Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Francis Scott Key Fitzgerald: Επιστροφή στη Βαβυλώνα και άλλες ιστορίες




Οικονομικά προβλήματα, μόρφωση, έρωτες, ζήλια, άγχος για την εκπλήρωση του αμερικανικού ονείρου. Απογοήτευση, επιτυχία,  γάμος, εξάρτηση απ' το αλκοόλ, χρηματοπιστωτικό κραχ. Κάποιες λέξεις, για να κλείσουν συνοπτικά μέσα τους τη ζωή του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα (1896 - 1940). Έζησε την ανατολή και τη δύση του αμερικανικού ονείρου. Ήλπισε και έκανε καταχρήσεις, έζησε με ένταση και πάθος, αλλά παράλληλα σε υπερβολή και παραλογισμό. Όλα αυτά τα αναφέρω, διότι ο Φιτζέραλντ είναι κατά κύριο λόγο αυτοβιογραφικός συγγραφέας (βλ. το διήγημα "Το πλουσιόπαιδο", σελ. 153 επ.) Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι οτιδήποτε γράφει ανταποκρίνεται πλήρως πραγματικότητα. Όμως, τα βιώματά του δεν άφησαν ασυγκίνητη τη λογοτεχνική του πένα.

Η "επιστροφή στη Βαβυλώνα και άλλες ιστορίες" αποτελεί μια συλλογή διηγημάτων με έναν κεντρικό πυρήνα: την εσωτερικότητα των συναισθημάτων. Ο συγγραφέας κεντά στη διαμόρφωση και δομή του ψυχικού κόσμου των χαρακτήρων του. Οι περιγραφές του λειτουργούν σαν να παγώνουν το χρόνο. Είναι μαγικό. Μπορεί μέσα σε μία μόνο πρόταση δέκα λέξεων να κινήσει τα πόδια του ήρωα, τα μάτια του, την καρδιά του και το μυαλό του αναγνώστη. Η περιγραφή του εσωτερικού κόσμου των ηρώων αποκαλύπτεται από τις τύψεις τους, τις ενοχές τους, τα λάθη τους. Στο πρώτο διήγημα, φερ' ειπείν, που αποτελεί και την κορωνίδα της συλλογής (βλ. "Επιστροφή στη Βαβυλώνα"), ο ήρωας επιστρέφει στην πόλη, νηφάλιος πια, να αναλάβει την επιμέλεια της κόρης του από την οικογένεια στην οποία είχε δώσει προσωρινά την κηδεμονία, λόγω του προηγούμενου αλκοολισμού του. Κι εκεί, μέσα από συμπτώσεις της τύχης, ακούσιες συγκρούσεις και αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, το διήγημα λίγο θέλει ώστε να πλησιάσει τον μυθοπλαστικό πλούτο της αρχαιοελληνικής τραγωδίας.
 
Όλα τα διηγήματα του συγγραφέα έχουν κάποια κοινά στοιχεία: την κρεπάλη και την πάλη της μελαγχολίας, την ατμόσφαιρα του τέλους της δεκαετίας του 1920 από τη μια, δηλαδή το τέλος της δεκαετίας της ευμάρειας, του ηδονισμού και της επιπολαιότητας και την αρχή της δεκαετίας της χρεοκοπίας και της κατάρρευσης από την άλλη. Οι ήρωές του ακροβατούν μεταξύ της προηγούμενης χλιδής και της τωρινής διάλυσης. Αυτό  δείχνει και ο Φιτζέραλντ μέσω του έργου του: την αντίδραση του ανθρώπινου είδους στις ξαφνικές αλλαγές, όταν η γη χάνεται κάτω απ' τα πόδια του, τη βίαιη μεταβολή της μέχρι τώρα κατάστασης και την εναλλαγή των συναισθημάτων. Μήπως θα έπρεπε να πάρουμε κι εμείς οι Έλληνες κάτι απ' το μήνυμα του έργου του; Μήπως θα έπρεπε να έχουμε κρατημένο στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι οι μέρες αφθονίας έρχονται και παρέρχονται; Οι κεντρικοί ήρωες του Φιτζέραλντ συχνά κάνουν επίδειξη και προβολή του πλούτου τους. Μετά όμως, στο γύρισμα του τροχού της τύχης, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες που ανακύπτουν και είτε παραιτούνται απ' την προσπάθεια, είτε προσπαθούν να αγκυροβολήσουν σε άλλο λιμάνι (κυρίως οι γυναικείοι χαρακτήρες - Διακρίνετε άραγε κάποιο διαχρονικό στοιχείο;)

Ο συγγραφέας μας μιλά για πλούτη, πάθη, ζήλιες, ηδονή, με δυο λόγια για μια γεμάτη ζωή με άδειο πυρήνα. Για έρωτες που κατά συνθήκη συνυπάρχουν, μόνο και μόνο λόγω της καταξιωμένης και εύπορης κοινωνικής θέσης του άντρα. Όταν φύγει το χρήμα, έρχεται η ανασφάλεια και ο χωρισμός. Ο έρωτας χάνεται και μαζί μ' αυτόν οι αναμνήσεις. Παρ' όλα αυτά, στην εν λόγω συλλογή δίνεται βάρος περισσότερο στην ευκολία κατάκτησης του άλλου φύλου μόνο και μόνο μέσω της επίδειξης των χρημάτων ή και της δόξας. Το ότι κάποιος ήταν συγγραφέας τότε και είχε και ένα αυτοκίνητο ήταν σαν να είχε έτοιμα χρήματα απ' τον πατέρα του σήμερα. Όλα είναι σχετικά. Ανάλογα με την εποχή και το μορφωτικό επίπεδο του καθενός και της καθεμιάς.

Τέλος, θα σταθώ στο τελευταίο διήγημα με τίτλο: "Η κατάρρευση". Εξωτερική (αμερικανική οικονομία, επιπτώσεις του κραχ στην κοινωνία, κ.ά), αλλά κυρίως εσωτερική. Και εκεί μένει κυρίως και ο συγγραφέας. Η κατάρρευση αντικατοπτρίζει τον ψυχισμό του πετυχημένου Αμερικανού, που απ' την οροφή βρίσκεται ξαφνικά στο πάτωμα. Το κείμενο κυριαρχείται από το πρώτο ενικό πρόσωπο και το απόλυτα εξομολογητικό ύφος. Ο τόνος νοσταλγίας της παλιάς ζωής, της αναγνώρισης των παρελθόντων λαθών και του πεσιμισμού εισχωρεί σε κάθε λέξη του δημιουργού. Παραθέτω κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα: "Είναι αρκετό να πω ότι μετά από μια ώρα περίπου μοναχικής περίπτυξης με το μαξιλάρι μου, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι για δύο χρόνια η ζωή μου αντλούσε από πόρους που δεν διέθετα, ότι είχα υποθηκεύσει τον εαυτό μου σωματικά και πνευματικά όσο δεν έπαιρνε." (...) "Κοιμόμουν τώρα από την πλευρά της καρδιάς, διότι ήξερα ότι όσο πιο γρήγορα την κούραζα, έστω και λίγο, τόσο πιο γρήγορα θα ερχόταν η ευλογημένη εκείνη ώρα του εφιάλτη που, σαν κάθαρση, θα με βοηθούσε να αντιμετωπίσω την καινούργια -sic- μέρα" (...) "Μερικές φορές, ωστόσο, το ραγισμένο πιάτο πρέπει να μείνει στην πιατοθήκη, πρέπει να παραμείνει στην ενεργό υπηρεσία ως οικιακή αναγκαιότητα. Δεν μπορείς να το βγάλεις, όταν έχεις καλεσμένους αλλά κάνει για να βάλεις κουάκερ αργά τη νύχτα ή τα απομεινάρια του φαγητού στο ψυγείο..." (...) "Τώρα, η συνηθισμένη θεραπεία για κάποιον που έχει τα χάλια του είναι να σκεφτεί εκείνους που βρίσκονται σε πραγματική ανέχεια ή πάσχουν σωματικά - αυτό είναι ένας μακαρισμός παντός καιρού για την κατάθλιψη εν γένει και μια ωφέλιμη συμβουλή για οποιονδήποτε" (...) "Αναγκάστηκα να πάρω ένα μέτρο που κανείς δεν το παίρνει εκούσια: αναγκάστηκα να βάλω το μυαλό μου να σκεφτεί. Και δεν φαντάζεστε πόσο δύσκολο ήταν! Σαν να μετακινείς μεγάλα μυστικά μπαούλα!" (...) "Το χαμόγελο το φυλάω αποκλειστικά για εκείνους από τους οποίους δεν έχω τίποτα να κερδίσω."

Ο Φιτζέραλντ υπήρξε αδιαμφισβήτητα ένας μεγάλος συγγραφέας και σε καμία περίπτωση αυτές οι λίγες γραμμές δεν μπορούν να απλώσουν, να ερμηνεύσουν ή να αναλύσουν τόσο απλά την πορεία του. Οι κριτικές μου πάντοτε έχουν το στόχο της  ε ι σ α γ ω γ ή ς  στο έργο ενός συγγραφέα και εν προκειμένω αναρωτιέμαι αν ο Φιτζέραλντ δεν είχε την ατυχία να εγκαταλείψει τον κόσμο στα 44 του χρόνια, τι θα μπορούσε να είχε ακόμη προσφέρει στον κόσμο των γραμμάτων. Αγνή ψυχή σε στιβαρά λογοτεχνικά δάχτυλα. Αυτός ήταν και αυτό φαίνεται από το τέλος της "Κατάρρευσης", όπου αναφέρει ότι  "δεν έχω καμία συμπάθεια πια για τον ταχυδρόμο, τον μπακάλη, τον εκδότη, τον άντρα της ξαδέλφης μου, κι αυτοί με τη σειρά τους θα με αντιπαθήσουν, οπότε η ζωή δεν θα είναι ποτέ πια ευχάριστη και η ταμπέλα Cave Canem (προσοχή, σκύλος!) θα κρέμεται μονίμως πάνω από την πόρτα μου. Αλλά θα προσπαθήσω να είμαι πολιτισμένο ζώο και αν μου πετάξεις ένα κόκαλο με αρκετό κρέας μπορεί ακόμη και να σου γλείψω το χέρι."





*Το έργο "Επιστροφή στη Βαβυλώνα και άλλες ιστορίες" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα σε αριστοτεχνική μετάφραση του Άρη Μπερλή.
** Θερμή παράκληση: Μη δείτε τις κινηματογραφικές μεταφορές των έργων του συγγραφέα! (βλ. Ο υπέροχος Γκάτσμπυ κλπ.) Θα σας απομυθοποιήσουν τη λογοτεχνικότητα του έργου του και την πραγματική του αξία.



Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Κωμικοί Έρωτες, του Μίλαν Κούντερα



Πρωταπριλιά του 1929 γεννήθηκε ο Τσέχος συγγραφέας με γαλλική υπηκοότητα που ακούει στο όνομα Μίλαν Κούντερα. Σαν ψέμα ακούγεται, όπως σαν ψέματα διαβάζονται οι επτά ιστορίες που μας αφηγείται στη συλλογή διηγημάτων του "Κωμικοί Έρωτες" (1968, ελληνική επανέκδοση 2007 από τις εκδόσεις Εστία). Θα παραπέμψω στις πέντε από αυτές, καθώς πιστεύω ότι αντιπροσωπεύουν τον πυρήνα της θεματικής του που δεν είναι άλλος από τα κίνητρα του έρωτα, το φλερτ και το πάθος του πόθου. 

Ο συγγραφέας έχει ένα μαγικό τρόπο να αφήνει τον αναγνώστη να διεισδύσει στο κείμενό του από τη δεύτερη κιόλας σελίδα κάνοντάς τον να θέλει να μάθει τη συνέχεια, ακόμη κι αν η ιστορία δεν περιέχει τίποτε το μυστικό ή αστυνομικό. Ο έρωτας, άλλωστε, υπό το πρίσμα του Κούντερα στο έργο αυτό αποτελεί πάντοτε μια συνεχή περιπέτεια, που πρέπει να βιώνεται με γέλιο και πάθος. Εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου του: Κωμικοί έρωτες, όπως θα ειπωθεί και κατωτέρω. Έρωτες κάποιοι γελοίοι, κάποιοι ασύμβατοι, κάποιοι σοβαροί με αστεία προσέγγιση, κάποιοι καταδικασμένοι στα κίνητρά τους, κάποιοι βυθισμένοι στον αφελή ρομαντισμό τους.

Στο πρώτο διήγημα της συλλογής "Κανείς δεν θα γελάσει" η όλη πλοκή ξεκινά από ένα αστείο, ένα καλαμπούρι με άλλα λόγια του καθηγητή Τέχνης - ήρωα, το οποίο αφήνει να διαιωνίζεται χωρίς λόγο. Περιπλέκει τη σύντροφό του σε ένα παιχνίδι εκβιασμού και εκδίκησης, αριστοτεχνικώς σχεδιασμένο. Το κείμενο θα μπορούσε κάλλιστα να μεταφερθεί στο θεατρικό σανίδι, καθώς όλα ξεκινούν από μία φάρσα. Ο ήρωας παραμελεί να απαντήσει σε έναν φανατικό θαυμαστή του και συνάμα επιστήμονα (του οποίου τη δουλειά αποφεύγει ο πρώτος να κρίνει λόγω χαμηλού επιστημονικού επιπέδου της). Ο μύθος πατά πάνω στη φάρσα, η οποία δημιουργείται εκούσια και συνεχίζεται επίσης με τη θέληση του ήρωα, μέχρι που γυρίζει στο τέλος εναντίον του. Στο παιχνίδι βάζει τη σύντροφό του, Κλάρα, που με τη σειρά της αναφέρει ψευδώς - κατόπιν δικής του παραγγελίας-  ότι έπεσε τάχα θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από τον ανωτέρω θαυμαστή του συντρόφου της. Παράλληλα η συνοικιακή επιτροπή αποφαίνεται την ανάγκη έξωσης του καθηγητή από το οίκημα του διαμερίσματος, καθώς φιλοξενεί κοπέλες χαμηλότερου κοινωνικού επιπέδου και αμφίβολων ηθικών καταβολών. Γάτα και ποντίκι ταυτίζονται. Θύτης και θύμα γίνονται ένα. Ο ήρωας αργεί να το καταλάβει. Έτσι αργεί να καταλάβει και η ίδια η Κλάρα ότι χρησιμοποιήθηκε, για να απαλύνει τα πνεύματα, όπως ο Αίολος εξημερώνει τον κυκλώνα.

Στο "Χρυσό μήλο του αιώνιου πόθου" ο Κούντερα αποπειράται επιτυχώς να εισάγει τον αναγνώστη σε νερά πέρα του κλασικού δυαδικού ερωτικού σχήματος, βάζοντας στο παιχνίδι και τρίτο και τέταρτο πρόσωπο. Δύο φίλοι που φλερτάρουν με δύο φίλες, όμως τελικά θέλουν και οι δύο τη μία από αυτές. Οι επιθυμίες τους κονταροχτυπιούνται και οι εσωτερικές εξομολογήσεις τους λίγο θέλει, για να ανατρέψουν το κοινωνικά συμβατό. Οι περιγραφές του συγγραφέα μεταφέρουν τις κόρες των ματιών της φαντασίας μας ακριβώς στην εποχή εκείνη, που ακόμη κι ένα βλέμμα σε μια όμορφη κοπέλα αποτελούσε αδιάκριτη τακτική κατάκτησής της και ένα άγγιγμά της ανήκε στην επιθετική πλέον στρατηγική του κυνηγού της.

Οι ερωτικές φαντασιώσεις μπορούν να γίνουν επικίνδυνες, όταν υπερσκελίζουν την πραγματικότητα στο "Παιχνίδι του Οτοστόπ", όταν αντικείμενο του πόθου γίνεται ένα υποκείμενο της ερωτικής σχέσης, άγνωστο πλέον στο σύντροφό του, λόγω της ταπείνωσής του από εκείνον. Όχι, μη φοβάστε. Δεν υπάρχουν μαζοχιστικές σκηνές στο έργο. Ούτε καν! Ο Κούντερα μέσα από ψυχολογικές ενδοσκοπήσεις και αναλύσεις των ενδότερων σκέψεων των χαρακτήρων, καταφέρνει να μετατρέψει το πάθος για αχαλίνωτη σεξουαλική εκτόνωση σε φόβο. Ο ένας σύντροφος δεν αναγνωρίζει ποιον έχει απέναντί του. Παίζουν και οι δύο σε ένα παιχνίδι με δικούς τους όρους και πέφτουν θύματα των κανόνων που αυτοί οι ίδιοι έθεσαν. Πολλές φορές το να υποδυθείς έναν άλλο, φανερώνει - δυστυχώς - και για ποιο λόγο αγαπήθηκες. Και στην περίπτωση που αποκαλυφθεί ότι αγάπησαν το φαίνεσθαι και όχι το είναι σου, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την τραγική συνειδητοποίηση της φενάκης του πρόσκαιρου πόθου.

Η ηλικία απασχολεί σε πολλά κείμενα τον Κούντερα. Σε ένα απ' αυτά, "Ο γιατρός Χάβελ είκοσι χρόνια μετά", αναπολεί τη σφριγηλότητα του νεανικού κορμιού, τις ορμές των πρώτων ερώτων, το άσβεστο πάθος που τελικά ύστερα από κάποια χρόνια σβήνει και την γοητεία της μικρής ηλικίας χωρίς απαραίτητα τη συνοδεία της ομορφιάς. Τα πρώτα προβλήματα υγείας κάνουν την εμφάνισή τους στο ώριμο πλέον σώμα και ηλικιωμένο οργανισμό του ήρωα. Όμως ποια η ιδανικότερη αντιμετώπιση της σωματικής παρακμής από μια ερωτική επιβεβαίωση και μάλιστα κατά πολύ μικρότερης κοπέλας; Ο ήρωας - καθηγητής έχει καταπέσει. Το πάλαι ποτέ κύρος του και η δημοφιλία του τον έχουν εγκαταλείψει. Το συνειδητοποιεί, όταν ένας δημοσιογράφος τού αποκαλύπτει ότι δεν έχει έρθει για να πάρει από εκείνον συνέντευξη. Αν και παντρεμένος, με την όμορφη σύζυγό του πάντα να τον θαυμάζει και να περιμένει μια του συναισθηματική επανεκκίνηση, αυτός νοιάζεται για το "φρέσκο αίμα". Κυνηγά ανελέητα μια μασέρ, η οποία, αν και στην αρχή αρνείται πεισματικά, στη συνέχεια ενδίδει να πλαγιάσει με τον ηλικιωμένο επιστήμονα, μόνο και μόνο βλέποντας τι όμορφη σύζυγο αυτός συνοδεύει. Τότε, με τη θέλησή της η μασέρ γίνεται ακόμη μία γυναίκα στη συλλογή του κυρίου καθηγητή και άλλος ένας γρήγορος ενδιάμεσος σταθμός στην πορεία των παράλληλων και παράνομων κατακτήσεών του. Ενδιαφέρον έχει ότι ο συγγραφέας περνά μια μεγάλη αλήθεια: Όταν κάτι ύστερα από πολύ κόπο και βάσανα το πετύχει κανείς, στη συνέχεια του φαίνεται εύκολο και μη χρήζον πλέον προσοχής. Έτσι συμβαίνει και με τους δύσκολους έρωτες: Όταν καταφέρεις τον άλλο, ύστερα η γοητεία της μαγείας χάνεται και η ηδονή της νίκης μετατρέπεται σε επανάπαυση και απώλεια του ενδιαφέροντος του νικητή. Η απιστία συγχωρείται, όταν το ατόπημα της μοιχείας συμβαίνει επιπόλαια και χωρίς συναισθηματικό δέσιμο. Παράδειγμα προς αποφυγή αποτελεί το δίχως άλλο το ψυχολογικό αλληγορικό διήγημα του Κούντερα. Ή μήπως για κάποιους παράδειγμα προς μίμηση (όπως  ο "μαθητής" του στο διήγημα); Η ηθική ποτέ δεν υπήρξε δείκτης αντικειμενικότητας άλλωστε και ο συγγραφέας στοχεύει στο να βάζει συνεχώς διλήμματα. Στους ήρωές του μεν, αλλά πρωτίστως στις συνειδήσεις μας.

Τι θα μηχανευόταν κάποιος άπιστος, για να καταφέρει να συνευρεθεί με μια κοπέλα προσηλωμένη σε υπερβολικό βαθμό στα θρησκευτικά πιστεύω και ήθη της; Μα φυσικά την πίστη του στη θρησκεία. Ο Έντουαρντ είναι καθηγητής (πάλι ο ήρωας, ναι... ο Κούντερα δεν διαλέγει τυχαίο επάγγελμα...) και δεν πιστεύει στο Θεό. Παρ' όλα αυτά, γίνεται ο πιο ένθερμος οπαδός του χριστιανισμού, όταν η κοπέλα την οποία θέλει να κερδίσει, ακολουθεί κατά γράμμα τις θείες εντολές. Η διευθύντρια του σχολείου μαθαίνει παράλληλα ότι ο καθηγητής έχει θεαθεί πολλές φορές στην εκκλησία και του παραπονείται λέγοντάς του ότι η θρησκεία ανήκε σε προηγούμενες εποχές και ότι πλέον η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους και συνακολούθως της τεχνολογίας από αυτό δεν επιτρέπει να πιστεύει πλέον κανείς στο Θεό. Όπως και με τη συνοικιακή επιτροπή σε προηγούμενο διήγημα έτσι και στο "Ο Έντουαρντ και ο Θεός" η κοινή γνώμη, η άποψη του κοινωνικού συνόλου και εν τέλει η επικράτηση ακόμη και της έντονης φημολογίας παίζουν τεράστιο ρόλο στις επιλογές του ατόμου. Ασκούν επιρροή στις αποφάσεις του και στο ηθικό του βεληνεκές, το οποίο διαστέλλεται και συστέλλεται ανάλογα με το τι θέλουν οι άλλοι και δη οι κοινωνικά και επαγγελματικά ανώτεροί του. Ο Έντουαρντ πρέπει να πολεμήσει τις "κακές φήμες" περί θρησκοληψίας του και αναφέρει στο σχολικό συμβούλιο την πλήρη αλήθεια: ότι η πίστη λειτούργησε ως πρόφαση, ώστε να προσεγγίσει την (θρησκευόμενη) κοπέλα που τον ενδιέφερε. Για να πείσει μάλιστα πλήρως τη διευθύντρια, ενδίδει στα ερωτικά της καλέσματα, τα οποία μάλιστα ο ίδιος είχε προηγουμένως προκαλέσει. Σε μία ντροπιαστική για τη διευθύντρια σκηνή, ο Έντουαρντ βρίσκει το θάρρος και υποκύπτει στην ασχήμια της, αρεσκόμενος ερωτικά στη στάση υποταγής κατά την ώρα της αναγκαστικής προσευχής της. Το διήγημα τελειώνει αφήνοντας ανοιχτό ένα γελαστό παράθυρο στην πίστη, με τον Κούντερα να κλείνει το μάτι όχι μόνο στον αναγνώστη, αλλά κυρίως στο Θεό που ενδόμυχα πιστεύει.

Οι παραπάνω περιλήψεις έχουν έναν κοινό άξονα που δεν είναι άλλος από τον έρωτα: ανεξαρτήτως ηλικίας, πεποιθήσεων και κοινωνικής θέσης (όπου "θέση" βλ. επίπεδο αλλά και άποψη). Ορισμένες ιστορίες του χαϊδεύουν την τραγικότητα, άλλες πάλι αγγίζουν τον ονειροπόλο ρομαντισμό. Όμως όλες τους κρύβουν αλήθειες. Η συλλογή αυτή διηγημάτων γράφτηκε στη Βοημία μεταξύ 1959 και 1968, οπότε πρέπει να ιδωθεί  και μέσα από το ιστορικό πρίσμα, τα ήθη και της συνήθειες, της εποχής. Ο τρόπος αφήγησης ποικίλει: πρώτο πρόσωπο - εξομολογητικός, προσωπικός -  και τρίτο ενικό πρόσωπο (διαλογικός στη μειοψηφία του). Συχνά αναδύεται και η φωνή του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος προβαίνει σε επεξηγήσεις και σχολιασμούς που ομολογουμένως πρωτοτυπούν και τραντάζουν το αφηγηματικό κάδρο.

Ο Μίλαν Κούντερα ένα στόχο έχει και τον πετυχαίνει πλήρως με τους Κωμικούς Έρωτες: Να ερωτευθούμε. Και μάλιστα το περνά όχι σαχλώς, όπως ευρέως συνηθίζεται στην αρλεκινίστικη και δυστυχώς ευπώλητη μυθιστοριογραφία. Μέσα από αλλεπάλληλα σχήματα λόγου και αλληγορίες, διλήμματα και αλήθειες, μάχες ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, καταφέρνει να αποτυπώσει τα ανθρώπινα πάθη και να τα απογυμνώσει από τις αναστολές και μυστικά τους. Όσο για τον τίτλο του έργου... Ο έρωτας ξεκινά πάντα με χαμόγελο. Δεν καταλήγει όμως πάντοτε με αυτό. Όμως έτσι πρέπει να το βλέπει κανείς: ως ένα αστείο, που περιμένει να καταλάβουμε το νόημά του, για να διασκεδάσουμε μαζί του μέχρι τελικής πτώσεως.




* Το έργο του Μίλαν Κούντερα "Κωμικοί Έρωτες" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Βιβλιοπωλείον της Εστίας" σε μετάφραση Γιάννη Η. Χάρη.




Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Νέο βιβλίο / Η γέννηση ενός "Αλλιώτικου Νόμου".


Ήταν αρχές Σεπτέμβρη, όταν άρχισα να γράφω το τέταρτο βιβλίο μου, αλλά ουσιαστικά πρώτο, μιας και τα πρώτα τρία τα θεωρώ πρωτόλεια έργα με τις αδυναμίες τους, οι οποίες στο συγκεκριμένο θέλω να πιστεύω ότι έχουν επουλωθεί.

Το όνομα αυτού; Αλλιώτικος Νόμος. Πώς μου ήρθε θα αναρωτηθείτε... Πρώτον, είμαι δικηγόρος. Καλό, κακό, θα δείξει. Το όνομά μας και η φήμη μας ως επαγγελματίες καθημερινά λασπολογείται και το άσχημο είναι τις περισσότερες φορές όχι άδικα. Κρίνοντας ότι ανήκω στο κομμάτι εκείνο της μειοψηφίας που δεν θεωρεί τους λοιπούς ως μιάσματα, κατώτερους από εκείνον τον "ένα", λιγότερο "λαμόγιο" και "με το σταυρό στο χέρι", προσπαθώ με φόντο την ετικέτα του "ελεύθερου επαγγελματία" να απομυθοποιήσω (κανόνας) ή και να επιβεβαιώσω (εξαίρεση) τα όσα έχουν ειπωθεί για την αδίστακτη πλευρά αυτών των ανθρώπων. Ήθελα να τονίσω ότι πίσω από το προσωπείο κάθε δικηγόρου, κρύβεται ο παράγων άνθρωπος, ο οποίος παραγκωνισμένος και καταπιεσμένος στις πλείστες των περιπτώσεων, δεν αφήνεται να αναπτυχθεί πλήρως, παρά σκλαβώνεται από τη γραβάτα και το τακούνι. Δεν θα ειπωθούν μόνο καλά για το σινάφι μου. Αυτό είναι σίγουρο. Αλλά μέσα από τη φαντασία θα προσπαθήσω να αποκαταστήσω την κακή μας φήμη ότι όλοι εμείς "δεν νιώθουμε"...

Δεύτερον, λέγεται Αλλιώτικος Νόμος, γιατί ένα βράδυ του 2011 στο Βερολίνο, μου ήρθε η ιδέα, η έμπνευση, όπως θέλετε πείτε το, με αφορμή την ιδιότητά μου ως νομικού (και όχι ως αιτία όπως ανέφερα παραπάνω) να γράψω κάτι με νομικό τίτλο χωρίς αμιγώς νομικό περιεχόμενο. Εξ ου και το "αλλιώτικος". Το όλο σκεπτικό πάτησε μια ανύποπτη στιγμή στο άκουσμα του ομότιτλου τραγουδιού που έχει γράψει ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. Η αρχική γραμμή του μύθου είχε βασιστεί αρχές του 2012 (πριν αρχίσω να γράφω το βιβλίο) σε λανθασμένα μου ένστικτα και είχε εμπνευστεί ίσως από λάθος ανθρώπους. Όμως αυτή δεν είναι η ζωή; Το μεγαλύτερος μέρος της πηγάζει από "ωραία και τυχαία λάθη".

Και για να απαντήσω στο ερώτημα αν το βιβλίο είναι αυτοβιογραφικό, θα πω το εξής που πιστεύω ότι αντιπροσωπεύει τεράστιο ποσοστών των συγγραφέων: Ασφαλώς και είναι εν μέρει. Γράφω όσα μου έχουν συμβεί, όσα δεν έχουν συμβεί, όσα θα ήθελα να μου συμβούν και όσα δεν θα ήθελα να μου συμβούν. Πιστεύω ότι ακριβολογώ. Κάποια γεγονότα δεν έχουν συμβεί ποτέ, κάποια άλλα έχουν αλλά με παραλλαγές και κάποια άλλα αποτελούν αποκυήματα καθαρής φαντασίας.

Εύχομαι να βρει αντίκρυσμα στους αναγνώστες, όταν κάποια στιγμή δημοσιευθεί. Η μεγαλύτερη χαρά της μοναχικής και ψυχολογικά επώδυνης διαδικασίας της συγγραφής (καθώς ο συγγραφέας συμπάσχει με τους ήρωές του) είναι η επικοινωνία του έργου του δημιουργού. Μοναξιά και επικοινωνία. Πόσο αντιφατικό μα και πόσο αληθινό παράλληλα...

12 κεφάλαια, 235 σελίδες, 4 ήρωες, 1 βιβλίο. Οι περιπέτειες του Γιάννη, της Ελένης, του Νίκου και της Άννας τελείωσαν ύστερα από 10 μήνες συγγραφής και είναι έτοιμοι να δοθούν στα χέρια σας.

Ανυπομονώ να μοιραστώ τις σκέψεις των ηρώων μαζί σας. 

Κλείνω με το ομώνυμο με τον τίτλο του βιβλίου μου τραγούδι, που μου έδωσε και την ώθηση να γράψω κάτι που εύχομαι να μας κάνει να αναρωτηθούμε όλοι, αν έχουμε αναλογιστεί ποτέ τι σημαίνει ευκαιρία, αγάπη, καριέρα, μίσος, φιλία, περιπέτεια, θλίψη και έρωτας.



















Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Η ωραιότερη ήττα



Να έχεις ταυτιστεί με τα λίγα.
Κι η αγάπη να λυσσομανά απτόητη.
Να αλλάζει τις λέξεις, μήπως καταφέρει και σε ξεγελάσει.
Στο κουδούνι κανείς.
Πάλι το τίποτα με ξεγέλασε.

Το βιβλίο γυρίζει μόνο του σελίδες.
Προσπαθεί κι αυτό να με συνετίσει. Δεν το ακούω.
Μονάχα βλέπω την εικόνα σου σε κάθε βίαιο ξεφύλλισμα.

Να δίνεις, να δίνεις, να δίνεις.
Δόση αντί υπόσχεσης.
Δόση μα κι αφαίρεση μαζί.
Η πρόσθεση πουθενά. 
Αργεί.
Όπως το λεωφορείο που έχει ήδη περάσει. 
Αργεί.
Κι εσύ περιμένεις... Τι περιμένεις;
Μια αγάπη που αδιάφορα σιωπά;
Μια αγάπη που δεν άρχισε ποτέ;

Ίσως και ναι... Δεν ξέρω... Στάσου! Το "ναι" περιμένω. Μη φύγεις!
Εκεί που το  επουράνιο γαλάζιο
προσπαθεί απελπισμένα να βουτήξει στη θάλασσα το ηλιοβασίλεμα
και να την κάνει δική του.
Αιωνίως παράλληλος ο ουρανός με τη θάλασσα.
Αιωνίως παράλληλες οι αγάπες μας...
Γελασμένες απ' τη ματαιότητα του δειλινού. 
Εκεί περιμένω. 
Χαμένος στο αψυχολόγητο κέφι του άλλου προσήμου.
Στην αδιάφορη παράλειψη μιας καλημέρας,
χαμένος στη σιγουριά της αβεβαιότητας.

Η ωραιότερη ήττα της ζωής μου.

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις: Επόμενη στάση: Ζωή

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις: Επόμενη στάση: Ζωή: του Κώστα Λεϊμονή πηγή:  http://www.protagon.gr Εξηνταπεντάχρονος άνδρας, αγνώστων λοιπών στοιχείων μέχρι την ώρα που γράφεται αυτ...

Ευχαριστώ θερμά για την αναδημοσίευση το σπουδαίο περιοδικό λόγου και τέχνης "Εντευκτήριο".

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Επόμενη στάση: Ζωή (protagon.gr)



     Εξηνταπεντάχρονος άνδρας, άγνωστων λοιπών στοιχείων μέχρι την ώρα που γράφεται αυτό το άρθρο, αποφάσισε να δώσει οριστικό τέλος στη ζωή του, πέφτοντας στις γραμμές του μετρό στην Ακρόπολη. Ο συρμός τον διαμέλισε. Γρήγορος θάνατος. Ανώδυνος. Δωρεάν. Η επιλογή επί της ζωής είναι και επιλογή επί του θανάτου.
     Το παραπάνω δεν αποτελεί το μοναδικό περιστατικό. Μέχρι τώρα τουλάχιστον μία αυτοκτονία το μήνα συμβαίνει στον υπόγειο σιδηρόδρομο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο αυτόχειρας, όπως και πολλοί άλλοι, αποφασίζει να αυτοκτονήσει εκεί. Οι πιθανότητες επιτυχίας του σχεδίου του βαίνουν συντριπτικά υπέρ του. Η απόγνωση που κυριαρχεί στο αίμα του και η απογοήτευση για ένα χειρότερο μέλλον δεν του δίνουν ευκαιρίες έστω και μιας απειροελάχιστης αισιοδοξίας. «Η Ελλάδα κέρδισε το στοίχημα με το Ευρώ», γράφει παράλληλα πρωτοσέλιδο μεγάλης εφημερίδας, ενώ με μικρά γραμματάκια σε μια πλαϊνή στήλη άλλου φύλλου, πλησίον του πρώτου, αναφέρεται ότι «ο κίνδυνος νέου μνημονίου και απομάκρυνσης από την ευρωζώνη καλά κρατούν σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων».
     Η δημοκρατία τραντάζεται. Η ουσιαστική νομιμοποίηση των βουλευτών απειλείται από την εκδικητική ψήφο των Ευρωεκλογών. Η οικονομία μας πνέει τα λοίσθια. Πρώτον, ως νομικός οφείλω να διευκρινίσω το εξής: η τωρινή κυβέρνηση (ευτυχώς ή δυστυχώς) απολαμβάνει τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής. Το ότι ο κόσμος αποφάνθηκε άλλως στις εκλογές του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου θα έχει φανερή αντανάκλαση στις επόμενες εθνικές εκλογές, αλλά σύμφωνα με το Συνταγματικό Δίκαιο – που κατά τα άλλα σε καθημερινή βάση βάναυσα καταπατείται – δεν τίθεται ζήτημα έλλειψης τυπικής νομιμοποίησης της τωρινής Βουλής. Δεύτερον, είναι λογικό κανείς να εξανίσταται όταν βλέπει από τη μία τον (ηθικό) αυτουργό αλλοίωσης των στοιχείων της λίστας Λα Γκαρντ (ή Φαλτσιάνι) να κυκλοφορεί ελεύθερος ανάμεσά μας και από την άλλη την επικουρική του σύνταξη να από 90 να πηγαίνει 83 Ευρώ για το καλό της χώρας. – Η αλήθεια είναι ότι για να επιστραφούν τα αναδρομικά στο δικαστικό σώμα και στους ένστολους χρειάζονται κάποιες θυσίες. Αυτές τις θυσίες θα της κάνει η κυρία των 70 χρόνων που ζει με αυτή τη σύνταξη, από την οποία θα πληρώσει τον έκτακτο φόρο ακινήτων, την εφορία κλπ... Απροπό, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος το Μνημόνιο συνταγματικό λόγω του έκτακτου και προσωρινού του χαρακτήρα. Αναρωτιέμαι, αν διαιωνιστεί η φορολόγηση, θα συνεχίσει να υφίσταται τόσο ο έκτακτος όσο και προσωρινός χαρακτήρας;
     Ίσως ο κύριος που αυτοκτόνησε να περίμενε να νικούσε η Εθνική μας την Κόστα Ρίκα. Ο κόσμος χρειάζεται χαρά. Χρειάζεται λόγους για να γιορτάσει. Μια τέτοια μεγάλη πρόκριση είναι το οξυγόνο του. Είναι η αφορμή για να ξεχαστεί απ’ την καθημερινότητα. Ίσως πάλι πίστεψε το εξώφυλλο της μιας εφημερίδας, αγόρασε όμως την παραδίπλα κι έμαθε την αλήθεια. Δεν ήταν συγγενής μας, για αυτό δεν ανησυχούμε. Περνάμε την είδηση στα ψιλά γράμματα. Ελέγχουμε το εισιτήριο των διακοπών μας για το δεκαπενταύγουστο και περιμένουμε να απολαύσουμε τον ήλιο της μεσογειακής θάλασσας για πέντε μέρες. Τότε θα κάνουμε την επανάστασή μας. Την επανάσταση του φραπέ στην «Ελλαδάρα» που εμείς δημιουργήσαμε.
     «Επόμενη στάση: Ακρόπολη», ακούστηκε η γλυκιά γυναικεία φωνή του συρμού και σε λίγα δευτερόλεπτα ένα βροντερό μπαμ σήμανε και το τέλος μιας ζωής που δεν θα είχε επόμενη στάση. Το τρένο ακινητοποιήθηκε μπροστά στη φωτογραφία της Μελίνας Μερκούρη, η οποία, από το μνημείο του Παρθενώνα, αποχαιρετά με χαμόγελο το παρελθόν. «Please, mind the gap», συμβούλεψε η φωνή, ενώ οι τουρίστες που βρίσκονταν στο βαγόνι δεν είχαν ιδέα ούτε ποια ήταν κυρία που χαιρετoύσε απ’ την Ακρόπολη, ούτε γιατί ο συρμός είχε σταματήσει λίγα μέτρα πριν το τέλος της αποβάθρας.


Στη μνήμη του άγνωστου επιβάτη.