Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Η αποκάλυψη: Α΄ Βραβείο Διηγήματος



Ακόμη ένα περιπολικό ακουγόταν να απομακρύνεται από τη γειτονιά της οδού Θεοτοκοπούλου στα Κάτω Πατήσια. Οι κρυμμένοι πλανόδιοι μικρoπωλητές ξεπρόβαλαν δειλά τα κεφάλια τους από τους θάμνους της κοντινής κεντρικής πλατείας, έχοντας στους ώμους τους τις σακούλες με τα λαθραία αντικείμενα προς συναλλαγή. Ως επί το πλείστον το περιεχόμενό τους αποτελούταν από κινηματογραφικές ταινίες και μουσικούς δίσκους. Παράλληλα, σε ένα διαμέρισμα της οδού Πολίτη, ένας πολίτης, ονόματι Αχιλλέας, γιόρταζε το χαρμόσυνο γεγονός της συνταξιοδότησής του ανακατεύοντας με μεράκι τον αχνιστό, ελληνικό του καφέ. Το μπρίκι έσκουζε από διαμαρτυρία εξαιτίας των αλλεπάλληλων δυνατών συγκρούσεών του με το κουταλάκι του γλυκού. Οι σειρήνες της αστυνομίας σίγησαν, όμως θα ’ταν θέμα χρόνου να επανέλθουν σύντομα για άλλο περιστατικό.
Αν και η Αθήνα θεωρούνταν από πολλούς όχι μόνο το κέντρο της Ελλάδας αλλά και της εγκληματικότητας, στα τόσα πολλά χρόνια που ο Αχιλλέας έμενε εκεί ευγνωμονούσε το Θεό που δεν είχε πέσει θύμα κλοπής ή ληστείας. Γνώριζε ότι ζούσε πλέον σε μια επικίνδυνη γειτονιά. Οι εποχές που ο κόσμος άφηνε ξέγνοιαστος ανοιχτά τα παντζούρια το καλοκαίρι, με τις κουρτίνες να ανεμίζουν με το πρώτο μελτέμι, είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Η τεχνητή δροσιά του κλιματιστικού τον είχε εγκλωβίσει στο δροσερό του σπίτι. Στην αρχή, γιατί στη συνέχεια η αιχμαλωσία έγινε σαγήνη. Θέμα συνήθειας όλα.
Έχυσε τον καυτό καφέ στο γυάλινο φλιτζάνι και κίνησε για τη φαρδιά πολυθρόνα του καθιστικού. Πριν καθίσει, πήγε στη βιβλιοθήκη και έψαξε για το βιβλίο που θα του προσέφερε συντροφιά. Τι δεν είχε διαβάσει ακόμα, δύσκολο να απαντηθεί. Έσυρε ένα σκονισμένο, με ανοιχτό κίτρινο εξώφυλλο. Είχε τον τίτλο: «Αιολική Γη», του Ηλία Βενέζη. «Μμμ...», έκανε απαξιωτικά μονολογώντας. «Δεν τα πήρε όλα τα βιβλία της αυτή;» Η αντωνυμία απευθυνόταν υποτιμητικά στην πρώην σύζυγό του. Είχαν χωρίσει εδώ και πολλά χρόνια και έρχονταν σε επαφή, μόνο όταν το επέβαλλε η ανάγκη, η καταραμένη ανάγκη, όπως την χαρακτήριζε ο ίδιος. Κι αυτές οι «αναγκαστικές» περιστάσεις ήταν ο εορτασμός της γιορτής και των γενεθλίων του παιδιού τους και της νύφης τους. Ευτυχώς για τον Αχιλλέα, ο γιος του είχε εγκατασταθεί μόνιμα σε βορειοευρωπαϊκή χώρα εδώ και χρόνια, οπότε είχε κάνει αρκετά ταξίδια σε εκείνον χωρίς να χρειαστεί να δει και την Παναγιώτα, ή όπως την αποκαλούσε σκέτα ως «πρώην». Πέταξε με νεύρα την «Αιολική Γη» στην άκρη και αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέμα της επιλογής του βιβλίου άλλη στιγμή.
Η άνετη πολυθρόνα τον ρούφηξε Η καθημερινή του εφημερίδα κάλυψε προσωρινά το κενό της λογοτεχνικής ανάγνωσης. Την ξεφύλλιζε και έμενε μόνο στα άρθρα πολιτικού χαρακτήρα και κοινωνικού ενδιαφέροντος, δηλαδή σχεδόν σε όλα. Πολλές στήλες αναφέρονταν στην επιβεβλημένη ανάγκη προστασίας των πολιτών από τους λαθρομετανάστες, τους «ξένους εισβολείς», ενώ παράλληλα υπογράμμιζαν την κοινή θέση των κομμάτων της συγκυβέρνησης για πάταξη της εγκληματικότητας και προστασία των πολιτών από τα «ταραχοποιά αλλοδαπά στοιχεία». Παραδίπλα γινόταν λόγος για την καταπολέμηση του ρατσισμού. Τι ειρωνεία... Στήλες ατάκτως ερριμένες, ιδέες από διάφορα μυαλά αποτυπωμένες πάνω στο χαρτί σαν ένα παζλ, που δεν μπορούσε να σχηματιστεί ποτέ.
Ενώ ήταν ακόμη φοιτητής Νομικής, ο Αχιλλέας είχε εξοικειωθεί με την υπεράσπιση του διαφορετικού, της προσωπικότητας, της ανθρώπινης αξίας. «Δικαίωμα στη διαμόρφωση της ζωής έχουμε όλοι μας.» Αυτή ήταν η βασική του ιδέα και την διατυμπάνιζε όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν. Σε συνελεύσεις, σε διαλέξεις, σε παρέες με φίλους. Είχε ανοιχτεί καθαρά υπέρ μιας ανθρωπιστικής κοινωνίας που φροντίζει να αντιτάσσεται στην έχθρα της φυλής, στην προπαγάνδα υπέρ μιας συγκεκριμένης θρησκείας και στη μισαλλοδοξία. Είχε αγωνιστεί παλιά με δοκίμιά του στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο για το αυτονόητο: τη θωράκιση του ανθρώπινου «είναι» και την απομυθοποίηση του απάνθρωπου «φαίνεσθαι». Δυο φορές μάλιστα είχε κοντέψει να πιαστεί στα χέρια με ένα μέλος ενός φιλοναζιστικού κόμματος, όταν το τελευταίο είχε αρνηθεί πεισματικά να διανείμει συσσίτια στους αλλοδαπούς κατοίκους της περιοχής. Νόμιμους και μη.
Τώρα, όμως, το μυαλό του λες και είχε δημιουργήσει αντισώματα στο αντιγόνο της φιλανθρωπίας. Ο παλιός του ζήλος είχε αδρανήσει. Όσο περνούσε ο καιρός, έδινε έμφαση όλο και περισσότερο στο πώς θα αποκτούσε χρήματα, πώς θα συντηρούσε την οικογένειά του στην αρχή και το γιο του στο εξωτερικό στη συνέχεια. Αφέθηκε στα εύκολα οφέλη που του παρείχε ο ωχαδερφισμός, που μέσω της σιωπής του καταφέρνει να προσελκύει καθημερινά χιλιάδες ακόλουθους. Άλλωστε, όλα συνηγορούσαν στη μοδάτη πια στάση της απάθειας. Οι ειδήσεις, οι εφημερίδες, οι πολιτικοί. Όλοι κατηγορούσαν το άγνωστο, το αόριστο, το ξένο.
Δεν πρόλαβε να απολαύσει τη ρουφηξιά του καφέ και να την αφήσει να ποτίσει ζεστά τη γλώσσα του και το κουδούνι της πόρτας χτύπησε επίμονα. Ακόμη μία φορά. «Εντάξει, εντάξει, σ’ ακούσαμε!», φώναξε αντιδραστικά ο Αχιλλέας και προχώρησε προς την πόρτα. Από το ενσωματωμένο ματάκι πάνω της είδε έναν αστυνομικό, ο οποίος κρατούσε στο χέρι του ένα μικρό σημειωματάριο. Το βλέμμα της απορίας δεν εγκατέλειψε τον Αχιλλέα ούτε όταν άνοιξε την πόρτα αλλά ούτε και κατά την είσοδο του αστυνομικού στο σπίτι του. Έκανε ένα βήμα πίσω, για υποδεχτεί το όργανο της τάξης στον προθάλαμο του διαμερίσματός του.
-         «Χαίρετε!»
-         «Χαίρετε», έκανε απρόθυμα ο Αχιλλέας.
-         «Δεν πρόκειται να σας απασχολήσω πολύ. Μοναχά δυο – τρεις ερωτήσεις θα σας κάνω», ακούστηκε άχρωμα η φωνή του αστυνομικού, σαν να επαναλάμβανε τα ίδια πράγματα για ακόμα μία φορά μέσα στην ίδια μέρα.
-         «Παρακαλώ! Θέλετε μήπως να καθίσετε; Να σας προσφέρω έν...»
-         «Όχι, ευχαριστώ. Δεν έχουμε πολύ χρόνο, ξέρετε. Και η έρευνα επείγει», διέκοψε το συνομιλητή του, αν και ο τελευταίος είχε προλάβει να πάρει από το διπλανό τραπεζάκι το κουτί με τα λουκουμάκια. Βλέποντάς τα, ο αστυνομικός δίστασε στην αρχή, αλλά εν τέλει υπέκυψε στον γαστρονομικό πειρασμό:
-         «Λίγο ζάχαρο μέσα σε μια τόσο έντονη μέρα δεν βλάπτει...», είπε χαμογελαστά, ενώ μασουλούσε παράλληλα το γλυκό.
Αφού σκούπισε τα χέρια του ατσούμπαλα πάνω στην υπηρεσιακή του στολή, απευθύνθηκε στον Αχιλλέα, λίγο μπουκωμένος στην αρχή:
-         «Και τώρα πίσω στη δουλειά μας.»
-         «Λίγο νεράκι για τη λιγούρα;», προσποιήθηκε πρόθυμα ο Αχιλλέας.
-         «Ε, όχι. Ευχαριστώ πολύ.»
-         «Φαντάζομαι φροντίζει το κράτος για τη σίτισή σας...», ειρωνεύτηκε χαμογελαστά, ενώ έβλεπε τον αστυνομικό να μη δίνει σημασία και να γλείφει λαίμαργα όση σκόνη είχε απομείνει πάνω στα δάχτυλά του.
-         «Θα σας ρωτήσω δυο πραγματάκια. Αν χρειαστεί να καταγραφούν επίσημα, θα πάρω τα στοιχεία σας, αλλιώς θα σας παρακαλέσω να θεωρήσετε αυτή τη συζήτηση ότι δεν έγινε ποτέ.»
-         «Μάλιστα», απάντησε καρτερικά ο συνομιλητής του.
-         «Πού βρισκόσασταν μεταξύ τέσσερις και πέντε το απόγευμα;»
-         «Εμένα ανακρίνετε;»
-         «Μα, όχι φυσικά. Απλώς θέλω να δω αν ήσασταν σπίτι, ώστε να προχωρήσω στην εξέταση.»
-         «Τέλος πάντων. Εδώ βρισκόμουν. Ρωτήστε και το σκύλο μου. Θα σας το επιβεβαιώσει.» Ο αστυνομικός κρατούσε σημειώσεις ενώ ψιθύριζε: «Τέσσερις με πέντε, σκύλος...». Ο Αχιλλέας συμπλήρωσε: «Αν χρειάζεστε το όνομα του σκύλου, μπορώ να σας το δώσω...»
-         «Όχι, όχι...», έκανε σοβαρά ο πρώτος και ο Αχιλλέας θεώρησε εκείνη τη στιγμή ότι δεν θα έπρεπε να προκαλέσει άλλο τη νοημοσύνη του. Τουλάχιστον θα προσπαθούσε. «Θα ήθελα να μου πείτε αν παρατηρήσατε από το παράθυρο κάποια ύποπτη κίνηση, κάποιο αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας, κάποιον άνθρωπο με καλυμμένο το πρόσωπό του...»
-         «Σε ποια από όλες τις περιπτώσεις να απαντήσω πρώτα;».
-         «Απαντήστε στην πρώτη»
-         «Όχι».
-         «Στη δεύτερη;»
-         «Ούτε».
-         «Στην τρίτη;»
-         «Κοιτάξτε, εν ολίγοις δεν παρατήρησα τίποτε το ύποπτο. Δεν κεντάω, ώστε να βλέπω στα διαλείμματά μου ακόμη και την παραμικρή κίνηση έξω στο δρόμο. Δεν καπνίζω, ώστε ως Ευρωπαίος που σέβεται την υγεία των γύρω του να βγαίνω εκτός σπιτιού και να κάνω το τσιγάρο μου. Επίσης, δεν μου αρέσει η απέναντι γειτόνισσα, ώστε να έχω έστω κάποιο σοβαρό λόγο να κοιτώ έξω απ΄το παράθυρό μου.»
Ο αστυνομικός φανερά απογοητευμένος έβαλε το τεφτέρι του στην πίσω τσέπη του παντελονιού του και αποκρίθηκε απηυδισμένος:
-         «Μα ποτέ δεν κοιτάζετε έξω από το παράθυρο;» Ο Αχιλλέας σκέφτηκε για λίγο πριν απαντήσει, με το το δεξί του χέρι να αγκαλιάζει το σαγόνι του, κοιτώντας αφηρημένα προς τα κάτω. Ύστερα, σήκωσε το κεφάλι του και αποκρίθηκε στεντόρεια στον αστυνομικό:
-         «Ναι. Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο.»
-         «Πότε;»
-          Όταν πρέπει να ξυπνήσω απ’ τα όνειρά μου», έκανε μελαγχολικά.
-         «Μόνο τότε;», έκανε σαρκαστικά το όργανο.
-         «Και όταν βρέχει. Οι σταγόνες πλέον, ξέρετε, αποτελούν τους μοναδικούς επισκέπτες που θέλουν να περάσουν το κατώφλι αυτού του σπιτιού.» Ακολούθησε για λίγο σιωπή. Ο Αχιλλέας τότε πήρε πάλι το λόγο: «Θα μπορούσα να σας βοηθήσω σε κάτι άλλο;»
-         «Ευχαριστώ, όχι», απάντησε ευγενικά ο αστυνομικός. «Μοναχά να προσέχετε. Υπάρχει μια συμμορία στη γειτονιά σας που ληστεύει κυρίως ηλικιωμένους ανθρώπους.» Συνέχισε να μιλά χαμηλόφωνα, με ένα συνωμοτικό ύφος, λες και κάποιος προσπαθούσε να υποκλέψει τη συνομιλία τους: «Λένε ότι είναι ξένοι. Αλλοδαποί. Βέβαια... Κι αυτοί δεν αστειεύονται. Βλέπετε τι λένε οι ειδήσεις κάθε μέρα...» Ο τόνος της φωνής του επανήλθε πάλι σε φυσιολογικά επίπεδα: «Και πάλι σας ευχαριστώ και καλό σας απόγευμα!» Ο Αχιλλέας συνόδευσε ως την εξώπορτα τον αστυνομικό. Το ξύλινο πάτωμα, κάνοντας το γνώριμο τρίξιμο, ξεπροβόδισε κι εκείνο με τη σειρά του το όργανο της τάξης.
Το παγερό αεράκι από το κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας κατάφερε να περάσει μέσα από το διάκενο μεταξύ της πόρτας και του πατώματος και να κάνει αισθητή την παρουσία του στο χώρο. Ο Αχιλλέας ένιωσε μια σύντομη αλλά έντονη ανατριχίλα να διαπερνά ολόκληρο το κορμί του, κι ας φορούσε το ζεστό του πανωφόρι που είχε αγοράσει την προηγούμενη χρονιά απ’ τη Βιέννη. Η αλήθεια ήταν πως η εγκληματικότητα στο κέντρο της Αθήνας είχε οξυνθεί. Η κάποτε ανέμελη γειτονιά του βρισκόταν πλέον στο επίκεντρο της επικινδυνότητας και του παρανόμου. Η παρατημένη στο τραπεζάκι του καθιστικού εφημερίδα είχε εκτενές σχόλιο στο εξώφυλλο που προειδοποιούσε τον κόσμο να προφυλάσσεται καλά στα σπίτια του, ιδίως κατά τις βραδινές ώρες. Κύριοι ύποπτοι αλλοδαποί που είχαν εισχωρήσει στη χώρα από τα βορειοδυτικά σύνορα και κυρίως τον Έβρο. «Όλα και πάντοτε χρεώνονταν σ’ αυτούς», σκεφτόταν, ενώ ένας ασίγαστος θυμός κυρίευε τα σωθικά του. «Οι ίδιοι ποτέ δεν θα εγκληματούσαμε», Μια έξαψη εθνικής υπερηφάνειας άρχισε να τον κυριεύει. «Ο Έλληνας δεν έχει γεννηθεί, για να εγκληματεί αλλά για να δημιουργεί. Έχει γεννηθεί, για να μεταλαμπαδεύει πολιτισμό και όχι να λαμπαδιάζει περιουσίες. Έχει γεννηθεί με προορισμό μια άνετη ζωή, χάρις στη δημοκρατία που έχτισαν ένας Πλάτωνας και η παρέα του. Και βέβαια ένας Έλληνας δεν θα μπορούσε να φταίξει ποτέ. Το αίμα του είναι αμόλυντο, άσπιλο, αγνό και αθώο.»
Τα μάτια του Αχιλλέα βρίσκονταν σε μια άλλη διάσταση, σε μια άλλη πραγματικότητα. Η φλέβα στο μέτωπό του είχε χοντρύνει, οι γροθιές του ήταν γερά σφιγμένες, τα φρύδια του συνόρευαν σχεδόν το ένα με το άλλο και η καρδιά του παλλόταν με καμάρι. Έπρεπε να φυλαχθεί, να προστατευθεί από τα παρασιτικά στοιχεία που απειλούσαν τη ζωή του. Πήγε γρήγορα - παρά λίγο και θα ‘τρεχε αν μπορούσε - ως το υπνοδωμάτιό του. Άρπαξε το πορτοφόλι του απ’ το πρώτο συρτάρι της σιφονιέρας με χέρια τρεμάμενα. «Τι το ‘θελε να ‘ρθει αυτός ο αστυνομικός...», σκέφτηκε. Ύστερα κλείδωσε ερμητικά την ντουλάπα με τα καλά του κουστούμια και έκρυψε το κλειδί μέσα στο ανθοδοχείο με τους ανθισμένους κρίνους, που του είχε φέρει την προηγούμενη μέρα η ανιψιά του. «Τι το ‘θελα να ακούσω τις ειδήσεις;» Το κλειδί βυθίστηκε μέσα στο νερό, ακουμπώντας στον πάτο αθόρυβα και διακριτικά. Έπειτα είχε να φροντίσει για τα αγαπημένα του βιβλία. Τι να πρωτοδιάλεγε να κρύψει ανάμεσα σε τόσο μεγάλη συλλογή... Παλαμά; Ελύτη; Παπαδιαμάντη; Σαμαράκη; Τα βιβλία αποτελούσαν τα πιο ακριβά αντικείμενα μέσα στο σπίτι του. Είχαν ανεκτίμητη αξία για κείνον. Αν ο εισβολέας έβρισκε το θησαυρό του; Δεν είχε όμως πολύ χρόνο να τα καταχωνιάσει κάπου. Ούτε και χώρο. Ήλπιζε ότι ο διαρρήκτης δεν θα έφτανε μέχρι τη μικρή αποθήκη του, που την είχε ως αρχειακή βιβλιοθήκη. «Τι το ‘θελα να διαβάσω τις εφημερίδες;» Το μόνο θετικό που μπορούσε να βρει ήταν ότι οι αλλοδαποί δεν θα ήταν σε θέση να διαβάσουν ελληνικά. Έτσι ο Καζαντζάκης θα εξακολουθούσε να απαιτεί σιωπηρά τη λευτεριά του. Μια λευτεριά, κατά τ’ άλλα, χωρίς φυλή, χωρίς χρώμα. Μια λευτεριά κτήμα παγκόσμιο και μια λευτεριά ψυχής ατομικής. Πήρε αμέσως το φακό απ’ το κομοδίνο και κίνησε για το καθιστικό. Δεν έπρεπε το σπίτι να έχει φωταψία κι ας ήταν σούρουπο. Αν καταλάβαιναν ότι τους είχε πάρει είδηση, θα τον σκότωναν επιτόπου.
Ο Αχιλλέας ξάφνου κοκάλωσε. Ένας ήχος ακούστηκε από τη μεγάλη ξύλινη πόρτα. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν τρίξιμο από συστολή του ξύλου ή από σπρώξιμο παραβίασης της πόρτας. Περπατούσε πια στις μύτες των δαχτύλων του. Το τζάμι από το παράθυρο της κουζίνας άρχισε ελαφρώς να πάλλεται. Είτε ο άνεμος είχε γίνει συνεργός των αλλοδαπών διαρρηκτών, είτε η ομάδα τους ήταν πολυπληθής και προσπαθούσαν να εισβάλουν στο σπίτι απ’ όποια είσοδο ήταν εφικτό, σκέφτηκε. Παράλληλα, ένας γδούπος απ ΄τη σοφίτα κέντρισε την προσοχή του. Όμως ο φόβος του κατευνάστηκε σχεδόν αμέσως από το γνώριμο «γκραπ» της φάκας που άκουσε να κλείνει με φόρα, επιτυγχάνοντας έτσι το σκοπό ύπαρξής της.
Ο Αχιλλέας έπρεπε να αφουγκραστεί. Να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο και να προσπαθήσει να ακούσει πόσοι ήταν. Αν κατάφερνε να αγγίξει τις μύτες των ποδιών του περπατώντας, θα έφτανε ως την πόρτα και θα κοιτούσε μέσα απ ‘το ματάκι. Ευτυχώς που είχε προνοήσει να τραβήξει το σύρτη μετά την αποχώρηση του αστυνομικού. «Τι το ‘θελε να ‘ρθει ο αθεόφοβος...», μονολόγησε σιγανά και βλαστήμησε από μέσα του την ώρα και τη στιγμή που τού είχε ανοίξει να περάσει. Η ταχυκαρδία δεν τον είχε εγκαταλείψει. «Άτιμοι ξένοι. Εσείς τα κάνετε όλα. Εσείς φταίτε για όλα. Για την κατάντια της χώρας μου, που πιο έντιμοι και νομοταγείς πολίτες από μας τους Έλληνες δεν υπάρχουν αλλού...», σκεφτόταν συνεχώς. Ο θυμός είχε αλλάξει πλέον το πρόσωπό του. Παρά λίγο και θα γινόταν τετράγωνο από την πίεση, το φόβο και την απόγνωση που ένιωθε ο Αχιλλέας εκείνη τη στιγμή. Η πόρτα σταμάτησε να τρίζει. Το τζάμι δεν ακουγόταν πια, παρά μονάχα ο ήχος από τις ξέφρενες σταγόνες της βροχής που έπεφταν με μανία πάνω του. Έμεινε ασάλευτος για λίγο. Κοίταξε γύρω να σιγουρευτεί. Αριστερά, τίποτα. Ευθεία, τίποτα. Κοίταξε δεξιά και τότε ο φόβος επανήλθε. Όμως τώρα είχε φορέσει το προσωπείο του τρόμου επάνω του. Ο Αχιλλέας δεν αναγνώρισε στην αρχή αυτόν που αντίκρισε. Τα άκρα του μούδιασαν. Η ανάσα του κόπηκε. Έβαλε το ένα του χέρι μπροστά στα μάτια, για να κρυφτεί, ενώ με το άλλο, τρεμάμενο ακόμα, κρατούσε το φακό. Ο καθρέφτης απέναντί του μόλις τού είχε φανερώσει το δράστη. Έστεκε ένα είδωλο ξένο. Ένα πρόσωπο αλλιώτικο. Δεν ήταν έτσι παλιά. Φοβήθηκε απ’ αυτό που έβλεπε τόσο πολύ, που νόμισε προς στιγμή ότι οι παλιές του ιδέες θα εξαπέλυαν επίθεση κατά των νέων, υιοθετημένων του «πιστεύω». Ντράπηκε. Κατέβασε το κεφάλι του για να μη βλέπει, εκτός από τα ιδανικά που τον είχαν εγκαταλείψει, και τα δάκρυα που αυτή τη στιγμή κυλούσαν πάνω στα ρυτιδιασμένα του μάγουλα.

Είχε γίνει πια ένας ξένος.