Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Ξαποσταίνοντας στο Ηρώδειο


Το κόσμημα από κεχριμπάρι ήταν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο, που θα μπορούσε να την ενοχοποιήσει. Είχε ξεχάσει το περιδέραιο μέσα στο ξύλινο συρτάρι του υπνοδωματίου του. Η μανία της να τον οδηγήσει σε κατατόπια ανείπωτης ευχαρίστησης εκείνο το τελευταίο βράδυ του Αυγούστου την έκανε να προβεί στο μοιραίο λάθος. Τώρα, όπως έτρεχε έξαλλη στους άδειους, αφιλόξενους δρόμους της πρωτεύουσας, παρακαλούσε μονάχα το Θεό να τη σώσει από την άμυαλη παράλειψή της. Το σχέδιό της ναυαγούσε, όπως και το πλοίο με τους εκατοντάδες τουρίστες λίγους μήνες πριν, στα ανοιχτά της Ιθάκης. Σ΄ αυτό βρισκόταν ο άντρας της, ο Ηλίας. Έκανε το ταξίδι εκείνο μόνο και μόνο, για να τη συναντήσει. Το Κιόνι αποτελούσε ένα από τα καταπράσινα χωριά του νησιού, με το υπέροχο γραφικό του λιμάνι και την πλακόστρωτη παραλία του.
Το συνέδριο των διεθνολόγων αυτή τη χρονιά λάβαινε χώρα στην Ελλάδα. Οι διοργανωτές είχαν αποφασίσει, λόγω της ανυπόφορης για πολλούς Βορειοευρωπαίους ζέστης του καλοκαιριού να διαλέξουν για τόπο διεξαγωγής ένα νησί. Το ότι θα επισκεπτόταν τη γη, που είχε γνωρίσει από τα γυμνάσια του Ομήρου στον πολυμήχανο Οδυσσέα και από την έμπνευση του μεγάλου αλεξανδρινού μας ποιητή, τής είχε εξάψει αρκετά την περιέργεια να τη ζήσει από κοντά. Να αφουγκραστεί τον πηγαιμό και να γλιστρήσει μέσα στα μονοπάτια που είχε περπατήσει ο γιος του Λαέρτη και της Αντίκλειας.
Ελάχιστοι σώθηκαν απ’ το ναυάγιο. Οι έρευνες κατέδειξαν τεράστια σφάλματα στη συντήρηση του πλοίου. Ο καπετάνιος έκανε ό,τι μπορούσε. Όταν, όμως, η ικανότητα έρχεται σε κόντρα με το πεπρωμένο, ο αγώνας γίνεται άνισος. Τότε παλεύεις μόνο για την τιμή των όπλων, με μοναδική εξαίρεση ίσως τον έρωτα, όπου η αρχή του επιμένοντος που νικά δίνει μια ελπίδα αισιοδοξίας στη συνεχή απόρριψη. Έτσι την κατέκτησε και ο σύζυγός της: ύστερα από πολλές προσπάθειες. Όταν επέστρεφε, στην αρχή του ειδυλλίου, σπίτι του μέσα στη λύπη και την κατήφεια, ο παππούς του, του ‘λεγε λόγια καρδιάς, λόγια παρηγοριάς:
-         «Αν και γέρος πια, η καρδιά μου ποτέ δεν μεγάλωσε. Έμεινε εκεί. Στη στιγμή που γνώρισα τη γυναίκα μου.» Ο Ηλίας, ο εγγονός του, τον κοιτούσε στα μάτια δίχως να ‘χει τη δύναμη να ξεστομίσει το παραμικρό. Δεν έδινε και πολλή σημασία στα λεγόμενά του. «Παρηγοριά στον άρρωστο», σκεφτόταν από μέσα του και έτρεχε αλλού ο λογισμός του. «Το ξέρεις ότι είχα μάθει μέχρι και ποίημα απ’ έξω για χάρη της;»
-         «Ποίημα;», έκανε με μιας ο Ηλίας, αποδιώχνοντας τους ξέφρενους συνειρμούς του και αποφασίζοντας να δώσει πλέον προσοχή στην εξιστόρηση του παππού του.
-         «Βέβαια!». Τα μάτια του ηλικιωμένου άνδρα έλαμπαν, λες και έφερναν στη μνήμη της ψυχής τους εικόνες από το πρόσφατο χθες, κι ας τον πρόδιδαν τα κάτασπρα μαλλιά του και η ξεθωριασμένη ξύλινη μαγκούρα του. «Άνοιξε το τρίτο συρτάρι του γραφείου μου. Κάτω από ένα μπλε φάκελο, υπάρχει ένα χαρτί με χειρόγραφες σημειώσεις. Βρες το και φερ΄ το μου». Ο Ηλίας υπάκουσε στην εντολή του αμέσως, σαν να εκτελούσε κάποιος λοχίας εντολή ταξίαρχου. Επέστρεψε, τρέχοντας σχεδόν, με μία σελίδα, λίγο σκονισμένη και την έδωσε στον παππού του. 
   "Δύσκολο πράγμα ο έρωτας", διάβαζε εκείνος με μάτια λίγο βουρκωμένα. Οι ακτίνες της όρασής του σάρωναν τον χρόνο που είχε περάσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε: "Ανεξιχνίαστο - απ' τα κρυφά του ίχνη. Ανεξερεύνητο - απ' την πλατωνική του υπόσταση. Άφταστο - απ' τα υψηλά του αισθήματα. Ατιθάσευτο - απ' τα θηριώδη του πάθη. Ανεξάντλητο - απ' την άπειρη αγάπη του. Ακαταμάχητο - απ' τις λογοτεχνικές του νίκες. Ανεξίτηλο - απ' την ένταση των στιγμών του. Ανείπωτο - απ' τον φόβο της έκφρασής του. Απαράμιλλο - απ' την ανεκτίμητη αξία του...". 
       Ακόμη δεν μπορούσε να λησμονήσει τα λόγια του συζύγου της, όταν της έκανε την πρόταση γάμου. «Δύσκολο πράγμα ο έρωτας...», σιγοψιθύριζε συχνά, όταν έφερνε στη μνήμη της την φωνή του, τα λόγια του, τα αγγίγματά του. Δεν μπορούσε να χωρέσει η λογική της το γεγονός ότι η πλοιοκτήτρια εταιρία, με τεράστια επιχειρηματική φήμη, με έναν πρόεδρο πασίγνωστο σε Ελλάδα και Ευρώπη, θα τοποθετούσε σε δεύτερη μοίρα τις αθώες ζωές τόσο πολλών ανθρώπων. Η πρώτη επίσημη εκδοχή έδωσε τη θέση της σε «σφάλμα του καπετάνιου». Κανείς δεν το πίστεψε.
Πάντοτε ήταν δίκαιη στη ζωή της. Δεν είχε δώσει ποτέ αφορμή για κάποια ηθικά μεμπτή πράξη. Ήταν έντιμη στους λογαριασμούς της, ειλικρινής στις υποσχέσεις της, ακριβοδίκαιη στα λόγια της. Μέχρι τη στιγμή που αποφάσισε να αποκαταστήσει η ίδια τη δικαιοσύνη για λογαριασμό άλλων, να αρπάξει το νόμο στα χέρια της. Να γίνει η Νέμεσις των ατιμώρητων και η Θέμις των αδικημένων. Η εξειδίκευσή της στο Ναυτικό Δίκαιο, η ισχυρή της φήμη ως διεθνολόγου και η γοητεία της, τής έδωσαν το απαραίτητο εισιτήριο, για να ζητήσει ραντεβού με τον ιδιοκτήτη της εταιρίας με έδρα τον Πειραιά. Αποτέλεσε σχεδόν παιχνιδάκι για εκείνη η σαγήνευσή του. Το ποντίκι ήταν έτοιμο να πιαστεί στην φάκα. Η τελευταία τους συνάντηση έγινε σε ένα νεοκλασικό εξοχικό, που διατηρούσε εκείνος στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Σπάνια σύχναζε σ’ αυτό. Μόνο όποτε ήθελε να ξεπλύνει το χρήμα του με τους λογιστές του και να ξεντύσει τις ερωμένες του με τα ίδια του τα χέρια. Έτσι κι εκείνο το βράδυ, την οδήγησε εκεί. Όλα κύλησαν σύμφωνα με το σχέδιό της. Εκείνο το βράδυ η ηδονή τον πρόδωσε. Δεν ήρθε ποτέ στο ραντεβού της με τη γυναίκα που νόμιζε για ένα ακόμη από τα εύκολα θύματά του. Αφού τον σκότωσε και εξαφάνισε όλα τα πιθανά ίχνη, ντύθηκε στα γρήγορα και έφυγε από το σπίτι. Λίγα μέτρα πιο κάτω θυμήθηκε ξαφνικά ότι το περιδέραιο που εκείνος τής είχε κάνει δώρο πριν μερικές μέρες, ήταν ξεχασμένο στο μεγάλο ξύλινο συρτάρι του υπνοδωματίου του. Δεν μπορούσε να επιστρέψει.
Άρχισε να τρέχει χωρίς προορισμό. Κουρασμένη ύστερα από λίγο, με τον ιδρώτα και τα δάκρυα να παλεύουν ποιο απ’ τα δύο θα νικήσει, ξαπόστασε σε ένα από τα παγκάκια του Ηρωδείου. Πλήθος διαφημιστικών φυλλαδίων γέμιζαν τον εξωτερικό χώρο του αρχαίου θεάτρου από τη νυχτερινή συναυλία. Οι φλέβες της πάλλονταν. Τα χέρια της έτρεμαν. Η οργή πάλευε με τη μετάνοια. Η φωτισμένη Ακρόπολη την κατασκόπευε και μαζί μ’ αυτή ο ιδιωτικός φύλακας του θύματος, που την είχε πάρει στο κατόπι εδώ και ώρα, χωρίς να τον πάρει χαμπάρι. 
Η σύλληψή της δεν άργησε. Και μαζί μ' αυτήν ήρθε κι η ομολογία της. Παραδέχτηκε τα πάντα κι αφού αρνήθηκε να προσλάβει δικηγόρο, την πέταξαν σαν πατσαβούρα μέσα στο κελί της νιώθοντας ήδη άλλος άνθρωπος. Η προσωπική της κάθαρση επιτέλους είχε επέλθει. Την επόμενη μέρα βρήκαν μέσα στο άψυχο χέρι της τα χαπάκια που είχαν περισσέψει.