Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

William Shakespeare: Ιούλιος Καίσαρας. Μία πολιτική τραγωδία, διαμάντι του παγκόσμιου λόγου.



Ιούλιος Καίσαρας, του William Shakespeare
(εκδόσεις Πατάκη, μτφρ. Κ. Καρθαίος)




     Το έργο αυτό του Σαίξπηρ υπολογίζεται ότι γράφτηκε γύρω στο τέλος του 1598 με αρχές του 1599. Η επιρροή του Πλούταρχου είναι φανερή σ' αυτό, καθώς ο Σαίξπηρ πήρε την υπόθεση από την αγγλική μετάφραση του συγγραφέα, από τους βίους του Καίσαρα και του Βρούτου. Αν και ο τίτλος του έργου αναφέρεται στο μεγάλο Ρωμαίο Αυτοκράτορα, τα κεντρικά πρόσωπα της τραγωδίας είναι άλλα. Ο Μάρκος Βρούτος, ο Κάσσιος και ο Μάρκος Αντώνιος, μέλη της Συγκλήτου και τρανοί πολεμιστές. Οι δύο πρώτοι οργανώνουν και εκτελούν εν ψυχρώ, μαζί με αρκετούς ακόμη συνωμότες, τον Ιούλιο Καίσαρα. Στη συνέχεια προσπαθούν να λάβουν την εξουσία στο όνομα της "χαμένης δημοκρατίας". Για χάρη αυτής, σύμφωνα με το σχέδιό τους, θα γίνουν οι εγγυητές του νέου πολιτεύματος που ο Καίσαρας είχε μετατρέψει σε τυραννία για το λαό. Ο τρίτος, ο Μάρκος Αντώνιος, θα καταφέρει να πάρει τους πολίτες με το μέρος τους και να ανατρέψει τη στρατηγική των συνωμοτών. Χρησιμοποιώντας τη μαεστρία της γλώσσας του και τη ρητορική του δεινότητα ισοπεδώνει τους δολοφόνους του Κάισαρα μπροστά στους πολίτες, προκαλώντας την οργή τους και κάνει τους δολοφόνους να τραπόυν σε φυγή. Στο τέλος, ύστερα από μεγάλη μάχη, αρκετοί αυτοκτονούν και κάποιοι συλλαμβάνονται από το στρατό του Αντώνιου και του Οκτάβιου. Ο Βρούτος δίνει τέλος στη ζωή του, όντας το πραγματικό θύμα και παράλληλα ο αληθινός ήρωας της τραγωδίας και ιδού το γιατί.
 
                      
                           Ο Μάρκος Αντώνιος χειραγωγεί το λαό κατά των δολοφόνων του Καίσαρα.
      Ο Βρούτος, αν και στην αρχή προβάλλει κάποιες αντιρρήσεις, στη συνέχεια αυτές κάμπτονται. Στο δεύτερο συνεισφέρει ο φίλος του Κάσσιος, ο οποίος τον ωθεί στο να ηγηθεί της συνωμοτικής πράξης και δολοφονίας του Ιούλιου Καίσαρα με πρωταρχικό και ιερό σκοπό την προστασία της πατρίδας από τις τυραννικές πρακτικές του τελευταίου. Αν μάλιστα, κατά τον Κάσσιο, άφηναν τον Καίσαρα ελεύθερο να αποθεώνεται κι άλλο από τον κόσμο, τότε η μυθοποίησή του θα επέφερε και την πλήρη νομιμοποίησή του από το λαό, ώστε να εφαρμόσει μέτρα που εκείνος χωρίς οποιονδήποτε έλεγχο θα επέλεγε. Θα του έδινε, με άλλα λόγια, μια λευκή επιταγή να "αλωνίζει" στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Τα κίνητρα, βέβαια, του Κάσσιου είναι εντελώς άλλα και υποκρύπτοντα: Να γίνει Καίσαρας στη θέση του Καίσαρα.
     Από την άλλη ο Μάρκος Βρούτος, ιδεολόγος και θαρραλέος, μισεί τη διαφθορά και λατρεύει την πατρίδα του. Στο όνομά της αποφασίζει να δώσει ένα τέλος όχι στον Καίσαρα, όπως λέει, αλλά "στον Καισαρισμό, στου Καίσαρα το πνεύμα". Όπως τονίζει στη δεύτερη πράξη, σκηνή 1η: "Έτσι (εννοώντας την αφαίρεση της ζωής του Καίσαρα με θάρρος και όχι με μίσος) θα παρουσιάσουμε την πράξη μας πως ήταν έργο της ανάγκης και όχι του μίσους. Και όταν φανεί τέτοια στα μάτια του λαού, θα ονομαστούμε του τόπου εξαγνιστές κι όχι φονιάδες". Σας θυμίζει μήπως την επικαιρότητα στην Ελλάδα; Συνεχίζω... Τα αγαθά κίνητρα του Βρούτου, πάντως, φαίνονται και σε άλλα σημεία του σαιξπηρικού έργου. Ερμηνείες μπορούν να δοθούν πολλές και να είναι και ακραίες, όπως για παράδειγμα η καταδικαστέα νομιμοποίηση και η απενοχοποίηση της βίας, όταν καταλύεται ένα οιονεί ή και, πολύ περισσότερο, αμιγώς τυραννικό πολίτευμα ή ακόμη και μια υποτυπώδης δημοκρατία. Από την άλλη, ο Βρούτος μπορεί να χαρακτηριστεί ο επαναστάτης ενός κινούμενου ρεύματος από εποχή σε εποχή και από αιώνα σε αιώνα, ο οποίος, βλέποντας τα κακά που έρχονται, τα προλαβαίνει προβαίνοντας στη δολοφονία του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα. Τέλος, ο Βρούτος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η σιωπηρή βούληση του λαού για πολιτική αλλαγή. Η πρόκληση στους πολίτες της αίσθησης ότι εδώ και καιρό άγονται και φέρονται από φανφαρολογίες. Από όποια οπτική κι αν το δει κανείς, ο Σαίξπηρ καταφέρνει να πει πολλά και να υπονοήσει περισσότερα. Τέλος, θα ήταν καλό να επισημάνουμε το εξής σχετικά με τον χαρακτήρα του Βρούτου.  Προς το τέλος του έργου και δη στην τέταρτη πράξη, 2η σκηνή, λέει στον φίλο του Λουκίλιο: "Κάνεις την εικόνα ενός φίλου θερμού που κρυώνει η αγάπη του. Να προσέξεις, Λουκίλιε: όταν αρχίζει μια φιλία ν' αρρωσταίνει και να σβήνει, βάζει σε ενέργεια ψεύτικες ευγένειες και καμώματα αφύσικα. Η αγάπη, σαν είναι απλή και ακέραια, δε γνωρίζει καμώματα και τέχνες. Μα οι ψεύτικοι άνθρωποι είναι σαν κάτι άλογα που ξεκινούν όλο φωτιά και ορμούνε με περηφάνια δείχνοντας αντρεία και δύναμη. Μα μόλις έρθει η ώρα ναι νιώσουνε το αιματερό σπιρούνι, βάζουνε το κεφάλι κάτω, νικημένα (...)" Με άλλα λόγια,  η αγάπη μπορεί να λυτρώσει και μπορεί να σαρώσει. Μπορεί να σώσει και μπορεί να καταδικάσει. Μπορεί να σε κάνει άτρωτο και μπορεί να σε καταβάλει. Η πραγματική το πρώτο, η προσποιητή το δεύτερο. Και αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους και για την πατρίδα.

   Ο Καίσαρας και κυρίως η ιδέα που αντιπροσωπεύει διαδραματίζει δευτερεύοντα αλλά νευραλγικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής του έργου. Ο Ιούλιος Καίσαρας παρουσιάζεται ολίγον ονειροπαρμένος, ένας ηλικιωμένος δεισιδαίμων εξουσιαστής που  τον έχει συνεπάρει η δόξα του παρελθόντος. Αν και πολλές φορές βοηθούμενος στη μάχη από άλλους πολεμιστές, εν τούτοις δεν του λείπει η γενναιότητα και η ηγετική ικανότητα. Αρνείται εσκεμμένα τρεις φορές τη στέψη του ως "Καίσαρα" και τυπικά, για να δημιουργήσει στο λαό την εικόνα ενός ταπεινού πλην τίμιου στρατηγού που δεν τον αφορούν οι τίτλοι και οι τιμές, αλλά το καλό του κοινωνικού συνόλου. Όμως, στο έργο φαίνεται εν τέλει, ότι τη δόξα δεν εμίσησε ουδείς. Θα σταθώ σε δύο σημεία των λόγων του Καίσαρα. Πρώτον, στη δεύτερη πράξη, σκηνή 2η, όπου αναφέρει ότι: "Ο δειλός πεθαίνει πριν από το θάνατό του πολλές φορές. Ο άντρας ο γενναίος δοκιμάζει ένα θάνατο μονάχα. Από όσα θαύματα έχω ως τώρα ακούσει, το πιο περίεργο απ' όλα είναι για μένα το πως φοβούνται οι άνθρωποι - ενώ ξέρουν πως ο θάνατος, που 'ναι τέλος βέβαιο για όλους, θα 'ρθει, σαν είναι η ώρα να 'ρθει." Λόγια θάρρους και ανδρείας, αν δεν ακολουθούσε η καθαρή ψευτοαυτοπεποίθησή του στη συνέχεια. Ο Σαίξπηρ απομυθοποιεί πλήρως το είδωλο της πολεμικής ανδρείας που ακούει στο όνομα Ιούλιος Καίσαρας βάζοντας στο στόμα του το εξής: "Όχι, ο Καίσαρας δεν κρύβεται μέσα στο σπίτι. Ο κίνδυνος το ξέρει πως ο Καίσαρας είναι πιο επικίνδυνος παρ' ότι αυτός ο ίδιος. Είμαστε οι δυο λιοντάρια γεννημένα την ίδια μέρα: και είμαι εγώ το πρώτο, και είμαι το τρομερότερο απ΄τα δυο. (...)" Η απομυθοποίηση έγκειται ακριβώς σ' αυτά τα λόγια. Όταν ονοματίζει κανείς μόνος του τις αρετές του, το πιο πιθανό είναι ότι δεν τις έχει. Όταν αφήνει τους άλλους να το κάνουν, το πιο πιθανό είναι ότι όποια θετικά λόγια κι αν πουν, και πάλι λίγα θα 'ναι.

     Προς το τέλος του έργου, ο Αντώνιος και ο Οκτάβιος συζητούν για το ποιοι θα ασκήσουν την εξουσία μετά το θάνατο του Καίσαρα κι ύστερα από την εξόντωση των συνωμοτών και δολοφόνων του. Ο Αντώνιος τάσσεται υπέρ της Δυανδρίας, αλλά τελικά περνά η γνώμη του Οκτάβιου περί Τριανδρίας. Ο τελευταίος προτείνει να συγκυβερνήσει και ο Λέπιδος, πέρα από τους δύο προαναφερόμενους. Ένας γενναίος άνδρας αλλά όχι τόσο πολιτικά οξυδερκής. Δέυτερο υπονοούμενο του Σαίξπηρ σχετικά με αυτούς που κυβερνούν στο όνομα - και πλέον κατά - του λαού. Όμως, συνήθως, χρειάζεται και κάποιος λιγότερο εύστροφος στην εξουσία, ώστε να γίνεται πιόνι στρατηγικών και συμφερόντων. Σας θυμίζει κάτι; Πού να διαβάσετε και τι λέει ο Αντώνιος για τον Λέπιδο στην τέταρτη πράξη, σκηνή 1η: "Αυτές τις χάρες, (του Λέπιδου), Οκτάβιε, τις έχει και τ' άλογό μου. Και για αυτό του δίνω να τρώει πολύ κριθάρι. Είναι ένα καλό ζώο που το μαθαίνω να πολεμάει, να στρέφεται, να στέκει, να τρέχει πάλι εμπρός. Την κάθε κίνηση που κάνει το κορμί του, την κυβερνάει το πνεύμα το δικό μου. Έτσι μοιάζει και ο Λέπιδος. Ανάγκη να τον μάθει κανένας, να τον γυμνάσει, να τον σπρώξει εμπρός. Είναι άνθρωπος με στείρο νου, ένα πνεύμα που θρέφεται με τα αποφάγια και όλα τα αποριξίδια, πιθηκίζοντας εκείνα που, άχρηστα και παλιά για όλους τους άλλους, γι' αυτόν μόλις αρχίζουν να είναι της μόδας". Και σ' αυτό το σημείο υποκλίνεται κανείς στο μεγαλείο του Σαίξπηρ για την ενορατική του ικανότητα, τη διορατική του ευστροφία και την πολιτική του ευθυκρισία.

      Ο Σαίξπηρ κατάφερε να προσαρμόσει την Πολιτική μέσα στην Τεχνη, με τέτοιο τρόπο ώστε ο αναγνώστης, να αναρωτιέται τελικά αν, ως πολίτης, άγεται και φέρεται ή αν πρέπει κάποια στιγμή να ξεκινήσει τη διεργασία της πνευματικής επανάστασης. Σαφώς αναίμακτης και ειρηνικής, αλλά από την άλλη δυναμικής και παρούσας στις εναλλαγές του κοινωνικού και πολιτικού τοπίου του κράτους.


*Η εξαιρετική μετάφραση ανήκει στο σπουδαίο ποιητή, συγγραφέα και μελετητή Κώστα Καρθαίο (ψευδώνυμο του Κλέανδρου Λάκωνα), εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2004.