπάσει μια και καλή.
Τη γυναίκα που τόσο είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά. Ίσως το μεγάλο του λάθος ήταν ότι δεν περίμενε να δει τι θα συμβεί με τη δεύτερη. Την έβλεπε αποσβολωμένος για κάποια λεπτά να κείτεται άπνοη, μέχρι που αποφάσισε ότι έπρεπε κάτι να κάνει. Δεν θα έμενε εκεί άπρακτος μέχρι να γυρίσει ο γιος τους. Βρήκε τις μεγάλες σακούλες σκουπιδιών που είχαν για τον εξωτερικό τους κάδο και αφού την έγδυσε και σκούπισε τα αίματα από τα βαμμένα πλέον πλακάκια, πριν προλάβει το σώμα αντιδράσει στο θάνατο και γίνει ατιθάσευτα άκαμπτο, την τοποθέτησε λυγίζοντάς την βίαια, μέσα στην μαύρη σακούλα λες και τα τελευταία της λόγια δεν είχαν ξεθωριάσει στο μυαλό του.
Η ώρα ήταν περασμένες 2.30. Βγήκε προσεκτικά από το νεοκλασικό τους σπίτι στην οδό Μητσαίων και με όσα αποθέματα δύναμης του είχαν απομείνει, άρχισε να απομακρύνεται αρχικά διστακτικά και στη συνέχεια γρηγορότερα από την οικογενειακή του εστία και τόπο του εγκλήματος.  

Το καφέ της Μελίνας ήταν έρημο. Το χαμόγελό της ακολουθούσε τα βήματά του, μέχρι που αυτός χάθηκε από μπροστά του. Αν και Σάββατο, το ασυνήθιστο κρύο για την εποχή δεν επέτρεψε στους λάτρεις της ρομαντικής Αθήνας να χαθούν μέσα στα στενά της Πλάκας. Αυτό έκανε το έργο του ακόμη πιο εύκολο. Άνοιξε την αυλόπορτα του πατρικού της σπιτιού και εναπόθεσε τη σακούλα πάνω στο χώμα, χωρίς να κάνει αρκετό θόρυβο. Η μητέρα της έλειπε στα λουτρά της Αιδηψού εκείνο το Σαββατοκύριακο, οπότε η εξαφάνιση του πτώματος στον πίσω κήπο φάνταζε ως η πιο ιδανική λύση στο πρόβλημά του. Του ’χε μείνει μονάχα να βρει ένα άλλοθι.
Ύστερα από αρκετά λεπτά, αν και εξουθενωμένος, είχε πλέον τελειώσει. Με την τσάπα στο δεξί του χέρι και με ένα πανί που σκούπιζε τον ιδρώτα του στο άλλο, ακούμπησε πάνω στο κοντάρι της, για να ξαποστάσει και να επαναπαυτεί στην επιτυχή εκτέλεση της αποστολής του. Ήταν πια μόνος, χωρίς γυναίκα, χωρίς δικό του παιδί. Ένιωθε εγκαταλελειμμένος. Όμως κρατιόταν με την παρηγοριά ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι μονάχοι: Χωρισμένοι, διαζευγμένοι, λυγισμένοι από την άκαμπτη ζωή, πεσμένοι για λίγο ή για πολύ στο Γολγοθά της μονάδας, ζορισμένοι να βρουν το άλλο τους μισό, πιεσμένοι να συνάδουν με τις κοινωνικές εθιμοτυπίες, κουρδισμένοι σαν ρομποτικά στρατιωτάκια, ταπεινωμένοι από τις μύχιες ενοχές τους, ταλαιπωρημένοι από το υπερφίαλο εγώ τους, καταπτοημένοι από τη μονήρη τους διαβίωση, ριγμένοι σε παιχνίδια χωρίς κανόνες, κουλουριασμένοι στο μηδέν της ψεύτικης αφετηρίας τους, αδικημένοι από τη σκιά του εαυτού τους, κοιμισμένοι από τα απατηλά τους όνειρα, ξεγελασμένοι από την προσωρινότητά τους. Κι εκεί άκουσε μια φωνή γνώριμη, μια φωνή τρεμάμενη, μια φωνή που έδειχνε να είχε καταλάβει σχεδόν τα πάντα, μια φωνή ξεψυχισμένη:
-     «Πατέρα, τι κάνεις εδώ; Πού είναι η μητέρα»;
Αποσβολωμένος, ύστερα από ελάχιστα δευτερόλεπτα, απάντησε απότομα στο γιο του:
-     «Τι θες εσύ εδώ; Η μητέρα σου είναι στο σπίτι».
-     «Από εκεί έρχομαι. Σας φώναζα με τις ώρες, δεν μου απαντούσε κανείς. Σας καλούσα στο κινητό. Πάλι τίποτα. Ώσπου παρατήρησα ότι έλειπαν από την εταζέρα τα κλειδιά της Πλάκας. Θεώρησα ότι θα είστε εδώ
-     «Ε... Ναι, τώρα που το λες, εδώ είμαστε», απάντησε αμήχανα και καθόλου πιστευτά.
Έμεινε να κοιτάζει ο ένας κατάματα τον άλλο. Σαν να γνωρίζονταν για πρώτη φορά. Σαν να αναγνώριζε ο καθένας ποιον είχε απέναντί του. Ξαφνικά ο Άρης άρχισε να τρέχει κλαίγοντας γοερά και συνάμα μη μπορώντας να φωνάξει για βοήθεια. Η φωνή του είχε κοπεί, όπως σε κάποια όνειρα που ο θύτης κυνηγά το θύμα που ονειρεύεται και το τελευταίο προσπαθεί να ξεφύγει με επιβράδυνση. Ο πατέρας του έτρεχε ξοπίσω του. Τον κυνηγούσε. Έτρεχαν κι οι δυο ξέφρενα. Ο γιος, για να σωθεί και ο πατέρας, για να σώσει το τομάρι του. Το νου του τριβέλιζαν συνεχώς τα τελευταία λόγια της συζύγου του: «Ποιος σου ’πε ότι είναι δικό σου παιδί;» και σαν ηχώ επαναλαμβάνονταν προκλητικά, σαν να ’χαν ακριβώς την ίδια ένταση, όπως όταν πρωτολέχθηκαν: «Ποιος σου ’πε ότι είναι δικό σου παιδί;»  Γιος και πατέρας βγήκαν στο σταυροδρόμι με το σταθμό του μετρό παραδίπλα ως σιωπηλός μάρτυρας. Κι οι δυο αναστέναζαν. Ο Άρης πέρασε απέναντι στο φανάρι προς τους στύλους του Ολυμπίου Διός και ο πατέρας του τον ακολούθησε χωρίς να είχε συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο από το γεμάτο μουσικές αυτοκίνητο που κατευθυνόταν κατά πάνω του. Το τέλος του ήταν ακαριαίο. Απ’ όλα τα λάθη του, μόνο ένα του κόστισε τη ζωή. Δεν άφησε τη σύζυγό του να ολοκληρώσει αυτό που ήθελε να πει. Έμεινε στη σιωπή της. Εκείνος μπορεί να ήταν τυφλωμένος από το θυμό του, αλλά τώρα πια ποτέ δεν θα μάθαινε ότι στο «Ποιος σου ’πε ότι είναι δικό σου παιδί;», θα προσθέτονταν και ένα απλό: «Είναι και δικό μου».


Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

#Asylitos (protagon.gr)

Αφορμή η Αμφίπολη.  Θα είναι ασύλητος ο τάφος; Θα βγούμε στην Ομόνοια να πανηγυρίσουμε όλοι μαζί το εθνικό μας μεγαλείο; 
           Σίγουρα η ανασκαφή και τα ευρήματά της είναι ανεκτίμητης αξίας. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Προς τι από την άλλη ο όλος αυτός ξαφνικός παροξυσμός από μικρούς και μεγάλους; Αναρωτιέμαι. Μήπως όμως δεν θα ‘πρεπε; Η χώρα βρίσκεται στο χειρότερο οικονομικό και ηθικό στάδιο της ιστορίας της. Μπορεί να μην υπάρχουν οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου να μεταφέρουν την ένδεια της εποχής, όμως αντ’ αυτών υπάρχει η έγχρωμη θέαση των καθημερινών σκηνών και στιγμών πείνας και εξαθλίωσης κυρίως στην πρωτεύουσα. Δεν θα καταπιαστώ με την επήρεια της κρίσης στα ανώτατα οικονομικά στρώματα, διότι από πολλούς κοινωνικούς κύκλους είμαι μάρτυρας μιας πλήρους απάθειας, συναισθηματικής αλλά κυρίως και ψυχολογικής:  Σ’ αυτούς ταιριάζει η φράση της Μαρίας Αντουανέτας: «Αν δεν έχουν ψωμί, ας φάνε παντεσπάνι». Τελικά είναι για μεγαλύτερη λύπηση από τους μη έχοντες. Θα αργήσουν να το καταλάβουν και θα ‘ναι πολύ αργά. Και προχωρώ.
              Η πόλη της Αθήνας, καθώς συγκεντρώνει τη μισή Ελλάδα, μιλάει από μόνη της για το σημείο κατάληξης του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της. Είτε χρησιμοποιεί κανείς τα μέσα μαζικής μεταφοράς, είτε το αυτοκίνητό του, βλέπει εικόνες ντροπής: Έγινα μάρτυρας τις προάλλες της σκηνής κατά την οποία μια αξιοπρεπέστατη κυρία βρισκόταν σε έναν κάδο απορριμάτων και συνέλεγε ό,τι της φαινόταν χρήσιμο. Πιο κάτω χρήστες ναρκωτικών έλιωναν στα πεζοδρόμια και στους γειτονικούς δρόμους δυο κλέφτες έτρεχαν να γλιτώσουν τη σύλληψή τους απ’ την αστυνομία, κοντά σε κατάστημα του Κολωνακίου.
«Θα είναι ασύλητος ο τάφος;» Ο Πρωθυπουργός δεν μπορεί να κοιμηθεί. Βλέπει τις κρυφές δημοσκοπήσεις και παρακαλά να βρει στον τύμβο αν όχι κάποιο απ’ τα πλευρά του Μέγα Αλέξανδρου τουλάχιστον κάποιο απομεινάρι από  απόγονό του – ας είναι και εξώγαμο, την πολιτική δουλειά του θα την κάνει. Από την άλλη ούτε ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης μπορεί να κοιμηθεί: Νιώθει ότι έρχεται σιγά – σιγά η στιγμή να κυβερνήσει και να τηρήσει τα διεθνώς συμφωνημένα και τον λούζει κρύος ιδρώτας. Όταν μάλιστα θα έχει γύρω στους 40 νεοναζιστές βουλευτές ως αντιπολίτευση τού μοιάζει σαν σενάριο ταινίας επιστημονικής φαντασίας... Όσο για τα άλλα κόμματα, η Ελιά φαίνεται να έχει πιάσει δάκο, το ποτάμι έχει ξεραθεί, το Κκε...Α! Υπάρχει ακόμα; Λανθάνουσα γλώσσα όμως τ’ αληθή λέγει, άρα θα υπάρχει. Οι Ανεξάρτητοι (όχι πια) Έλληνες έχουν μείνει μια μικρή παρεούλα και η Δημοκρατία συνεχίζει να κυβερνά τον τόπο.
«Θα είναι ασύλητος ο τάφος;» Είναι δεν είναι, η λέξη «ασύλητος» μπήκε στο λεξιλόγιό μας για τα καλά. Παιδιά από τον Εμμανουήλ Παππά Σερρών εμπλούτισαν το λεξιλόγιό τους με hashtags στο instagram «Βρίσκομαι στην Αμφίπολη! Ουάου! #asylitos #sfikes #megalexandros #summeringreece) Ποιος να μας έλεγε δέκα ακριβώς χρόνια πριν, 29 Αυγούστου 2004, όταν το γλυκό κορίτσι των Ολυμπιακών Αγώνων έσβηνε τη φλόγα, ότι θα περιμέναμε τώρα πια μια σπίθα να τονώσει την εθνική μας υπερηφάνεια. Γιατί αυτό είναι η Αμφίπολη. Μια ένεση υπενθύμισης του ποιοι περπάτησαν κάποιες εκατοντάδες χρόνια πριν από μας αυτά τα χώματα, τα ματωμένα χώματα, που μια Διδώ Σωτηρίου αναφέρει με ανατριχιαστικά εντυπωσιακή λογοπλασία στο βιβλίο της. Χώματα που είχαν μια λυπητερή επέτειο στις 27 Αυγούστου σε μια Σμύρνη που πριν χρόνια φλεγόταν και πενθούσε.

                «Θα είναι ασύλητος ο τάφος;» Ασύλληπτο μου φαίνεται. 

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

Τα 9 Α.

Η φωτογραφία βγήκε από τον γράφοντα στην τοποθεσία "Εγκρεμνοί Λευκάδας" πριν λίγες μέρες.
Ερωτευμένος μ' αυτό το απέραντο γαλάζιο. Θα μου κλέβει πάντα τα λόγια και τη σιωπή.


Δύσκολο πράγμα ο έρωτας.
Ανεξιχνίαστο – απ’ τα κρυφά του ίχνη. 
Ανεξερεύνητο – απ’ την πλατωνική του υπόσταση. 
Άφταστο – απ’ τα υψηλά του αισθήματα. 
Ατιθάσευτο – απ’ τα θηριώδη του πάθη. 
Ανεξάντλητο – απ’ την άπειρη αγάπη του.
Ακαταμάχητο – απ’ τις λογοτεχνικές του νίκες. 
Ανεξίτηλο – απ’ την ένταση των στιγμών του. 
Ανείπωτο – απ’ τον φόβο της έκφρασής του. 
Απαράμιλλο – απ’ την ανεκτίμητη αξία του. 

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Philip Kerr: Άνθρωπος χωρίς ανάσα


Με είχε κακομάθει ο Φίλιπ Κερ. Στην αρχή με την "Τριλογία του Βερολίνου" και στη συνέχεια με το εξίσου συναρπαστικό "Μοιραία Πράγα", περίμενα ότι ο "Άνθρωπος χωρίς ανάσα" θα ακολουθούσε τα χνάρια των προηγούμενων έργων του συγγραφέα. Δυστυχώς, ο Κερ αυτό δεν το πέτυχε αυτή την φορά. Όχι ότι το βιβλίο δεν είναι καλό, όμως δεν κατάφερε να με κερδίσει τόσο, όσο τα προηγούμενα ώστε να φτάσω στο σημείο να μη θέλω να το αφήσω από πάνω μου. 

Από τη μια, έχουμε ένα πολύ ωραία πλασμένο ατμοσφαιρικό περιβάλλον Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου στη Ρωσία και τον γνωστό "Μπέρνι Γκούντερ" να εκπλήσσει και να εντυπωσιάζει με την ειλικρίνειά του που αγγίζει πολλές φορές τα όρια της κυνικότητας. Δεν μπορώ να διαφωνήσω με κριτικές που κατηγορούν τον ήρωα ως "ωμό", όμως γιατί απαραιτήτως αυτό να είναι κακό; Έχουμε να κάνουμε με τον χειρότερο πόλεμο όλων των εποχών με ό,τι αυτό συνεπάγεται, όπως πείνα, φτώχεια, δυστυχία, θάνατο, εξαθλίωση, συμφεροντολογίες, μηχανορραφίες. Ο έρωτας έρχεται σε δεύτερη μοίρα, χωρίς όμως να λείπει από το μυθοπλαστικό μενού. Επηρεασμένος κι αυτός προσιδιάζει περισσότερο στους σκοπούς του πάθους και της ορμής και λιγότερο του ρομαντισμού. Οι χαρακτήρες, πλην του ήρωα, τραχείς, κοφτοί, σκληροί, ύπουλοι. Το μεγαλύτερο θύμα του βιβλίου είναι οι χιλιάδες άγνωστοι δολοφονηθέντες Πολωνοί. Ποιοι ήταν οι δολοφόνοι; Οι Γερμανοί ή οι Ρώσοι; Αυτό προσπαθεί να διαλευκάνει ο ικανότατος ντετέκτιβ και λοχαγός Γκούντερ.

Από την άλλη, στο εν λόγω λογοτεχνικό πόνημα ελλείπει ένας δυνατός κορμός εξέλιξης. Δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αμιγώς ως θρίλερ, ούτε ως περιπέτεια, ούτε ως ιστορικό βιβλίο. Αποτελεί ένα κράμα όλων αυτών. Ο μύθος πατάει στο γεγονός της εύρεσης χιλιάδων πτωμάτων σε ρωσική γη και στην αναζήτηση της αλήθειας του ποιοι κρύβονται πίσω από τη μαζική αυτή δολοφονία, με παράλληλο φόντο δεκάδες αποτυχημένες απόπειρες δολοφονίας του Αδόλφου Χίτλερ. Ο μυθοπλαστικός ιστός είναι χαλαρός και δεν μπορεί να αντέξει και να δικαιολογήσει την ποσότητα των σελίδων του έργου και τα αρκετά ονόματα αξιωματικών (και μη) που αναφέρονται εδώ κι εκεί. 

Συμπερασματικά, δεν θα 'λεγα ότι είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο δεν αξίζει να διαβάσει κανείς. Σε καμία περίπτωση. Όμως έρχεται αναπόφευκτα η σύγκριση με τα προηγούμενα έργα του συγγραφέα και το αποτέλεσμα κατά τον γράφοντα δεν είναι αρκετά ικανοποιητικό, όχι από απόψεως "λογοτεχνικότητας" του κειμένου, αλλά από απόψεως κυρίως σφιχτοδεμένης διαμόρφωσης του μύθου. - Μικρή παρατήρηση: Υπάρχουν ελάχιστα μεταφραστικά λάθη, τα οποία αποδίδω πιθανώς σε εκ παραδρομής τυπογράφηση.

Ένα μυθιστόρημα που αποδίδει, πάντως, πλήρως το πολεμικό κλίμα της εποχής, λίγο πριν η Ρωσία επανακτήσει τα εδάφη της και αρχίσει η κατάρρευση του χιτλερικού καθεστώτος, με μικρές δόσεις σασπένς, έρωτα και...απογοήτευσης. Σε όλα τα επίπεδα...

*Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Κέδρος".

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Ολόγιομο φεγγάρι




Γιορτάζει το φεγγάρι απόψε.
Εκεί που ανατέλλουν τα όνειρα και δύουν οι εφιάλτες. 
Εκεί που θυμάσαι ο,τι είχες ξεχάσει και ξεχνάς όσα δεν έπρεπε να είχες θυμηθεί. 
Γιορτάζει ένα κλεμμένο στεφάνι του Μαγιού με γύρη του τα άστρα. 
Γιορτάζουν οι πρώτοι ενικοί που σύντομα θα αλλάξουν αριθμό.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Η ζωή μπροστά σου, του Ρομάν Γκαρί και... καλό μήνα!



Σπάνια καταπιάνομαι στο ιστολόγιο αυτό με άλλο είδος τέχνης, πέρα από τη λογοτεχνία. Όμως απόψε δεν θα μπορούσα να μείνω ασυγκίνητος από τη θεσπέσια ερμηνεία της Άννας Βαγενά και του μικρού Ιμπραήμ Χασάν στο έργο "Η ζωή μπροστά σου" του Ρομάν Γκαρί, που περιοδεύει σε περιοχές της Ελλάδας. 

Το θεατρικό βασίζεται στο μυθιστόρημα του Γκαρί και απέσπασε το βραβείο Concourt to 1975. To 1977 έγινε ταινία με τίτλο "Μαντάμ Ρόζα"με πρωταγωνίστρια τη Simone Signoret και κέρδισε Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και η Signoret το βραβείο Cesar. Στη συνέχεια διασκευάστηκε για το θέατρο και έγινε μεγάλη επιτυχία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα ανέβηκε τη φετινή θεατρική σεζόν πρώτη φορά (Οκτώβριος 2013) στο θέατρο Μεταξουργείο. 

Η υπόθεση; Η Μαντάμ Ρόζα, Εβραία, έχει περάσει τα πάνδεινα στο Άουσβιτς, όμως γλίτωσε τον τραγικό θάνατο. Ύστερα από την πτώση των Ναζιστών πήγε στο Παρίσι, όπου και εργάστηκε ως πόρνη για 35 χρόνια και ανατρέφοντας παράλληλα αλλοδαπά ανήλικα τέκνα, εγκαταλελειμμένα από τους γονείς τους σε εκείνη (έναντι αμοιβής). Ο Μόμο (Μοχάμετ) είναι Άραβας, για τον οποίο ο πατέρας του δεν έχει πληρώσει, όμως η Μαντάμ Ροζα τον μεγαλώνει από αγάπη και ευσπλαχνία για το συνάνθρωπο. Είναι ο γιος που ποτέ δεν είχε. Σεβόμενη την επιθυμία του πατέρα του, ο οποίος είχε σκοτώσει τη σύζυγό του και μητέρα του παιδιού λόγω φρενοβλάβειάς του, μεγαλώνει το παιδί με τα ήθη και τα έθιμα της μουσουλμανικής θρησκείας, αν και η ίδια είναι Εβραία. (Δεν το επέλεξα, έτσι γεννήθηκα, μας διαβεβαιώνει στην αρχή). Όταν ο πατέρας του παιδιού γίνεται καλά και το ζητά πίσω, αρνείται να το παραλάβει με το που ακούει ότι ο γιος του έχει ανατραφεί κατά λάθος ως Εβραίος και όχι ως μουσουλμάνος. Η Μαντάμ Ρόζα αναγκάζεται να του πει ψέματα, για να γλιτώσει το Μόμο, βλέποντας ότι ο πατέρας του δε νοιάζεται πραγματικά για αυτόν, ενώ εκείνη τον αγαπά και τον θέλει δίπλα της, όπως άλλωστε και το παιδί που σιγοντάρει το ψέμα της. Το τέλος είναι άκρως συγκινητικό, καθώς ο 14χρονος Μόνο φροντίζει η Μαντάμ Ροζίτα να φύγει όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα, ανώδυνα και αξιοπρεπώς γίνεται.

Ο Ιμπραήμ και ο Μαρίνος εναλλάσσονται στο ρόλο του Μόμο ανά παράσταση. Κι οι δυο τους είναι Άραβες, όμως η μόνη γλώσσα που μιλούν είναι τα ελληνικά και μάλιστα άπταιστα. Ζουν στην Ελλάδα με διαβατήριο, χωρίς να ξέρουν λέξη στα αραβικά... Φοιτούν στο Γυμνάσιο Γκράβας, όντας άριστη στη Νεοελληνική Γλώσσα, δίνοντας ένα τρανταχτό παράδειγμα ότι η δημόσια παιδεία αν και ψυχορραγεί, δεν έχει πεθάνει ακόμα.

Ερμηνευτικά το έργο φλερτάρει προς το τέλος του φανερά με τη συγκίνηση. Αν και ο κορμός του είναι δραματικός, δεν παύουν να υπάρχουν και κάποιες στιγμές άμβλυνσης της έντασης (η κωμική σκηνή με τον πατέρα του παιδιού, τα γραμματικά λάθη του Ιμπραήμ... κ.ά.) Η σκηνοθεσία λιτή. Άλλωστε, δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Με μικρό θίασο και με ωραίες στιγμές εστίασης στην εξιστόρηση της ζωής και της συγκατοίκησης με τη Μαντάμ Ρόζα, επιτεύχθηκε να φωτιστούν όλες οι πλευρές του χαρακτήρα του δικού της, αλλά και του ανήλικου που μεγάλωνε και αγαπούσε σαν δικό της παιδί. 

Ερμηνεία ψυχής, μηνύματα ανθρωπιάς κι αλληλεγγύης στο συνάνθρωπο ανεξαρτήτως φυλής ή θρησκείας και εξαιρετικό κείμενο σε μετάφραση της Ελένης Χριστοδούλου, μουσική υπόκρουση από τους "Μοντέρνους καιρούς" του Τσάρλι Τσάπλιν και σε σκηνοθεσία Άννας Βαγενά με έκανε να αναρωτηθώ πολλές φορές, γιατί δεν είχα κατάφερα να δω την τεράστια θεατρική επιτυχία "Το γάλα" της ιδίας που παιζόταν τόσα χρόνια... Μέγα λάθος...

Πανοραμική άποψη του θεάτρου Σάρας στο Μαρκόπουλο,
όπου ανέβηκε η παράσταση


* Ο συγκλονιστικός λόγος της Άννας Βαγενά στη Βουλή των Ελλήνων το Φεβρουάριο του 2012. Όταν τον είχα ακούσει στο Βερολίνο που ήμουν τότε, μου είχε δώσει τόσο θάρρος, ώστε ένιωσα ότι τα λόγια της μου έπιασαν τον ώμο και μου έλεγαν: "Προχώρησε, υπάρχει ελπίδα". Θαρραλέα λόγια από μια ηθοποιό με ήθος που μιλά για άλλους ηθοποιούς, των οποίων το δικό τους ήθος αμφισβητείται καθημερινά από τους πολίτες: