Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Οδός Σόλωνος




     Δεν θυμόταν πώς έλεγαν την αδερφή του. Μαρία; Ή μήπως Ελένη; Σίγουρα όχι Σοφία. Σοφία φώναζαν το κορίτσι του. Η κοπέλα που του προσέφερε ηδονή στις άσπρες νύχτες και τις μαύρες μέρες. Στην πρώτη περίπτωση, τα πάρτυ με σκόνη έδιναν κι έπαιρναν. Στη δεύτερη περίπτωση η μελαγχολία της στέρησης οδηγούσε στην απόγνωση και τα νεύρα.
Η βελόνα έβγαινε αργά αλλά σταθερά από την μελανιασμένη και ταλαιπωρημένη του φλέβα εκείνο το βράδυ του Δεκέμβρη. Οι κόρες των αντρικών ματιών γίνονταν για ακόμα μία φορά μάρτυρες μιας επαναλαμβανόμενης διαδικασίας αυτομαστίγωσης του εγώ του δίχως συναίσθηση. Πέταξε μακριά τη σύριγγα, καθώς άφηνε μετέωρο το χέρι που έκανε την ένεση, λες και το αποδέσμευε από μια κοπιαστική εργασία. Δάκρυα ήταν έτοιμα να ξεσπάσουν και να βγουν απ’ τη φωλιά τους, όμως το άνοιγμα της πόρτας τα φόβισε.
-         «Δεν έχει τίποτα στο ψυγείο», είπε νευρικά μια ψηλόλιγνη, καστανόξανθη κοπέλα με μια φαρδιά, λευκή πουκαμίσα να φτάνει ως τα γόνατά της.
-         «Κι εγώ τι να σου κάνω; Δεν το ‘ξερες;», της έκανε εκείνος αδιάφορα, γυρίζοντας πλευρό και δείχνοντάς της την πλάτη του, έτοιμος να παραδοθεί στην επερχόμενη έκσταση. Η κοπέλα, απηυδισμένη, πήρε μια ανοιγμένη μπύρα από το πάτωμα, καταναλώνοντας με δυο γουλιές το πολυκαιρισμένο περιεχόμενό της κι ύστερα ξάπλωσε δίπλα του. Το βλέμμα της έπεσε αμέσως πάνω στη σύριγγα.
-         «Τι έχεις πάθει; Δεν είπαμε τέλος αυτά; Τέρμα τα παλιά;» Προσπάθησε να τον αγκαλιάσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Το σώμα του τής φάνηκε ξένο. Ένα άλλο κορμί, αλλοιωμένο απ’ τα λάθη της αμαρτωλής κατασκευής του.
-         «Ή μείνε να με φτιάξεις ή φύγε!», την αποπήρε ο σύντροφός της.
Η Σοφία δεν απάντησε. Κοιτούσε ανάσκελα το ταβάνι, ζωγραφίζοντας πάνω του εικόνες από παλιές εποχές, οι οποίες φάνταζαν σα σκηνές που τρέχουν βίαια έξω απ’ το παράθυρο ενός κινούμενου τρένου. Οι παιδικοί της φίλοι, η παλιά της γειτονιά, ο πατέρας που έχασε μικρή, η μητέρα που την περίμενε να γυρίσει σπίτι κι ας είχαν μαλώσει. Τότε εκείνος γύρισε και την ακούμπησε. Δεν ήταν όμως, όπως το περίμενε. Δρούσε ένας άλλος αντί για αυτόν που είχε αγαπήσει. Δρούσε η ηδονή και αντιδρούσε το συναίσθημα. Έκανε πιο κει, μήπως και κατάφερνε να του δώσει να καταλάβει ότι δεν είχε όρεξη εκείνη τη στιγμή. Αυτός την αγκάλιασε πιο σφιχτά και άρχισε να την φιλάει στο λαιμό, στο χέρι, στη μέση, πάλι στο χέρι, στο λαιμό. Ξεκούμπωσε το παντελόνι του και έχοντας δίπλα του ένα θολωμένο γυναικείο σώμα, προσπάθησε να βρει το στόχο ικανοποίησης των ορμών του.
Η Σοφία σηκώθηκε βίαια, του έριξε ένα δυνατό χαστούκι και άρχισε να ντύνεται. Εκείνος γελούσε.
-         «Πού πας; Πάλι εδώ θα γυρίσεις. Να το ξέρεις», είπε με καγχασμό, πριν κλείσει πάλι τα μάτια του και πέσει στο άψε – σβήσε σε ύπνο βαθύ.

«Τι εκνευριστικά που είναι τα Κάλαντα... Ειδικά, όταν έχεις τόσο καιρό να τα ακούσεις ή να τα πεις, ώστε έχεις σχεδόν ξεχάσει τα λόγια τους», σκεφτόταν. Παραμονή Χριστουγέννων. Έτρεμε απ’ το κρύο. Η αδερφή του είχε δυο βδομάδες να φανεί. Όχι ότι του καιγόταν ιδιαίτερα καρφί, αλλά πού και πού του ‘δινε κανένα χαρτζιλίκι να περνάει κάποιες μέρες. Οι μαύροι κύκλοι στο πρόσωπό του πρόδιδαν την αϋπνία που τον ταλαιπωρούσε τον τελευταίο καιρό. Η ζάλη αποτελούσε πλέον καθημερινό φαινόμενο. Η τηλεόραση έπιανε από σπόντα μονάχα ένα κανάλι. Δεν είχε βάλει αποκωδικοποιητή και ούτε επρόκειτο να το κάνει, εκτός κι αν μπορούσε να φαγωθεί. Πεινούσε. Πεινούσε πολύ. Δεν ήξερε τι χρειαζόταν περισσότερο. Σκόνη; Φαί; Κοπέλα; Η πρώτη ήταν εμμονή. Το δεύτερο προϋπόθεση ύπαρξης της εμμονής και το τρίτο πολυτελές ευτύχημα. Κοινός παρονομαστής τα χρήματα. Είχε παραιτηθεί από το μπαρ εδώ και καιρό, όταν τον προειδοποίησαν να επιλέξει ανάμεσα στο να κόψει τη χρήση ή να πάει σπίτι του. Διάλεξε χωρίς δισταγμό το δεύτερο.
Η Αθήνα είχε απογυμνωθεί απ’ τα αυτοκίνητα εκείνο το πρωί της παρομονής Χριστουγέννων. Αν και οι μετεωρολόγοι είχαν υποσχεθεί ότι θα χιόνιζε στην πρωτεύουσα, οι νιφάδες δεν τίμησαν την πόλη με την εμφάνισή τους, παρά τις πήρε ο άνεμος 500 χιλιόμετρα βορειότερα, κάνοντας τον πύργο ακόμη πιο λευκό στο λιμάνι της συμπρωτεύουσας. Ο ήχος από τα μουσικά τρίγωνα τσίγκλιζε τα μηνίγγια του. Το κουδούνι της κυρίας εισόδου χτυπούσε κάθε λίγο και λιγάκι. Πίσω απ΄ την πόρτα κρύβονταν ανυπόμονες παιδικές φατσούλες, έτοιμες για το γιορτινό τους επίδομα. Κάποια στιγμή σκέφτηκε να τους ανοίξει και να τους πάρει όλα τους τα κέρδη. Ίσως έτσι έβγαζε κάποια δόση. Ίσως μ’ αυτό τον τρόπο έκανε κι αυτός Χριστούγεννα. Όμως τελικά βαρέθηκε να μπλέκει. Δεν ήθελε πάλι προσαγωγές και ανακρίσεις. Αρκετά μ’ αυτές τις ιστορίες. Τουλάχιστον για την ώρα.
Σύρθηκε ως το δωμάτιό του. Παλιά ήταν το παιδικό του δωμάτιο. Δεν είχαν αλλάξει και πολλά από τότε. Δυο – τρεις μετακινήσεις είχαν γίνει όλες κι όλες. Το μάζεμα των αχρείαστων παιχνιδιών και η τοποθέτησή τους στο σκοτάδι ενός ξύλινου μπαούλου. Μερικές αφίσες είχαν λογοκριθεί από το ωριμότερο πλέον μυαλό του, κάνοντας κι εκείνες συντροφιά στα άλλα πράγματα μέσα στο παραπάνω αφιλόξενο μέρος. Το χρώμα απ’ τους τοίχους είχε ξεβάψει και ήταν πλέον ασορτί με την ψυχή του ενοίκου του. Ποδοπάτησε τα κουλουριασμένα στο δάπεδο σεντόνια και πήγε να κλείσει το παντζούρι του μοναδικού παραθύρου, που είχε θέα στον κάτω δρόμο, την οδό Σόλωνος. Το σπίτι του βρισκόταν στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας, επομένως ήταν παιχνιδάκι για τον ήχο των κερμάτων και για τα αλλεπάλληλα παιδικά «ευχαριστώ» να διαπεράσουν την κοντινή απόσταση της ατμόσφαιρας και να καρφωθούν στ’ αυτιά του.
Σιχαινόταν αυτό που έπρεπε να κάνει, όμως δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να απέχει από τη χρήση. Είχε μείνει καθαρός για αρκετό καιρό, μόνο και μόνο για να ‘ρχόταν εκείνη η μέρα. Η παραμονή των Χριστουγέννων. Νηφαλιότητα: ο απόλυτος στόχος απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες και ο πρωταρχικός σκοπός κάθε κέντρου αποκατάστασης εξαρτημένων ατόμων. Τα  είχε καταφέρει μόνος του, αλλά μόνο για ένα προσωρινό χρονικό διάστημα. Η ευκαιρία που του παρουσιαζόταν να βγάλει εύκολο και ζεστό χρήμα, ώστε να εξασφαλίσει κάποιες δόσεις τις προσεχείς ημέρες, λειτουργούσε ευεργετικά στην καρτερική υπομονή του.
Οι τρύπες στα χέρια του είχαν αρχίσει να κλείνουν. Οι μύες των άκρων του επανεκιννούσαν την ομαλή τους λειτουργία. Οι πέντε αισθήσεις του είχαν σχεδόν επανέλθει στον γενετήσιο προορισμό του φορέα τους. Δεν έβλεπε πια θολά από τα δάκρυα και την έκσταση. Μπορούσε να ακούσει ακόμη και τα πατήματα του σκύλου του γείτονα του πάνω διαμερίσματος. Ένιωθε το ύφασμα του καναπέ στα δάχτυλά του. Μύριζε το φαγητό της γειτόνισσας του κάτω ορόφου. Γευόταν την οδοντόκρεμα, όταν πεινούσε. Δυόσμος ήταν τελικά.
Έβηξε αρκετά, όταν ένα σύννεφο σκόνης πετάχτηκε από το ξύλινο μπαούλο κάνοντας έφοδο στο πρόσωπό του. Πίσω δεξιά βρήκε χωμένο το γνώριμο κόκκινο πουγκί, μέσα στο οποίο έκρυβε τα χριστουγεννιάτικα συνέργά του, όταν ήταν παιδί. Θυμήθηκε ότι πρέπει να πήγαινε στις μεσαίες τάξεις του δημοτικού, όταν ξεκίνησε την επιχείρηση «χριστουγεννιάτικα κάλαντα». Επιτέλους τα εργαλεία που θα του εξασφάλιζαν λίγα λεπτά ηδονής και ευχαρίστησης τις επόμενες μέρες βρίσκονταν πια καλά φυλαγμένα στις γροθιές του. Τα κρατούσε σαν τρόπαιο και τότε, ύστερα από αναρίθμητες μέρες, έκανε κάτι που είχε να κάνει καιρό. Χαμογέλασε. Επειδή κρατούσε το κλειδί, για να συνεχίσει έστω και λίγο την παλιά του επιβίωσή; Ή μήπως επειδή θυμήθηκε την παλιά του ζωή; Τότε που η μητέρα του πλημμύριζε το σπίτι με τις γιορτινές μυρωδιές από τα δελεαστικά εδέσματά της και ο πατέρας του ερχόταν με τα χέρια γεμάτα σακούλες, με υλικά για τη συντροφιά της γαλοπούλας στο τελευταίο της ταξίδι;
Έκλεισε απότομα το μπαούλο και τις αναμνήσεις που αναπηδούσαν ξέφρενα μέσα απ’ αυτό. Βιάστηκε να πάει να αλλάξει. Βρήκε ένα τζιν που είχε καιρό να φορέσει και πλέον του έπλεε. Ίσα που το κρατούσε στη μέση του η τελευταία εγκοπή της ζώνης. Από πάνω, έβαλε μια μπλούζα που του είχε φέρει δώρο η αδερφή του πριν δυο μήνες στα γενέθλιά του. Είχε ακόμη πάνω της κρεμασμένο το καρτελάκι αλλαγής. Αν και ήταν πολύ κοντά στα τριάντα χρόνια, το παρουσιαστικό του τού επέτρεπε να μικροδείχνει. Αφού ξυρίστηκε και έριξε νερό στο πρόσωπό του, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Σάστισε για λίγο. Χρειάστηκε κάμποσα δευτερόλεπτα, ώσπου να αναγνωρίσει ένα είδωλο, που είχε καιρό να αντικρίσει.

Η συγκομιδή των εσόδων δεν πήγε διόλου άσχημα. Χτυπώντας το τριγωνάκι δυο – τρεις φορές και εκστομίζοντας τις πρώτες αράδες απ’ το «καλήν ημέρα, άρχοντες», τον διέκοπταν και του ‘δινε ο καθένας κάτι απ’ το υστέρημά του. Η υφέρπουσα επήρεια, βέβαια, τον συντρόφευε στην προφορά των λόγων του και ορισμένες φορές τον πρόδιδε, προκαλώντας του νεύρα και οδηγώντας τον σε άσχημες εκφράσεις, όταν οι άλλοι αρνούνταν να τον ακούσουν ή να του δώσουν λίγα παραπάνω κέρματα.
Με το που έκλεισε η τελευταία πόρτα σε ένα σπίτι κοντά στην πλατεία Κάνιγγος, στάθηκε σ’ ένα παγκάκι και ξεκίνησε το μέτρημα. Με έναν καλό διακανονισμό, θα κατάφερνε να πάρει από το βαποράκι του περισσότερα απ’ όσα είχε υπολογίσει στην αρχή. Ήταν πια περίπου πέντε. Σούρουπο. Κατηφόριζε τη Θεμιστοκλέους. Σε λίγο θα έφτανε στη Γαμβέτα. Πλησίασε στο στέκι του φίλου και «αδερφού» του, όπως χαρακτήριζε το άτομο που τον είχε μυήσει στον άλλο κόσμο της έξαψης. Τον είδε. Ήταν εκεί. Κοιμόταν κατάχαμα. Έφτασε δίπλα του. Δεν τον πήρε είδηση.
-         «Ρε συ, ήρθα!» Καμία απόκριση. «Ξύπνα, λέμε! Έφερα χρήμα!». Καμία αντίδραση.
Κλώτσησε το δεξί του πόδι. Πάλι. Το παπούτσι πήγε κι ήρθε. Τον σκούντησε. Ο κορμός του σώματος κουνήθηκε με όση δύναμη τον είχε σπρώξει. Και τότε συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να τον φωνάξει με το μικρό του. Δεν ήξερε το όνομά του. Όχι γιατί είχε επιλεκτική μνήμη, αλλά γιατί απλώς δεν το είχε μάθει ποτέ. Τον ένοιαζε μόνο να εξασφαλίσει τη δόση του απ’ το «φιλαράκι». Όμως, το «φιλαράκι» είχε επιλέξει πια να παρατήσει τη δουλειά του. Και τη ζωή του. Το πρόσωπό του ήταν μελανιασμένο. Τα άκρα του σχεδόν μαρμαρωμένα. Τότε ο Πάνος, ο αδερφός της Άννας, ο καθαρός εδώ και κάτι μέρες, έκανε ένα βήμα πίσω. Παραπάτησε στο πεζοδρόμιο και όλα τα κέρματα από τον κόπο της ημέρας ξέφυγαν απ’ τη γροθιά του και ξεχύθηκαν στο δρόμο. Άρχισαν να κυλούν επάνω του, λες και προσπαθούσαν ξέφρενα να βρουν διέξοδο διαφυγής και να γλιτώσουν απ’ τον προορισμό τους. Μερικά πρόλαβαν να βουτήξουν μέσα σ’ ένα φρεάτιο, αλλά τα περισσότερα κατέληξαν πάλι στον κάτοχό τους.
Πάντα είχε εναλλακτικές, όπως κι εκείνη τη μέρα. Οι κόποι του έπιασαν τόπο. Βρήκε απ’ αλλού αυτό που τόσες μέρες διακαώς επιθυμούσε.
Τα Κάλαντα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς δεν πρόλαβε να τα πει. Το διαμέρισμα της οδού Σόλωνος δεν θα φιλοξενούσε τον ένοικό του εκείνο το βράδυ.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Η αποκάλυψη: Α΄ Βραβείο Διηγήματος



Ακόμη ένα περιπολικό ακουγόταν να απομακρύνεται από τη γειτονιά της οδού Θεοτοκοπούλου στα Κάτω Πατήσια. Οι κρυμμένοι πλανόδιοι μικρoπωλητές ξεπρόβαλαν δειλά τα κεφάλια τους από τους θάμνους της κοντινής κεντρικής πλατείας, έχοντας στους ώμους τους τις σακούλες με τα λαθραία αντικείμενα προς συναλλαγή. Ως επί το πλείστον το περιεχόμενό τους αποτελούταν από κινηματογραφικές ταινίες και μουσικούς δίσκους. Παράλληλα, σε ένα διαμέρισμα της οδού Πολίτη, ένας πολίτης, ονόματι Αχιλλέας, γιόρταζε το χαρμόσυνο γεγονός της συνταξιοδότησής του ανακατεύοντας με μεράκι τον αχνιστό, ελληνικό του καφέ. Το μπρίκι έσκουζε από διαμαρτυρία εξαιτίας των αλλεπάλληλων δυνατών συγκρούσεών του με το κουταλάκι του γλυκού. Οι σειρήνες της αστυνομίας σίγησαν, όμως θα ’ταν θέμα χρόνου να επανέλθουν σύντομα για άλλο περιστατικό.
Αν και η Αθήνα θεωρούνταν από πολλούς όχι μόνο το κέντρο της Ελλάδας αλλά και της εγκληματικότητας, στα τόσα πολλά χρόνια που ο Αχιλλέας έμενε εκεί ευγνωμονούσε το Θεό που δεν είχε πέσει θύμα κλοπής ή ληστείας. Γνώριζε ότι ζούσε πλέον σε μια επικίνδυνη γειτονιά. Οι εποχές που ο κόσμος άφηνε ξέγνοιαστος ανοιχτά τα παντζούρια το καλοκαίρι, με τις κουρτίνες να ανεμίζουν με το πρώτο μελτέμι, είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Η τεχνητή δροσιά του κλιματιστικού τον είχε εγκλωβίσει στο δροσερό του σπίτι. Στην αρχή, γιατί στη συνέχεια η αιχμαλωσία έγινε σαγήνη. Θέμα συνήθειας όλα.
Έχυσε τον καυτό καφέ στο γυάλινο φλιτζάνι και κίνησε για τη φαρδιά πολυθρόνα του καθιστικού. Πριν καθίσει, πήγε στη βιβλιοθήκη και έψαξε για το βιβλίο που θα του προσέφερε συντροφιά. Τι δεν είχε διαβάσει ακόμα, δύσκολο να απαντηθεί. Έσυρε ένα σκονισμένο, με ανοιχτό κίτρινο εξώφυλλο. Είχε τον τίτλο: «Αιολική Γη», του Ηλία Βενέζη. «Μμμ...», έκανε απαξιωτικά μονολογώντας. «Δεν τα πήρε όλα τα βιβλία της αυτή;» Η αντωνυμία απευθυνόταν υποτιμητικά στην πρώην σύζυγό του. Είχαν χωρίσει εδώ και πολλά χρόνια και έρχονταν σε επαφή, μόνο όταν το επέβαλλε η ανάγκη, η καταραμένη ανάγκη, όπως την χαρακτήριζε ο ίδιος. Κι αυτές οι «αναγκαστικές» περιστάσεις ήταν ο εορτασμός της γιορτής και των γενεθλίων του παιδιού τους και της νύφης τους. Ευτυχώς για τον Αχιλλέα, ο γιος του είχε εγκατασταθεί μόνιμα σε βορειοευρωπαϊκή χώρα εδώ και χρόνια, οπότε είχε κάνει αρκετά ταξίδια σε εκείνον χωρίς να χρειαστεί να δει και την Παναγιώτα, ή όπως την αποκαλούσε σκέτα ως «πρώην». Πέταξε με νεύρα την «Αιολική Γη» στην άκρη και αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέμα της επιλογής του βιβλίου άλλη στιγμή.
Η άνετη πολυθρόνα τον ρούφηξε Η καθημερινή του εφημερίδα κάλυψε προσωρινά το κενό της λογοτεχνικής ανάγνωσης. Την ξεφύλλιζε και έμενε μόνο στα άρθρα πολιτικού χαρακτήρα και κοινωνικού ενδιαφέροντος, δηλαδή σχεδόν σε όλα. Πολλές στήλες αναφέρονταν στην επιβεβλημένη ανάγκη προστασίας των πολιτών από τους λαθρομετανάστες, τους «ξένους εισβολείς», ενώ παράλληλα υπογράμμιζαν την κοινή θέση των κομμάτων της συγκυβέρνησης για πάταξη της εγκληματικότητας και προστασία των πολιτών από τα «ταραχοποιά αλλοδαπά στοιχεία». Παραδίπλα γινόταν λόγος για την καταπολέμηση του ρατσισμού. Τι ειρωνεία... Στήλες ατάκτως ερριμένες, ιδέες από διάφορα μυαλά αποτυπωμένες πάνω στο χαρτί σαν ένα παζλ, που δεν μπορούσε να σχηματιστεί ποτέ.
Ενώ ήταν ακόμη φοιτητής Νομικής, ο Αχιλλέας είχε εξοικειωθεί με την υπεράσπιση του διαφορετικού, της προσωπικότητας, της ανθρώπινης αξίας. «Δικαίωμα στη διαμόρφωση της ζωής έχουμε όλοι μας.» Αυτή ήταν η βασική του ιδέα και την διατυμπάνιζε όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν. Σε συνελεύσεις, σε διαλέξεις, σε παρέες με φίλους. Είχε ανοιχτεί καθαρά υπέρ μιας ανθρωπιστικής κοινωνίας που φροντίζει να αντιτάσσεται στην έχθρα της φυλής, στην προπαγάνδα υπέρ μιας συγκεκριμένης θρησκείας και στη μισαλλοδοξία. Είχε αγωνιστεί παλιά με δοκίμιά του στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο για το αυτονόητο: τη θωράκιση του ανθρώπινου «είναι» και την απομυθοποίηση του απάνθρωπου «φαίνεσθαι». Δυο φορές μάλιστα είχε κοντέψει να πιαστεί στα χέρια με ένα μέλος ενός φιλοναζιστικού κόμματος, όταν το τελευταίο είχε αρνηθεί πεισματικά να διανείμει συσσίτια στους αλλοδαπούς κατοίκους της περιοχής. Νόμιμους και μη.
Τώρα, όμως, το μυαλό του λες και είχε δημιουργήσει αντισώματα στο αντιγόνο της φιλανθρωπίας. Ο παλιός του ζήλος είχε αδρανήσει. Όσο περνούσε ο καιρός, έδινε έμφαση όλο και περισσότερο στο πώς θα αποκτούσε χρήματα, πώς θα συντηρούσε την οικογένειά του στην αρχή και το γιο του στο εξωτερικό στη συνέχεια. Αφέθηκε στα εύκολα οφέλη που του παρείχε ο ωχαδερφισμός, που μέσω της σιωπής του καταφέρνει να προσελκύει καθημερινά χιλιάδες ακόλουθους. Άλλωστε, όλα συνηγορούσαν στη μοδάτη πια στάση της απάθειας. Οι ειδήσεις, οι εφημερίδες, οι πολιτικοί. Όλοι κατηγορούσαν το άγνωστο, το αόριστο, το ξένο.
Δεν πρόλαβε να απολαύσει τη ρουφηξιά του καφέ και να την αφήσει να ποτίσει ζεστά τη γλώσσα του και το κουδούνι της πόρτας χτύπησε επίμονα. Ακόμη μία φορά. «Εντάξει, εντάξει, σ’ ακούσαμε!», φώναξε αντιδραστικά ο Αχιλλέας και προχώρησε προς την πόρτα. Από το ενσωματωμένο ματάκι πάνω της είδε έναν αστυνομικό, ο οποίος κρατούσε στο χέρι του ένα μικρό σημειωματάριο. Το βλέμμα της απορίας δεν εγκατέλειψε τον Αχιλλέα ούτε όταν άνοιξε την πόρτα αλλά ούτε και κατά την είσοδο του αστυνομικού στο σπίτι του. Έκανε ένα βήμα πίσω, για υποδεχτεί το όργανο της τάξης στον προθάλαμο του διαμερίσματός του.
-         «Χαίρετε!»
-         «Χαίρετε», έκανε απρόθυμα ο Αχιλλέας.
-         «Δεν πρόκειται να σας απασχολήσω πολύ. Μοναχά δυο – τρεις ερωτήσεις θα σας κάνω», ακούστηκε άχρωμα η φωνή του αστυνομικού, σαν να επαναλάμβανε τα ίδια πράγματα για ακόμα μία φορά μέσα στην ίδια μέρα.
-         «Παρακαλώ! Θέλετε μήπως να καθίσετε; Να σας προσφέρω έν...»
-         «Όχι, ευχαριστώ. Δεν έχουμε πολύ χρόνο, ξέρετε. Και η έρευνα επείγει», διέκοψε το συνομιλητή του, αν και ο τελευταίος είχε προλάβει να πάρει από το διπλανό τραπεζάκι το κουτί με τα λουκουμάκια. Βλέποντάς τα, ο αστυνομικός δίστασε στην αρχή, αλλά εν τέλει υπέκυψε στον γαστρονομικό πειρασμό:
-         «Λίγο ζάχαρο μέσα σε μια τόσο έντονη μέρα δεν βλάπτει...», είπε χαμογελαστά, ενώ μασουλούσε παράλληλα το γλυκό.
Αφού σκούπισε τα χέρια του ατσούμπαλα πάνω στην υπηρεσιακή του στολή, απευθύνθηκε στον Αχιλλέα, λίγο μπουκωμένος στην αρχή:
-         «Και τώρα πίσω στη δουλειά μας.»
-         «Λίγο νεράκι για τη λιγούρα;», προσποιήθηκε πρόθυμα ο Αχιλλέας.
-         «Ε, όχι. Ευχαριστώ πολύ.»
-         «Φαντάζομαι φροντίζει το κράτος για τη σίτισή σας...», ειρωνεύτηκε χαμογελαστά, ενώ έβλεπε τον αστυνομικό να μη δίνει σημασία και να γλείφει λαίμαργα όση σκόνη είχε απομείνει πάνω στα δάχτυλά του.
-         «Θα σας ρωτήσω δυο πραγματάκια. Αν χρειαστεί να καταγραφούν επίσημα, θα πάρω τα στοιχεία σας, αλλιώς θα σας παρακαλέσω να θεωρήσετε αυτή τη συζήτηση ότι δεν έγινε ποτέ.»
-         «Μάλιστα», απάντησε καρτερικά ο συνομιλητής του.
-         «Πού βρισκόσασταν μεταξύ τέσσερις και πέντε το απόγευμα;»
-         «Εμένα ανακρίνετε;»
-         «Μα, όχι φυσικά. Απλώς θέλω να δω αν ήσασταν σπίτι, ώστε να προχωρήσω στην εξέταση.»
-         «Τέλος πάντων. Εδώ βρισκόμουν. Ρωτήστε και το σκύλο μου. Θα σας το επιβεβαιώσει.» Ο αστυνομικός κρατούσε σημειώσεις ενώ ψιθύριζε: «Τέσσερις με πέντε, σκύλος...». Ο Αχιλλέας συμπλήρωσε: «Αν χρειάζεστε το όνομα του σκύλου, μπορώ να σας το δώσω...»
-         «Όχι, όχι...», έκανε σοβαρά ο πρώτος και ο Αχιλλέας θεώρησε εκείνη τη στιγμή ότι δεν θα έπρεπε να προκαλέσει άλλο τη νοημοσύνη του. Τουλάχιστον θα προσπαθούσε. «Θα ήθελα να μου πείτε αν παρατηρήσατε από το παράθυρο κάποια ύποπτη κίνηση, κάποιο αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας, κάποιον άνθρωπο με καλυμμένο το πρόσωπό του...»
-         «Σε ποια από όλες τις περιπτώσεις να απαντήσω πρώτα;».
-         «Απαντήστε στην πρώτη»
-         «Όχι».
-         «Στη δεύτερη;»
-         «Ούτε».
-         «Στην τρίτη;»
-         «Κοιτάξτε, εν ολίγοις δεν παρατήρησα τίποτε το ύποπτο. Δεν κεντάω, ώστε να βλέπω στα διαλείμματά μου ακόμη και την παραμικρή κίνηση έξω στο δρόμο. Δεν καπνίζω, ώστε ως Ευρωπαίος που σέβεται την υγεία των γύρω του να βγαίνω εκτός σπιτιού και να κάνω το τσιγάρο μου. Επίσης, δεν μου αρέσει η απέναντι γειτόνισσα, ώστε να έχω έστω κάποιο σοβαρό λόγο να κοιτώ έξω απ΄το παράθυρό μου.»
Ο αστυνομικός φανερά απογοητευμένος έβαλε το τεφτέρι του στην πίσω τσέπη του παντελονιού του και αποκρίθηκε απηυδισμένος:
-         «Μα ποτέ δεν κοιτάζετε έξω από το παράθυρο;» Ο Αχιλλέας σκέφτηκε για λίγο πριν απαντήσει, με το το δεξί του χέρι να αγκαλιάζει το σαγόνι του, κοιτώντας αφηρημένα προς τα κάτω. Ύστερα, σήκωσε το κεφάλι του και αποκρίθηκε στεντόρεια στον αστυνομικό:
-         «Ναι. Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο.»
-         «Πότε;»
-          Όταν πρέπει να ξυπνήσω απ’ τα όνειρά μου», έκανε μελαγχολικά.
-         «Μόνο τότε;», έκανε σαρκαστικά το όργανο.
-         «Και όταν βρέχει. Οι σταγόνες πλέον, ξέρετε, αποτελούν τους μοναδικούς επισκέπτες που θέλουν να περάσουν το κατώφλι αυτού του σπιτιού.» Ακολούθησε για λίγο σιωπή. Ο Αχιλλέας τότε πήρε πάλι το λόγο: «Θα μπορούσα να σας βοηθήσω σε κάτι άλλο;»
-         «Ευχαριστώ, όχι», απάντησε ευγενικά ο αστυνομικός. «Μοναχά να προσέχετε. Υπάρχει μια συμμορία στη γειτονιά σας που ληστεύει κυρίως ηλικιωμένους ανθρώπους.» Συνέχισε να μιλά χαμηλόφωνα, με ένα συνωμοτικό ύφος, λες και κάποιος προσπαθούσε να υποκλέψει τη συνομιλία τους: «Λένε ότι είναι ξένοι. Αλλοδαποί. Βέβαια... Κι αυτοί δεν αστειεύονται. Βλέπετε τι λένε οι ειδήσεις κάθε μέρα...» Ο τόνος της φωνής του επανήλθε πάλι σε φυσιολογικά επίπεδα: «Και πάλι σας ευχαριστώ και καλό σας απόγευμα!» Ο Αχιλλέας συνόδευσε ως την εξώπορτα τον αστυνομικό. Το ξύλινο πάτωμα, κάνοντας το γνώριμο τρίξιμο, ξεπροβόδισε κι εκείνο με τη σειρά του το όργανο της τάξης.
Το παγερό αεράκι από το κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας κατάφερε να περάσει μέσα από το διάκενο μεταξύ της πόρτας και του πατώματος και να κάνει αισθητή την παρουσία του στο χώρο. Ο Αχιλλέας ένιωσε μια σύντομη αλλά έντονη ανατριχίλα να διαπερνά ολόκληρο το κορμί του, κι ας φορούσε το ζεστό του πανωφόρι που είχε αγοράσει την προηγούμενη χρονιά απ’ τη Βιέννη. Η αλήθεια ήταν πως η εγκληματικότητα στο κέντρο της Αθήνας είχε οξυνθεί. Η κάποτε ανέμελη γειτονιά του βρισκόταν πλέον στο επίκεντρο της επικινδυνότητας και του παρανόμου. Η παρατημένη στο τραπεζάκι του καθιστικού εφημερίδα είχε εκτενές σχόλιο στο εξώφυλλο που προειδοποιούσε τον κόσμο να προφυλάσσεται καλά στα σπίτια του, ιδίως κατά τις βραδινές ώρες. Κύριοι ύποπτοι αλλοδαποί που είχαν εισχωρήσει στη χώρα από τα βορειοδυτικά σύνορα και κυρίως τον Έβρο. «Όλα και πάντοτε χρεώνονταν σ’ αυτούς», σκεφτόταν, ενώ ένας ασίγαστος θυμός κυρίευε τα σωθικά του. «Οι ίδιοι ποτέ δεν θα εγκληματούσαμε», Μια έξαψη εθνικής υπερηφάνειας άρχισε να τον κυριεύει. «Ο Έλληνας δεν έχει γεννηθεί, για να εγκληματεί αλλά για να δημιουργεί. Έχει γεννηθεί, για να μεταλαμπαδεύει πολιτισμό και όχι να λαμπαδιάζει περιουσίες. Έχει γεννηθεί με προορισμό μια άνετη ζωή, χάρις στη δημοκρατία που έχτισαν ένας Πλάτωνας και η παρέα του. Και βέβαια ένας Έλληνας δεν θα μπορούσε να φταίξει ποτέ. Το αίμα του είναι αμόλυντο, άσπιλο, αγνό και αθώο.»
Τα μάτια του Αχιλλέα βρίσκονταν σε μια άλλη διάσταση, σε μια άλλη πραγματικότητα. Η φλέβα στο μέτωπό του είχε χοντρύνει, οι γροθιές του ήταν γερά σφιγμένες, τα φρύδια του συνόρευαν σχεδόν το ένα με το άλλο και η καρδιά του παλλόταν με καμάρι. Έπρεπε να φυλαχθεί, να προστατευθεί από τα παρασιτικά στοιχεία που απειλούσαν τη ζωή του. Πήγε γρήγορα - παρά λίγο και θα ‘τρεχε αν μπορούσε - ως το υπνοδωμάτιό του. Άρπαξε το πορτοφόλι του απ’ το πρώτο συρτάρι της σιφονιέρας με χέρια τρεμάμενα. «Τι το ‘θελε να ‘ρθει αυτός ο αστυνομικός...», σκέφτηκε. Ύστερα κλείδωσε ερμητικά την ντουλάπα με τα καλά του κουστούμια και έκρυψε το κλειδί μέσα στο ανθοδοχείο με τους ανθισμένους κρίνους, που του είχε φέρει την προηγούμενη μέρα η ανιψιά του. «Τι το ‘θελα να ακούσω τις ειδήσεις;» Το κλειδί βυθίστηκε μέσα στο νερό, ακουμπώντας στον πάτο αθόρυβα και διακριτικά. Έπειτα είχε να φροντίσει για τα αγαπημένα του βιβλία. Τι να πρωτοδιάλεγε να κρύψει ανάμεσα σε τόσο μεγάλη συλλογή... Παλαμά; Ελύτη; Παπαδιαμάντη; Σαμαράκη; Τα βιβλία αποτελούσαν τα πιο ακριβά αντικείμενα μέσα στο σπίτι του. Είχαν ανεκτίμητη αξία για κείνον. Αν ο εισβολέας έβρισκε το θησαυρό του; Δεν είχε όμως πολύ χρόνο να τα καταχωνιάσει κάπου. Ούτε και χώρο. Ήλπιζε ότι ο διαρρήκτης δεν θα έφτανε μέχρι τη μικρή αποθήκη του, που την είχε ως αρχειακή βιβλιοθήκη. «Τι το ‘θελα να διαβάσω τις εφημερίδες;» Το μόνο θετικό που μπορούσε να βρει ήταν ότι οι αλλοδαποί δεν θα ήταν σε θέση να διαβάσουν ελληνικά. Έτσι ο Καζαντζάκης θα εξακολουθούσε να απαιτεί σιωπηρά τη λευτεριά του. Μια λευτεριά, κατά τ’ άλλα, χωρίς φυλή, χωρίς χρώμα. Μια λευτεριά κτήμα παγκόσμιο και μια λευτεριά ψυχής ατομικής. Πήρε αμέσως το φακό απ’ το κομοδίνο και κίνησε για το καθιστικό. Δεν έπρεπε το σπίτι να έχει φωταψία κι ας ήταν σούρουπο. Αν καταλάβαιναν ότι τους είχε πάρει είδηση, θα τον σκότωναν επιτόπου.
Ο Αχιλλέας ξάφνου κοκάλωσε. Ένας ήχος ακούστηκε από τη μεγάλη ξύλινη πόρτα. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν τρίξιμο από συστολή του ξύλου ή από σπρώξιμο παραβίασης της πόρτας. Περπατούσε πια στις μύτες των δαχτύλων του. Το τζάμι από το παράθυρο της κουζίνας άρχισε ελαφρώς να πάλλεται. Είτε ο άνεμος είχε γίνει συνεργός των αλλοδαπών διαρρηκτών, είτε η ομάδα τους ήταν πολυπληθής και προσπαθούσαν να εισβάλουν στο σπίτι απ’ όποια είσοδο ήταν εφικτό, σκέφτηκε. Παράλληλα, ένας γδούπος απ ΄τη σοφίτα κέντρισε την προσοχή του. Όμως ο φόβος του κατευνάστηκε σχεδόν αμέσως από το γνώριμο «γκραπ» της φάκας που άκουσε να κλείνει με φόρα, επιτυγχάνοντας έτσι το σκοπό ύπαρξής της.
Ο Αχιλλέας έπρεπε να αφουγκραστεί. Να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο και να προσπαθήσει να ακούσει πόσοι ήταν. Αν κατάφερνε να αγγίξει τις μύτες των ποδιών του περπατώντας, θα έφτανε ως την πόρτα και θα κοιτούσε μέσα απ ‘το ματάκι. Ευτυχώς που είχε προνοήσει να τραβήξει το σύρτη μετά την αποχώρηση του αστυνομικού. «Τι το ‘θελε να ‘ρθει ο αθεόφοβος...», μονολόγησε σιγανά και βλαστήμησε από μέσα του την ώρα και τη στιγμή που τού είχε ανοίξει να περάσει. Η ταχυκαρδία δεν τον είχε εγκαταλείψει. «Άτιμοι ξένοι. Εσείς τα κάνετε όλα. Εσείς φταίτε για όλα. Για την κατάντια της χώρας μου, που πιο έντιμοι και νομοταγείς πολίτες από μας τους Έλληνες δεν υπάρχουν αλλού...», σκεφτόταν συνεχώς. Ο θυμός είχε αλλάξει πλέον το πρόσωπό του. Παρά λίγο και θα γινόταν τετράγωνο από την πίεση, το φόβο και την απόγνωση που ένιωθε ο Αχιλλέας εκείνη τη στιγμή. Η πόρτα σταμάτησε να τρίζει. Το τζάμι δεν ακουγόταν πια, παρά μονάχα ο ήχος από τις ξέφρενες σταγόνες της βροχής που έπεφταν με μανία πάνω του. Έμεινε ασάλευτος για λίγο. Κοίταξε γύρω να σιγουρευτεί. Αριστερά, τίποτα. Ευθεία, τίποτα. Κοίταξε δεξιά και τότε ο φόβος επανήλθε. Όμως τώρα είχε φορέσει το προσωπείο του τρόμου επάνω του. Ο Αχιλλέας δεν αναγνώρισε στην αρχή αυτόν που αντίκρισε. Τα άκρα του μούδιασαν. Η ανάσα του κόπηκε. Έβαλε το ένα του χέρι μπροστά στα μάτια, για να κρυφτεί, ενώ με το άλλο, τρεμάμενο ακόμα, κρατούσε το φακό. Ο καθρέφτης απέναντί του μόλις τού είχε φανερώσει το δράστη. Έστεκε ένα είδωλο ξένο. Ένα πρόσωπο αλλιώτικο. Δεν ήταν έτσι παλιά. Φοβήθηκε απ’ αυτό που έβλεπε τόσο πολύ, που νόμισε προς στιγμή ότι οι παλιές του ιδέες θα εξαπέλυαν επίθεση κατά των νέων, υιοθετημένων του «πιστεύω». Ντράπηκε. Κατέβασε το κεφάλι του για να μη βλέπει, εκτός από τα ιδανικά που τον είχαν εγκαταλείψει, και τα δάκρυα που αυτή τη στιγμή κυλούσαν πάνω στα ρυτιδιασμένα του μάγουλα.

Είχε γίνει πια ένας ξένος.