Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Κωμικοί Έρωτες, του Μίλαν Κούντερα



Πρωταπριλιά του 1929 γεννήθηκε ο Τσέχος συγγραφέας με γαλλική υπηκοότητα που ακούει στο όνομα Μίλαν Κούντερα. Σαν ψέμα ακούγεται, όπως σαν ψέματα διαβάζονται οι επτά ιστορίες που μας αφηγείται στη συλλογή διηγημάτων του "Κωμικοί Έρωτες" (1968, ελληνική επανέκδοση 2007 από τις εκδόσεις Εστία). Θα παραπέμψω στις πέντε από αυτές, καθώς πιστεύω ότι αντιπροσωπεύουν τον πυρήνα της θεματικής του που δεν είναι άλλος από τα κίνητρα του έρωτα, το φλερτ και το πάθος του πόθου. 

Ο συγγραφέας έχει ένα μαγικό τρόπο να αφήνει τον αναγνώστη να διεισδύσει στο κείμενό του από τη δεύτερη κιόλας σελίδα κάνοντάς τον να θέλει να μάθει τη συνέχεια, ακόμη κι αν η ιστορία δεν περιέχει τίποτε το μυστικό ή αστυνομικό. Ο έρωτας, άλλωστε, υπό το πρίσμα του Κούντερα στο έργο αυτό αποτελεί πάντοτε μια συνεχή περιπέτεια, που πρέπει να βιώνεται με γέλιο και πάθος. Εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου του: Κωμικοί έρωτες, όπως θα ειπωθεί και κατωτέρω. Έρωτες κάποιοι γελοίοι, κάποιοι ασύμβατοι, κάποιοι σοβαροί με αστεία προσέγγιση, κάποιοι καταδικασμένοι στα κίνητρά τους, κάποιοι βυθισμένοι στον αφελή ρομαντισμό τους.

Στο πρώτο διήγημα της συλλογής "Κανείς δεν θα γελάσει" η όλη πλοκή ξεκινά από ένα αστείο, ένα καλαμπούρι με άλλα λόγια του καθηγητή Τέχνης - ήρωα, το οποίο αφήνει να διαιωνίζεται χωρίς λόγο. Περιπλέκει τη σύντροφό του σε ένα παιχνίδι εκβιασμού και εκδίκησης, αριστοτεχνικώς σχεδιασμένο. Το κείμενο θα μπορούσε κάλλιστα να μεταφερθεί στο θεατρικό σανίδι, καθώς όλα ξεκινούν από μία φάρσα. Ο ήρωας παραμελεί να απαντήσει σε έναν φανατικό θαυμαστή του και συνάμα επιστήμονα (του οποίου τη δουλειά αποφεύγει ο πρώτος να κρίνει λόγω χαμηλού επιστημονικού επιπέδου της). Ο μύθος πατά πάνω στη φάρσα, η οποία δημιουργείται εκούσια και συνεχίζεται επίσης με τη θέληση του ήρωα, μέχρι που γυρίζει στο τέλος εναντίον του. Στο παιχνίδι βάζει τη σύντροφό του, Κλάρα, που με τη σειρά της αναφέρει ψευδώς - κατόπιν δικής του παραγγελίας-  ότι έπεσε τάχα θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από τον ανωτέρω θαυμαστή του συντρόφου της. Παράλληλα η συνοικιακή επιτροπή αποφαίνεται την ανάγκη έξωσης του καθηγητή από το οίκημα του διαμερίσματος, καθώς φιλοξενεί κοπέλες χαμηλότερου κοινωνικού επιπέδου και αμφίβολων ηθικών καταβολών. Γάτα και ποντίκι ταυτίζονται. Θύτης και θύμα γίνονται ένα. Ο ήρωας αργεί να το καταλάβει. Έτσι αργεί να καταλάβει και η ίδια η Κλάρα ότι χρησιμοποιήθηκε, για να απαλύνει τα πνεύματα, όπως ο Αίολος εξημερώνει τον κυκλώνα.

Στο "Χρυσό μήλο του αιώνιου πόθου" ο Κούντερα αποπειράται επιτυχώς να εισάγει τον αναγνώστη σε νερά πέρα του κλασικού δυαδικού ερωτικού σχήματος, βάζοντας στο παιχνίδι και τρίτο και τέταρτο πρόσωπο. Δύο φίλοι που φλερτάρουν με δύο φίλες, όμως τελικά θέλουν και οι δύο τη μία από αυτές. Οι επιθυμίες τους κονταροχτυπιούνται και οι εσωτερικές εξομολογήσεις τους λίγο θέλει, για να ανατρέψουν το κοινωνικά συμβατό. Οι περιγραφές του συγγραφέα μεταφέρουν τις κόρες των ματιών της φαντασίας μας ακριβώς στην εποχή εκείνη, που ακόμη κι ένα βλέμμα σε μια όμορφη κοπέλα αποτελούσε αδιάκριτη τακτική κατάκτησής της και ένα άγγιγμά της ανήκε στην επιθετική πλέον στρατηγική του κυνηγού της.

Οι ερωτικές φαντασιώσεις μπορούν να γίνουν επικίνδυνες, όταν υπερσκελίζουν την πραγματικότητα στο "Παιχνίδι του Οτοστόπ", όταν αντικείμενο του πόθου γίνεται ένα υποκείμενο της ερωτικής σχέσης, άγνωστο πλέον στο σύντροφό του, λόγω της ταπείνωσής του από εκείνον. Όχι, μη φοβάστε. Δεν υπάρχουν μαζοχιστικές σκηνές στο έργο. Ούτε καν! Ο Κούντερα μέσα από ψυχολογικές ενδοσκοπήσεις και αναλύσεις των ενδότερων σκέψεων των χαρακτήρων, καταφέρνει να μετατρέψει το πάθος για αχαλίνωτη σεξουαλική εκτόνωση σε φόβο. Ο ένας σύντροφος δεν αναγνωρίζει ποιον έχει απέναντί του. Παίζουν και οι δύο σε ένα παιχνίδι με δικούς τους όρους και πέφτουν θύματα των κανόνων που αυτοί οι ίδιοι έθεσαν. Πολλές φορές το να υποδυθείς έναν άλλο, φανερώνει - δυστυχώς - και για ποιο λόγο αγαπήθηκες. Και στην περίπτωση που αποκαλυφθεί ότι αγάπησαν το φαίνεσθαι και όχι το είναι σου, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την τραγική συνειδητοποίηση της φενάκης του πρόσκαιρου πόθου.

Η ηλικία απασχολεί σε πολλά κείμενα τον Κούντερα. Σε ένα απ' αυτά, "Ο γιατρός Χάβελ είκοσι χρόνια μετά", αναπολεί τη σφριγηλότητα του νεανικού κορμιού, τις ορμές των πρώτων ερώτων, το άσβεστο πάθος που τελικά ύστερα από κάποια χρόνια σβήνει και την γοητεία της μικρής ηλικίας χωρίς απαραίτητα τη συνοδεία της ομορφιάς. Τα πρώτα προβλήματα υγείας κάνουν την εμφάνισή τους στο ώριμο πλέον σώμα και ηλικιωμένο οργανισμό του ήρωα. Όμως ποια η ιδανικότερη αντιμετώπιση της σωματικής παρακμής από μια ερωτική επιβεβαίωση και μάλιστα κατά πολύ μικρότερης κοπέλας; Ο ήρωας - καθηγητής έχει καταπέσει. Το πάλαι ποτέ κύρος του και η δημοφιλία του τον έχουν εγκαταλείψει. Το συνειδητοποιεί, όταν ένας δημοσιογράφος τού αποκαλύπτει ότι δεν έχει έρθει για να πάρει από εκείνον συνέντευξη. Αν και παντρεμένος, με την όμορφη σύζυγό του πάντα να τον θαυμάζει και να περιμένει μια του συναισθηματική επανεκκίνηση, αυτός νοιάζεται για το "φρέσκο αίμα". Κυνηγά ανελέητα μια μασέρ, η οποία, αν και στην αρχή αρνείται πεισματικά, στη συνέχεια ενδίδει να πλαγιάσει με τον ηλικιωμένο επιστήμονα, μόνο και μόνο βλέποντας τι όμορφη σύζυγο αυτός συνοδεύει. Τότε, με τη θέλησή της η μασέρ γίνεται ακόμη μία γυναίκα στη συλλογή του κυρίου καθηγητή και άλλος ένας γρήγορος ενδιάμεσος σταθμός στην πορεία των παράλληλων και παράνομων κατακτήσεών του. Ενδιαφέρον έχει ότι ο συγγραφέας περνά μια μεγάλη αλήθεια: Όταν κάτι ύστερα από πολύ κόπο και βάσανα το πετύχει κανείς, στη συνέχεια του φαίνεται εύκολο και μη χρήζον πλέον προσοχής. Έτσι συμβαίνει και με τους δύσκολους έρωτες: Όταν καταφέρεις τον άλλο, ύστερα η γοητεία της μαγείας χάνεται και η ηδονή της νίκης μετατρέπεται σε επανάπαυση και απώλεια του ενδιαφέροντος του νικητή. Η απιστία συγχωρείται, όταν το ατόπημα της μοιχείας συμβαίνει επιπόλαια και χωρίς συναισθηματικό δέσιμο. Παράδειγμα προς αποφυγή αποτελεί το δίχως άλλο το ψυχολογικό αλληγορικό διήγημα του Κούντερα. Ή μήπως για κάποιους παράδειγμα προς μίμηση (όπως  ο "μαθητής" του στο διήγημα); Η ηθική ποτέ δεν υπήρξε δείκτης αντικειμενικότητας άλλωστε και ο συγγραφέας στοχεύει στο να βάζει συνεχώς διλήμματα. Στους ήρωές του μεν, αλλά πρωτίστως στις συνειδήσεις μας.

Τι θα μηχανευόταν κάποιος άπιστος, για να καταφέρει να συνευρεθεί με μια κοπέλα προσηλωμένη σε υπερβολικό βαθμό στα θρησκευτικά πιστεύω και ήθη της; Μα φυσικά την πίστη του στη θρησκεία. Ο Έντουαρντ είναι καθηγητής (πάλι ο ήρωας, ναι... ο Κούντερα δεν διαλέγει τυχαίο επάγγελμα...) και δεν πιστεύει στο Θεό. Παρ' όλα αυτά, γίνεται ο πιο ένθερμος οπαδός του χριστιανισμού, όταν η κοπέλα την οποία θέλει να κερδίσει, ακολουθεί κατά γράμμα τις θείες εντολές. Η διευθύντρια του σχολείου μαθαίνει παράλληλα ότι ο καθηγητής έχει θεαθεί πολλές φορές στην εκκλησία και του παραπονείται λέγοντάς του ότι η θρησκεία ανήκε σε προηγούμενες εποχές και ότι πλέον η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους και συνακολούθως της τεχνολογίας από αυτό δεν επιτρέπει να πιστεύει πλέον κανείς στο Θεό. Όπως και με τη συνοικιακή επιτροπή σε προηγούμενο διήγημα έτσι και στο "Ο Έντουαρντ και ο Θεός" η κοινή γνώμη, η άποψη του κοινωνικού συνόλου και εν τέλει η επικράτηση ακόμη και της έντονης φημολογίας παίζουν τεράστιο ρόλο στις επιλογές του ατόμου. Ασκούν επιρροή στις αποφάσεις του και στο ηθικό του βεληνεκές, το οποίο διαστέλλεται και συστέλλεται ανάλογα με το τι θέλουν οι άλλοι και δη οι κοινωνικά και επαγγελματικά ανώτεροί του. Ο Έντουαρντ πρέπει να πολεμήσει τις "κακές φήμες" περί θρησκοληψίας του και αναφέρει στο σχολικό συμβούλιο την πλήρη αλήθεια: ότι η πίστη λειτούργησε ως πρόφαση, ώστε να προσεγγίσει την (θρησκευόμενη) κοπέλα που τον ενδιέφερε. Για να πείσει μάλιστα πλήρως τη διευθύντρια, ενδίδει στα ερωτικά της καλέσματα, τα οποία μάλιστα ο ίδιος είχε προηγουμένως προκαλέσει. Σε μία ντροπιαστική για τη διευθύντρια σκηνή, ο Έντουαρντ βρίσκει το θάρρος και υποκύπτει στην ασχήμια της, αρεσκόμενος ερωτικά στη στάση υποταγής κατά την ώρα της αναγκαστικής προσευχής της. Το διήγημα τελειώνει αφήνοντας ανοιχτό ένα γελαστό παράθυρο στην πίστη, με τον Κούντερα να κλείνει το μάτι όχι μόνο στον αναγνώστη, αλλά κυρίως στο Θεό που ενδόμυχα πιστεύει.

Οι παραπάνω περιλήψεις έχουν έναν κοινό άξονα που δεν είναι άλλος από τον έρωτα: ανεξαρτήτως ηλικίας, πεποιθήσεων και κοινωνικής θέσης (όπου "θέση" βλ. επίπεδο αλλά και άποψη). Ορισμένες ιστορίες του χαϊδεύουν την τραγικότητα, άλλες πάλι αγγίζουν τον ονειροπόλο ρομαντισμό. Όμως όλες τους κρύβουν αλήθειες. Η συλλογή αυτή διηγημάτων γράφτηκε στη Βοημία μεταξύ 1959 και 1968, οπότε πρέπει να ιδωθεί  και μέσα από το ιστορικό πρίσμα, τα ήθη και της συνήθειες, της εποχής. Ο τρόπος αφήγησης ποικίλει: πρώτο πρόσωπο - εξομολογητικός, προσωπικός -  και τρίτο ενικό πρόσωπο (διαλογικός στη μειοψηφία του). Συχνά αναδύεται και η φωνή του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος προβαίνει σε επεξηγήσεις και σχολιασμούς που ομολογουμένως πρωτοτυπούν και τραντάζουν το αφηγηματικό κάδρο.

Ο Μίλαν Κούντερα ένα στόχο έχει και τον πετυχαίνει πλήρως με τους Κωμικούς Έρωτες: Να ερωτευθούμε. Και μάλιστα το περνά όχι σαχλώς, όπως ευρέως συνηθίζεται στην αρλεκινίστικη και δυστυχώς ευπώλητη μυθιστοριογραφία. Μέσα από αλλεπάλληλα σχήματα λόγου και αλληγορίες, διλήμματα και αλήθειες, μάχες ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, καταφέρνει να αποτυπώσει τα ανθρώπινα πάθη και να τα απογυμνώσει από τις αναστολές και μυστικά τους. Όσο για τον τίτλο του έργου... Ο έρωτας ξεκινά πάντα με χαμόγελο. Δεν καταλήγει όμως πάντοτε με αυτό. Όμως έτσι πρέπει να το βλέπει κανείς: ως ένα αστείο, που περιμένει να καταλάβουμε το νόημά του, για να διασκεδάσουμε μαζί του μέχρι τελικής πτώσεως.




* Το έργο του Μίλαν Κούντερα "Κωμικοί Έρωτες" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Βιβλιοπωλείον της Εστίας" σε μετάφραση Γιάννη Η. Χάρη.