Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

William Shakespeare: Οθέλος


     Πώς να χαρακτηρίσει κανείς το έργο του Σαίξπηρ; Διαχρονικό; Ερωτικό; Φιλοσοφικό; Ανήσυχου πνεύματος; Με αλήθειες; Με αριστοτεχνικά πλεγμένη ίντριγκα; Σαφώς το παρόν κείμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί επαγγελματική κριτική πάνω στον "Οθέλ(λ)ο", αλλά απλώς μία προσπάθεια μετάδοσης της μεγαλειώδους ικανότητάς του στο κοινό που δεν τον έχει ακόμη διαβάσει, ανάμεσα στους οποίους ήταν μέχρι πρότινος και ο γράφων.
      Λίγα λόγια για την πλοκή: Ο μαύρος Οθέλος είναι αξιωματικός του στρατού της Δημοκρατίας της Βενετίας. Κρυφά παντρεύτηκε την όμορφη νεαρή και εύγλωττη Δυσδαιμόνα χωρίς τη συναίνεση του πατέρα της, Βραβάντιου. Όταν ο Ιάγος, ένας κακόβουλος στρατιώτης που είχε όνειρα προαγωγής του, βλέπει ότι ο Οθέλος αντί αυτού προάγει τον άπειρο Κάσσιο, βάζει το εκδικητικό του σχέδιο σε εφαρμογή. Ο Οθέλος εντελώς ανυποψίαστος πέφτει θύμα. Ο Ιάγος χρησιμοποιεί τον Ροδρίγο, ένα νεαρό, βαθιά ερωτευμένο με τη Δυσδαιμόνα, η οποία όμως δεν του ανταποκρίνεται.
      Ερμηνευτικά σημεία: Πρώτον, ο Οθέλος είναι μαύρος. Μεγάλο μειονέκτημα ακόμη και για εκείνη την εποχή. Ο ρατσισμός δεν γεννήθηκε στις μέρες μας και η επιλογή του Σαίξπηρ να βάλει ως ήρωα και σύντροφο της όμορφης και ευγενούς Δυσδαιμόνας ένα μαύρο, αλλά ακέραιο χαρακτήρα δεν είναι τυχαία σε καμία περίπτωση. Ο Οθέλος, αν και τίμιος άνθρωπος και γενναίος πατριώτης πολεμιστής, βρίσκεται αντιμέτωπος με μία εχθρική και άδικη κοινωνία, η οποία δεν του επιτρέπει να ερωτευτεί και να κάνει δική του τη Δυσδαιμόνα. Εντούτοις, πηγαίνει κόντρα στις κοινωνικές προκαταλήψεις και την παντρεύεται ταξιδεύοντας για την Κύπρο, όπου και γίνεται διοικητής και τοποτηρητής. Στην περίπτωση του Οθέλου, ο έρωτας δεν είναι μόνο τυφλός αλλά και κουφός και αυτό διότι πλανάται από τις υποψίες του πανούργου σημαιοφόρου Ιάγου, χωρίς να έχει απτές αποδείξεις. Οι ενδείξεις που του πλασάρει ο Ιάγος ως σίγουρες και επιβεβαιωτικές της απιστίας της Δυσδαιμόνας με τον Κάσσιο, αλλοτριώνουν τον Οθέλο. Βγάζουν από μέσα του αυτό που ο καθένας μας έχει μπροστά στη ζήλια: μίσος και οργή. Η αρχή της αναλογίας βρίσκει την πλήρη εφαρμογή της στην περίπτωση του έρωτα, καθώς όσο πιο ερωτευμένος είναι κανείς, τόσο περισσότερο εξοργίζεται, όταν υποπτεύεται ότι ο/η σύντροφός του τον/την απατά.
     Η μεταβολή του χαρακτήρα του Οθέλου γίνεται σταδιακά και όχι αδικαιολόγητα. Παρ' όλα αυτά, ο Σαίξπηρ, δανειζόμενος το στοιχείο της ομηρικής τύφλωσης, θολώνει τη σκέψη του ήρωά του κάνοντάς τον να βλέπει μόνο το κακό και όχι το γεγονός ότι κάποια από τα στοιχεία κατηγορίας της Δυσδαιμόνας είναι εύκολα καταρρίψιμα. Η αγάπη του για αυτήν γίνεται παράλληλα και το "όπλο" που θα τη σκοτώσει, παίρνοντας τη μορφή της ζήλιας. Διά στόματος Ιάγου μαθαίνουμε για τη ζήλια: "Ω, φυλαχτείτε, άρχοντά μου από τη ζήλια! Αυτή τη λάμια με τα φαρμακερά μάτια που βασανίζει τη σάρκα που τη θρέφει. Ο απατημένος ζει μακάριος, άμα τη μοίρα του αποδέχεται και διόλου δεν αγαπάει εκείνη που τον ντροπιάζει. Όμως, τι κόλαση περνάει αυτός που λατρεύει ενώ αμφιβάλλει, υποψιάζεται, ενώ με πάθος αγαπάει" (Πράξη Ι, σκηνή ΙΙΙ, μετάφραση αποσπασμάτων: Ερρίκος Μπελιές).
    Στο τέλος η κάθαρση έρχεται με τραγικό τρόπο. Ο Οθέλος μαθαίνει την αλήθεια και μην μπορώντας να ξεσπάσει διαφορετικά, αποφασίζει να τιμωρήσει τον εαυτό του με τον πιο βαρύ τρόπο. Τον θάνατο. Και αυτοκτονεί, αφού προηγουμένως έχει σκοτώσει τη Δυσδαιμόνα. Αυτοκτονεί όμως από τύψεις κυρίως ή από ντροπή; Η Τιμή άλλωστε έρχεται πάνω από όλα. Παρ΄ όλα αυτά, φαίνεται να επικρατεί η πρώτη οπτική, καθώς ο έρωτάς του για τη σύζυγό του ήταν αδιαμφισβήτητος και σφοδρός.
     Έπειτα, ο Ιάγος. Ο πιστός ακόλουθος και άπιστος πανούργος. Με κίνητρα τον φθόνο και την κακία, δολοπλοκεί, συκοφαντεί και διαβάλλει όλους και όλες πίσω από την πλάτη τους με άκρως επιτυχημένο τρόπο στο μεγαλύτερο μέρος του έργου. Κινεί τα νήματα της δραματουργίας και μέσα από τους σύντομους μονολόγους του αποκαλύπτεται, φανερώνοντας στον αναγνώστη τον πραγματικό του εαυτό και τα φθονερά  του "θέλω". Απευθύνεται στη δίκαιη γυναίκα του Αιμιλία σαν να είναι πράγμα, χωρίς να σέβεται διόλου την προσωπικότητά της. Εμπαίζει το Ροδρίγο απορροφώντας του πολλά χρήματα, υποσχόμενος ότι θα κάνει τη Δυσδαιμόνα να αφήσει τον Οθέλο και να ερωτευτεί εκείνον. Υποκρίνεται τον έμπιστο φίλο μπροστά στον Κάσσιο, ενώ παράλληλα δηλώνει ταπεινός υπηρέτης του Οθέλου και της Δυσδαιμόνας. Θα μπορούσαμε να συνεχίζουμε να "στολίζουμε" τον Ιάγο με πολλά επίθετα, αλλά θα παραβλέπαμε την καταλυτική του συμβολή στην εξέλιξη του μύθου. Ο Ιάγος είναι ο κακός μας εαυτός. Κάποιοι τον τιθασεύουν, ενώ κάποιοι άλλοι τον καλλιεργούν. Τα πάντα είναι θέμα επιλογών, που βασίζονται στην υπόληψή μας. Απευθυνόμενος ο Ιάγος προς τον Οθέλο λέει στην τρίτη πράξη και τρίτη σκηνή: "Η υπόληψη, άρχοντά μου, και στον άντρα και στη γυναίκα, είναι το πρώτο στολίδι της ψυχής. Αν κάποιος μου κλέψει το πουγκί, ένα σκουπίδι κλέβει, ένα τιποτένιο τίποτα, που ήτανε δικό μου, έγινε δικό του, αλλά υπήρξε δούλος χιλιάδων αλλωνών. Όμως, αν κάποιος μου αφαιρέσει την υπόληψή μου, μ΄ απογυμνώνει από κάτι που εκείνον δεν τον πλουτίζει, κι εμένανε μ΄αφήνει πάμπτωχο."
     Ο Κάσσιος, έντιμος στρατιώτης, κοντινός φίλος και πιστός ακόλουθος του Οθέλου, γίνεται το μεγάλο θύμα της σκευωρίας που έστησε ο Ιάγος. Αναζητά την ευμένεια του δεύτερου και από τη συμπεριφορά του φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν θα διεκδικούσε τη Δυσδαιμόνα ακόμη κι αν του άρεσε πολύ, σεβόμενος τον Οθέλο, που τόσο αγαπά και εκτιμά.
     Πριν προχωρήσω στη Δυσδαιμόνα, θα σταθώ σε ένα ρόλο κλειδί στην εξέλιξη του μύθου και δεν είναι άλλος από τη γυναίκα του Ιάγου, την Αιμιλία. Επιστήθια φίλη της Δυσδαιμόνας, δίκαιη μέχρι το κόκαλο, δε δέχεται μύγα στο σπαθί της. Ακόμα και όταν μαθαίνει ότι ο άντρας της είναι ο φταίχτης της όλης ιστορίας απαιτεί την παραδειγματική του τιμωρία φωνάζοντας, με δυστυχές όμως τέλος και για εκείνη. Παρ' όλα αυτά, ποτέ δεν αποδέχτηκε την απιστία της Δυσδαιμόνας, αρνούμενη να πειστεί ότι η φίλη και κυρία της (κοινωνικά ανώτερη) θα έκανε ένα τέτοιο ολίσθημα. Η Αιμιλία είναι εκείνη η οποία αποκαλύπτει την αλήθεια στον Οθέλο και όσο "μικρή" κι αν φαίνεται στα ματιά του Ιάγου, τόσο μεγάλο είναι το ηθικό της εκτόπισμα. Κατακεραυνώνει το σύζυγό της, θρηνεί για τη Δυσδαιμόνα και μάχεται για την αλήθεια.
     Τέλος, η Δυσδαιμόνα. Ακόμη ένας τραγικός χαρακτήρας του έργου. Παρακούει την πατρική απαγόρευση και παντρεύεται τον Οθέλο. Ύστερα, κοινοποιεί στον πατέρα της την αγάπη που θρέφει στο πρόσωπο του Οθέλου και ακολουθεί τον τελευταίο στην Κύπρο. Πέρα από την ευγενική της καταγωγή, είναι και ευγενής στην ψυχή. Αγαπά το σύζυγό της, τού είναι πιστή και αφοσιωμένη και υπομένει κάθε λεκτική του προσβολή. Ακόμη κι όταν τη χαστουκίζει, αντιδρά μεν, αλλά λόγω του μεγάλου της έρωτα και της μυθοποίησης/εξιδανίκευσής του από εκείνη, αρνείται να πιστέψει ότι ο άντρας της άλλαξε τόσο απότομα. Αποδίδει σε πολιτικούς λόγους την αμφιθυμία του αγαπημένου της συντρόφου. Αποτελεί θύμα του δολοπλόκου Ιάγου και κρυφό αντικείμενο πόθου του Ροδρίγου. Όταν ο Οθέλος τής ανακοινώνει ότι πρόκειται να την σκοτώσει, τον παρακαλά να αναβάλει το θάνατό της για την επόμενη μέρα. Αυτό οδηγεί στις εξής ερμηνευτικές εκδοχές: Πρώτον, πιστεύει ότι μέχρι τότε μπορεί ο θυμός του Οθέλου να έχει καταλαγιάσει. Δεύτερον, σκέφτεται να ξεφύγει και να αποδράσει ή ακόμη και να ζητήσει προστασία, λόγω της εξουσίας του Γερουσιαστή πατέρα της. Τρίτον, θέλει να ζήσει τις τελευταίες της στιγμές, ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, κοντά στον Οθέλο ή έστω να προλάβει να προσευχηθεί για την ψυχή της. Εδώ, βλέπουμε την ανθρώπινη μάσκα της ευγενικής καταγωγής και της υπομονής να σπάει.  
Η Δυσδαιμόνα, όσο κι αν μιλούσε έντιμα και έλεγε την αλήθεια στον Οθέλο, εκείνος δεν την άκουγε. Έτσι, το μόνο που της έχει απομείνει είναι η ικεσία για λίγη ακόμη ζωή και έτσι η τρίτη εκδοχή έρχεται πιο κοντά στην πραγματικότητα. Παραδίδεται στη μοίρα της και ζητά μια παράταση ζωής, για να σώσει τη ψυχή της. (Δυσδαιμόνα: Σκότωσέ με αύριο, άσε με να ζήσω απόψε. Οθέλος: Όχι, κι αν τολμήσεις να φέρεις αντίσταση... Δυσδαιμόνα: Μισή ώρα μόνο χάρισέ μου. Οθέλος: Τώρα πια δεν παίρνει ούτε λεπτό αναβολή. Δυσδαιμόνα: Μια προσευχή να πω. Οθέλος: Πολύ αργά! Πράξη V, σκηνή II).
     Θα κλείσουμε αυτή μας την ανάλυση του σαιξπηρικού έργου του με τα λόγια του Οθέλου προς τη Δυσδαιμόνα, όταν οι υποψίες για απιστία της δεύτερης αρχίζουν και κυριεύουν τη λογική του πρώτου. Εκείνη του λέει ότι το χέρι της τού έχει χαρίσει την καρδιά της κι εκείνος της απαντά: "Γενναιόδωρο χέρι. Παλιότερα, οι καρδιές δίναν τα χέρια, ενώ σήμερα έχουνε κάνει έμβλημά μας να δίνουμε τα χέρια μα όχι τις καρδιές".