Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Εκτός συνόρων




«Η πτήση 742 των Ολυμπιακών Αερογραμμών για Βιέννη θα έχει μία μικρή καθυστέρηση. Παρακαλούμε για την υπομονή σας. May I have your attention please?» Η ευγενική γυναικεία φωνή συνέχισε να μεταφράζει την ανακοίνωση, ενώ ο άγνωστος άνδρας εξακολουθούσε να κοιτάζει τον στόχο του διακριτικά, φορώντας τα μαύρα του γυαλιά και κρατώντας μια τυχαία εφημερίδα για αντιπερισπασμό. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, άλλοι ανήσυχοι, άλλοι ενθουσιώδεις, άλλοι προβληματισμένοι. Αν είχαν φωνή οι σκέψεις, δεν θα υπήρχε άλλος καταλληλότερος χώρος διαμαρτυρίας τους από την κρύα αίθουσα αναμονής ενός αερολιμένα.
Είχε παρατηρήσει κάθε κίνησή του. Από τη στιγμή που έφυγε από το σπίτι του, χαιρέτησε τη γυναίκα του και το παιδί του, μέχρι που μπήκε στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε στο αεροδρόμιο με μοναδικό ενδιάμεσο σταθμό το σπίτι της ερωμένης του. Έβγαλε ακριβώς μετά από εκείνον εισιτήριο για την πρώτη θέση, χωρίς να τον ενδιαφέρει το αστρονομικό ποσό που τού ζητήθηκε. Ήταν κράτηση της τελευταίας στιγμής... Τον είχαν προετοιμάσει, άλλωστε, ότι ενδεχομένως να προέβαινε σε κινήσεις που δεν ήταν προσχεδιασμένες, όπως αυτής του ταξιδιού στο εξωτερικό. Τα θετικά στοιχεία στην όλη υπόθεση ήταν, πρώτον, ο οικείος προορισμός και δεύτερον, οι ανοιχτοί λογαριασμοί του κοντινού παρελθόντος που τον περίμεναν στην αυστριακή πρωτεύουσα. Είχε έρθει η στιγμή οι τελευταίοι να κλείσουν και σ’ αυτό βοήθησε και η σύμπτωση της τύχης. Ο στόχος του θα περνούσε τις τελευταίες στιγμές ζωής του στη Βιέννη αν όλα κυλούσαν σύμφωνα με το νέο σχέδιο δράσης κι εκείνος θα απολάμβανε την παραμονή του εκεί όσο το δυνατόν περισσότερο.
Τα λεπτά περνούσαν βασανιστικά για τον κύριο στην απέναντι σειρά καθισμάτων στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος». Είχε ένα περίεργο προαίσθημα, ότι δεν θα προλάβαινε να ολοκληρώσει αυτό που ήθελε, έτσι όπως το ήθελε. Τα χρήματα ήταν πολλά και έπρεπε να προλάβει τις αυστριακές τράπεζες την τελευταία μέρα εκπνοής της προθεσμίας εξαργύρωσης της επιταγής. Έτριβε τα χέρια του, έπιανε αμήχανα το μέτωπό του μήπως είχε πυρετό, σηκωνόταν όρθιος και περπατούσε να ξεχάσει το άγχος του. Αν και θα έφτανε στον προορισμό του γύρω στις έντεκα το πρωί, δεν θα ηρεμούσε αν δεν τέλειωνε μια και καλή με την εκκρεμότητά του.
Η ώρα έφτασε. Η ανακοίνωση βγήκε και η επιβίβαση ξεκίνησε. Ο Πέτρος με ένα μικρό... φιλοδώρημα είχε καταφέρει να κλείσει την ακριβώς διπλανή με εκείνον θέση στο αεροπλάνο. Η απογείωση αποτελούσε πλέον γεγονός και η Αθήνα τους αποχαιρετούσε από μακριά κουνώντας το μαντήλι του εθιστικού νέφους της προς το μέρος τους. Η πτήση κυλούσε ήρεμα μέχρι τις Άλπεις, όπου οι αναταράξεις ήταν έντονες σε σημείο που δυο - τρεις επιβάτες χρειάστηκαν χαπάκι για τη ναυτία. Ο διπλανός στόχος του Πέτρου φάνηκε να φοβάται λιγουλάκι.
-     «Μην ανησυχείτε! Δεν πρόκειται να σας βρει εδώ το κακό...», του έκανε με χαμόγελο ο Πέτρος.
-     «Φαίνεστε πολύ ήρεμος. Λέτε;»
-     «Αυτό πιστεύω... Κάτι μου το υπαγορεύει από μέσα μου», του απάντησε, αποφεύγοντας να κοιτάξει το υποψήφιο θύμα του στα μάτια.
-     «Κοιτάξτε πώς είναι οι Άλπεις από ψηλά...»
-     «Και από εκεί θα ήθελα να τις θαυμάζω, αλλιώς μάς βλέπω σουβλάκι στις βουνοκορφές της...»
-     «Μα έχετε χιούμορ, αγαπητέ... Με κάνατε και ξεχάστηκα. Το όνομά σας;»
Εκείνος κοντοστάθηκε για λίγο κι ύστερα συνέχισε:
-     «Παπαδόπουλος Γιάννης.»
-     «Τι πρωτότυπο...», αστειεύτηκε ζωηρά. «Χαίρω πολύ! Ιάσονας Δεληνικόλας.»
-     «Χάρηκα, κύριε Δεληνικόλα!»
Και η συζήτηση άναψε με φλέγοντα θέματα να κυριαρχούν στην ατζέντα, όπως με την οικονομική κρίση, τη νίκη του Ολυμπιακού στο τουρνουά καλαθοσφαίρισης Ευρώπης, μέχρι και την πτώση μετεωρίτη στη σελήνη! Η αλήθεια είναι πως όταν πετάει κανείς, τα όρια χάνονται, τα περιθώρια εκμηδενίζονται και οι αναστολές υποχωρούν μπροστά στο τίποτα του ανθρώπινου όντος, μπροστά στην απέραντη ταπεινότητα που ενυπάρχει μέσα στο όλον του κόσμου: συμπεράσματα που μόνο όταν βρίσκεται κανείς πέρα, μακριά, στο έλεος των ανέμων, μπορεί να εξάγει.
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε. Έφτασαν όλοι στον χώρο παραλαβής των αποσκευών πλην του Πέτρου, ή αλλιώς... Γιάννη Παπαδόπουλου. Δεν είχε πάρει τίποτα μαζί του, εκτός από μία μικρή χειραποσκευή με τα απολύτως απαραίτητα και τη θήκη με το φορητό του υπολογιστή. Είχε βγει από την πύλη των αφίξεων και περίμενε το στόχο του. Ο τελευταίος δεν άργησε να φανεί. Ξεπρόβαλε με το μπλε του κουστούμι και τη μαύρη καπαρντίνα. Αν και Απρίλιος, οι ανοιξιάτικες βραδιές στην πόλη άγγιζαν πολύ συχνά μονοψήφιο νούμερο θερμοκρασίας. Τον ακολούθησε διακριτικά ως την τράπεζα και τον περίμενε στον απέναντι φούρνο, όπου και τίμησε αρκετά από τα τοπικά γλυκίσματα. Κάτι τέτοιες στιγμές ένιωθε τεράστια ανακούφιση που μιλούσε άπταιστα τη γερμανική γλώσσα. Ο Ιάσονας βγήκε ύστερα από ένα τέταρτο από την τράπεζα με τον χαρτοφύλακά του ανά χείρας και πέρασε απέναντι στη στάση του τραμ. Δύο λεπτά έδειχνε η φωτεινή ένδειξη σε έναν από τους πιο παλιούς σταθμούς που υπήρχαν ακόμη στην πόλη. Ο Πέτρος έτρεξε και μπήκε κι αυτός τελευταία στιγμή λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες.
-     «Κι εσείς εδώ»;, ρώτησε εμβρόντητος ο Ιάσονας.
-     «Μα, αγαπητέ, μένω εδώ κοντά. Εσείς;»
-     «Κοντά στην Εκκλησία του Αγίου Καρόλου.»
-     «Μάλιστα, κατάλαβα. Πλησίον της λατρεμένης μου βιεννέζικης όπερας. Μα τι έργο ο Μαγικός Αυλός... Δε βρίσκετε;»
-     «Υπέροχο, πράγματι.»
-     «Και... πού ακριβώς μένετε, αν μου επιτρέπετε; Ρωτώ, διότι το πατρικό του πατέρα μου βρισκόταν κοντά στο μουσείο Albertina
-     «Μα τότε θα γνωρίζετε. Θα μείνω για δύο ημέρες κοντά στο ξενοδοχείο Zacher με τις θεσπέσιες και αυθεντικές κυρίως Zachertorten[1]
-     «Γνωρίζω... Παρεμπιπτόντως η προφορά σας είναι εξαιρετική.»
-     «Οι ρίζες μου είναι γερμανικής προέλευσης. Η προγιαγιά μου καταγόταν από τη Δρέσδη, ξέρετε...»
Ο Πέτρος, για να απαγκιστρωθεί και έχοντας κερδίσει την πληροφορία που επιζητούσε, πάτησε το κουμπί για την επόμενη στάση.
-     «Εγώ θα σας χαιρετήσω εδώ. Πρέπει να συναντήσω κάποιους φίλους.»
-     «Χάρηκα πολύ, που τα ξανάπαμε, Γιάννη!»
-     «Η χαρά δική μου! Καλή διαμονή!»
Ο Πέτρος κατέβηκε κοντά στην εκκλησία του Αγίου Στεφάνου. Έβγαλε το κινητό του από την τσέπη και αντί να φωτογραφίσει – όπως έκαναν όλοι οι γύρω τουρίστες -  το τεράστιο επιβλητικό κτήριο γοτθικού ρυθμού, έστειλε το εξής μήνυμα: «Όλα βαίνουν καλώς. Αύριο το βράδυ θα παραλάβω το όπλο και θα γίνει.» Τοποθέτησε πάλι το κινητό στη θέση του και άρχισε να περιηγείται, σαν να επισκεπτόταν για πρώτη φορά την πόλη που λάτρευε.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε τη βόλτα του. Αγόρασε παγωτό από τον πλανόδιο ευγενικό μικροκαμωμένο πωλητή της πλακόστρωτης πλατείας, χάθηκε μέσα στα κοντινά σοκάκια, επισκέφθηκε το σπίτι του Μότσαρτ και μέσα από την δυνατή ένταση της θύμησης, ζούσε τα πάντα σχεδόν από την αρχή. Σαν να μην είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε. Θαύμαζε με το ίδιο πάθος και την ίδια απορία. Εξερευνούσε με θολή μνήμη και κλειστά τα μάτια. Μέχρι που κάποια στιγμή έφτασε στην Schwedenplatz (Σβέντενπλατς). Το σπίτι της βρισκόταν κοντά στην πρώτη γέφυρα. Ήταν σούρουπο και τα πλεούμενα έδιναν το δικό τους «παρών» στην ήρεμη βορειοευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Προχώρησε για λίγο και άρχισε να ανηφορίζει την Griechengasse (Γκρίχενγκάσε)[2]. Θυμόταν ακριβώς τον αριθμό και με ελάχιστες ελπίδες ότι θα την έβρισκε εκεί, πάτησε το κουδούνι της εξωτερικής κεντρικής θύρας του σπιτιού.
Τα φύλλα χόρευαν στον ανεξέλεγκτο ρυθμό του ανέμου, λες και περίμεναν τη στιγμή της συνάντησης με περισσότερη αγωνία απ’ ό,τι εκείνος. Και ξαφνικά η αναπνοή του κόπηκε. Νόμισε ότι η καρδιά του θα εξερρήγνυτο. Το μυαλό του διαμαρτυρόταν απέναντι στη θέα που αντίκριζε. Επανήλθε πάλι προσπαθώντας να μη δείξει προς στιγμή το πόσο πολύ αδημονούσε να την δει. Δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου. Η ειλικρίνειά του, όμως, τούς είχε χωρίσει. Τής είχε εκμυστηρευθεί από την πρώτη στιγμή την αλήθεια για τις επικίνδυνες αποστολές που κατά καιρούς τού αναθέτονταν. «Δεν πρόκειται να με κερδίσεις ποτέ, γιατί εγώ άλλον νόμισα ότι αγάπησα», του είχε πει την τελευταία φορά που μίλησαν από κοντά. Και τώρα αμίλητοι κι οι δυο τους, κοίταζε ο ένας τον άλλο σαν πίνακα ζωγραφικής αφηρημένης, πολύ αφηρημένης τέχνης. Αποφάσισε να σπάσει τον πάγο και του μίλησε πρώτη:
-             «Καλώς όρισες», πρόδωσε αμέσως η τρεμάμενη φωνή της τον κόμπο στο λαιμό.
-             «Καλώς σε βρήκα, Νάντια. Τι κάνεις;»
-             «Έκανες ολόκληρο ταξίδι, για να με ρωτήσεις τι κάνω;», απόρησε ειρωνικά.
-             «Μακάρι να μπορούσα να σου έδειχνα τις προθέσεις μου, αλλά...
-             «Ασ’ το... Προτιμώ καλύτερα να απαντήσω», τον διέκοψε. «Καλά είμαι. Και θα σε παρακαλούσα να μη με μπλέξεις σε κάποια από τις δουλειές σου με την παρουσία σου εδώ... Έχω φτιάξει ένα όνομα στη Βιέννη!»
-             «Μη φοβάσαι. Δεν πρόκειται να...»
-             «Anna, meine liebe, wer ist das? Was will er von dir?» (Άννα, αγάπη μου, ποιος είναι αυτός; Τι θέλει από σένα;) Ένας ψηλός, στην ηλικία της περίπου, Αυστριακός ήλθε δίπλα στη Νάντια αγκαλιάζοντάς την.
-             «Oh, nichts Markus. Ein Freund von mir aus Athen. Ich habe ihn seit etwa fünf Jahren nicht gesehen(Τίποτα Μάρκους. Ένας φίλος μου από την Αθήνα. Έχω να τον δω εδώ και περίπου πέντε χρόνια.)
Ο Πέτρος συστήθηκε:
-             «Freue mich. Peter...Papadopoulos» (Χαίρομαι... Πέτρος Παπαδόπουλος), έκανε, σκεπτόμενος για λίγο τι επίθετο θα χρησιμοποιούσε. Ο Αυστριακός τον κάλεσε στο σπίτι:
-             «Bitte, kommen Sie herein. Das Kind schläft. Möchten Sie uns eine gerne Gesellschaft leisten?» (Παρακαλώ, ελάτε μέσα. Το παιδί κοιμάται. Θα θέλατε να μας κρατήσετε μια ευχάριστη παρέα;)
-             «Παιδί;», ρώτησε άναυδος στα ελληνικά την Νάντια. «Εh… Nein, herzlichen Dank. Ich wollte nur für fünf Minuten mit Nandia sprechen. Darf ich?» (Όχι, ευχαριστώ θερμά. Ήθελα μόνο να μιλήσω με τη Νάντια για πέντε λεπτά. Θα μπορούσα;).
Ο σύζυγός της την κοίταξε, εκείνη τού έγνεψε γλυκά συγκαταβατικά και αποκρίθηκε με χαμόγελο: «Natürlich! Nandia, ich warte auf dich im Wohnzimmer». (Ασφαλώς! Νάντια, θα σε περιμένω στο καθιστικό). H Νάντια του απάντησε θετικά και βγήκε έξω μαζί με τον Πέτρο.
-             «Γιατί ήρθες; Θες να μου καταστρέψεις την οικογένεια;»
-             «Δεν μπορούσα να απορρίψω τη μνήμη μου και μαζί μ’ αυτήν κι εσένα.»
-             «Πέτρο, σε παρακαλώ φύγε.»
-             «Δηλαδή δεν ήθελες να με δεις;»
Ακολούθησε αμήχανη σιωπή.
-             «Πολύ.»
-             «Τότε;»
-             «Είσαι ένας άλλος. Το καταλαβαίνεις; Ανατράφηκα, για να ζω με φυσιολογικούς ανθρώπους, όχι με εγκληματίες. Έχω καταλάβει γιατί είσαι εδώ. Από σπόντα. Έτσι;»
Ο Πέτρος δεν απάντησε. Εκείνη συνέχισε: «Σε παρακαλώ, αν βρίσκεται μέσα σου ίχνος ανθρωπιάς μην κάνεις αυτό που σε έβαλαν να κάνεις.»
-             «Δεν γίνεται. Δεν μπορώ. Είναι η δουλειά μου.»
-             «Τότε δεν έχουμε να πούμε κάτι άλλο.»
Γύρισε να μπει στο σπίτι της:
-             «Θυμάσαι τη φωτογραφία μας έξω από την όπερα;»
Κοντοστάθηκε. Εκείνος συνέχισε:
-             «Θυμάσαι το τρέξιμο μέσα στη βροχή που είχαμε ρίξει έξω από το Αλμπερτίνα; Θυμάσαι τη βόλτα μας στη ρόδα του Prater; Δεν μπορώ να ξεχάσω τα νευρικά γέλια της συνοδού, όταν φοβόσουν να πατήσεις το πόδι σου μέσα στο βαγόνι...»
Πλέον τον κοιτούσε στα μάτια.
-             «Εσύ θυμάσαι τι υπόσχεση έδωσες στους πράσινους κήπους» Και οι δυο πια έκλαιγαν. «Μου είχες πει: Εδώ θα σε φέρνω κάθε μέρα μετά τη δουλειά, στα ανάκτορα του Σένμπρουν, γιατί είσαι και θα είσαι η βασίλισσά μου. Πήγαινε λοιπόν... Βοήθα τη διαφθορά ακόμη περισσότερο να φάει την χώρα μας... Βοήθησε εκείνους που μισούν τα χρώματα, τις φυλές, τα πιστεύω, τις θρησκείες. Εξολόθρευσε τους αντιπάλους τους και κάποια μέρα ίσως καταφέρεις να ανέβεις κι άλλο και να σε δω στο χαζοκούτι μου...»
-             «Ξέρεις ότι η παράταξη έχει μία πολύ σοβαρή ιδεολογία. Έρχεται τρίτο κόμμα στη Βουλή. Τώρα που...»
-             «Δεν θέλω να μου πεις άλλα». Τον διέκοψε. «Κάνε ό,τι είναι να κάνεις και φύγε επιτέλους!», φώναζε  σχεδόν.
Ο Πέτρος τής γύρισε την πλάτη κι έφυγε, νιώθοντας το κεφάλι του σαν ένα παραπανίσιο βάρος που έπρεπε απλώς να σηκώνει. Η Νάντια τον χαιρέτησε με τη φωνή της ψυχής της, λες και δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Ύστερα από λίγα λεπτά βρισκόταν στο καταπράσινο πάρκο της πόλης με το άγαλμα του Μότσαρτ, όταν ξεκίνησε βροχή. Δυνατή βροχή. Δεν τον ένοιαζε. Δεν επιτάχυνε το βήμα του. Έφτασε στο ξενοδοχείο μέσα στο νερό και με συντροφιά μια κοπέλα από τη συνήθη «φιλόξενη, γυναικεία γειτονιά». Μπήκαν στο δωμάτιο. Έδωσε πάνω της τόσο πάθος όσο ποτέ άλλοτε δεν είχε δώσει σε γυναίκα. Μόλις τελείωσαν, ένιωθαν εξουθενωμένοι. Η πανέμορφη κοπέλα πριν πάρει την αμοιβή της, καταδέχτηκε το κέρασμά του από την γευστικότατη κουζίνα του πεντάστερου ξενοδοχείου.
Την επόμενη μέρα ξύπνησε με πονοκέφαλο. Τα δυο μπουκάλια βότκα ήταν σχεδόν άδεια και το σημείωμα από την κοπέλα της προηγούμενης νύχτας βρισκόταν πάνω στο τραπεζάκι της τηλεόρασης: Rufmich an, wenn du willst. Meine Nummer ist... (Κάλεσέ με, εάν το θέλεις. Το τηλέφωνό μου είναι...) Το είδε, το έσκισε αμέσως και πέταξε τα κομματάκια στο πάτωμα. Δεν πέρασε αρκετή ώρα και η εικόνα από τα διαμελισμένα χαρτάκια τού ’φερε στο νου το χιόνι που έπεφτε απτόητο μήνα Απρίλιο στην αυστριακή πρωτεύουσα. Οι κάτοικοι δεν θεώρησαν το γεγονός σπουδαίο και συνέχισαν να βολτάρουν με τα ποδήλατά τους στο τετράγωνο των μουσείων, όπως και οι οικογένειες να βγαίνουν για τα σαββατιάτικα ψώνια τους στη Mariahilferstrasse. Πλήρωσε το ξενοδοχείο και πήρε το πρώτο ταξί που βρήκε μπροστά του. Έφτασαν μπροστά από το σπίτι του υποψήφιου θύματος και το όχημα σταμάτησε. Άνοιξε την πίσω πόρτα, κατέβηκε και τοποθέτησε ένα σημείωμα στο γραμματοκιβώτιο. Μπήκε πάλι στο ταξί και πρόσταξε ευγενικά τον οδηγό: Und jetzt zum Flughafen, bitte. (Και τώρα στο αεροδρόμιο, παρακαλώ).
Τον Πέτρο δεν τον είδε ξανά ποτέ κανείς. Τουλάχιστον με αυτό το όνομα... Την αποστολή του την ολοκλήρωσε κάποιος άλλος και το πτώμα του άτυχου κυρίου Δεληνικόλα εντοπίστηκε έξω από την κατοικία του.
Η Νάντια, διαβάζοντας το εξώφυλλο της καθημερινής εφημερίδας και τρώγοντας το πρωινό μαζί με τα παιδιά της, παρατήρησε στη λεζάντα της φωτογραφίας του τόπου, όπου συνέβη το έγκλημα, το εξής σχόλιο από τον αρθρογράφο: «Στο γραμματοκιβώτιο του θύματος βρέθηκε και ένα σημείωμα. Η αστυνομία ερευνά αν ήταν από τον ίδιο το δράστη, του οποίου τα ίχνη αναζητά και το οποίο έλεγε στην ελληνική γλώσσα: Τελικά, δεν το έκανα εγώ.» Ένα χαμόγελο κατέκτησε το πρόσωπό της, καθώς σηκωνόταν από το τραπέζι και απευθυνόταν στο παιδί της: «Peter, komm doch! Wir müssen uns beeilen! Der Unterricht beginnt in fünfzehn Minuten!» (Πέτρο, έλα! Πρέπει να βιαστούμε! Το μάθημα αρχίζει σε ένα τέταρτο!) και φορώντας το μπουφάν στο παιδί, άνοιξε την πόρτα της Griechengasse (Γκρίχενγκάσε) με το χιόνι να εισβάλλει αδιάκριτα στην κατοικία τους. Η γλυκιά σιωπή του τούς αγκάλιασε μέχρι να μπουν στο αυτοκίνητο και άλλη μια μέρα να ξεκινήσει.




[1] Τοπικό γλυκό με παντεσπάνι και στρώσεις σοκολάτας και μαρμελάδας βερίκοκου.
[2] Οδός των Ελλήνων (μτφ.)

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Ένας άρρωστος έμπορος


-      «Όταν ερωτεύεσαι, τι νιώθεις;»
-     «Μα, εσείς θα ρωτάτε, αγαπητέ ή εγώ;»
-     «Αναρωτιέμαι, είναι η αλήθεια... Τι να σας πω... Η μοναδική σωστή απάντηση για μένα είναι ότι δεν γνωρίζω, διότι δεν υπάρχει προκαθορισμένη λύση στο πρόβλημα των συναισθημάτων. Αν μου ζητούσατε να αποκριθώ στο ποιος θα κερδίσει στην αναμέτρηση Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός, ασφαλώς θα σας διαβεβαίωνα για τον πρώτο, αλλά...»
-     «Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω, αλλά δεν είναι του παρόντος...»
-     «Το καλό που σας θέλω, αν επιθυμείτε στο τέλος να πληρωθείτε...»
-     «Για συνεχίστε,» αποκρίνεται ελαφρώς ενοχλημένος ο ψυχολόγος, έχοντας όμως εκείνη την αναγκαία δόση χιούμορ, που του επιτρέπει να αντιπαρέλθει το σχόλιο του πελάτη του.
-     «Το κύριο πρόβλημά μου, ξέρετε, είναι ο διαχωρισμός μεταξύ φιλίας και έρωτα.»
-     «Μεταξύ ανθρώπων διαφορετικού φύλου, εννοείτε.»
-     Προς το παρόν, ναι. Tι να σας πω...», απαντά απορημένος ο Ιάκωβος, ενώ κοιτάζει τον ψυχολόγο του από πάνω ως κάτω εξονυχιστικά με ένα ελαφρώς καχύποπτο βλέμμα...
-     «Λοιπόν;»
Επικρατούν κάποια δευτερόλεπτα σιωπής και ο Ιάκωβος απαντά. Ενώ μιλά, κλιμακωτά τραυλίζει, χάνει τα λόγια του και τρέμει σε επιτρεπτό βαθμό, που μόνο η αμηχανία του ρομαντισμού και της φαντασίας προσφέρουν:
-     «Τη σκέφτομαι, όπου κι αν πάω. Τη νιώθω σε ό,τι κι αν κάνω. Τη βλέπω συνέχεια...»
-     «Οπουδήποτε;»
-     «Ε, κοιτάξτε να δείτε, όταν ξυρίζομαι δεν θα την πετσοκόψω κιόλας...»
-     «Α, μάλιστα...», κάνει ο ψυχολόγος ενώ σημειώνει μανιωδώς στο τεφτέρι του καθ΄ όλη τη διάρκεια της συζήτησης. «Συνεχίστε, παρακαλώ.»
-     «Ναι. Τι έλεγα; Α, ναι... Πηγαίνω εκδρομή και νομίζω ότι είναι συνοδηγός.»
-     «Και; Δεν είναι;»
-     «Μα τι λέτε, γιατρέ μου;»
-     «Δεν είμαι γιατρός!»
-     «Ό,τι είστε! Είναι δυνατόν να την είχα δίπλα μου και να βρισκόμουν τώρα εδώ;» Ηρεμεί για λίγο και συνεχίζει: «Οδηγώ και φαντάζομαι τη στιγμή που θα μου κάνει παρέα, θα μου ψιθυρίζει τρυφερά στ’ αυτί, θα αλλάζουμε μαζί ταχύτητες...»
-     «Κι αν δεν ξέρει να οδηγεί;»
-     «Μα μη μου το χαλάτε... Για καλό σας επισκέφθηκα;»
-     «Συγγνώμη, παρασύρθηκα.»
-     «Της στέλνω μήνυμα και εύχομαι να μην πλαγιάζει με κάποιον άλλο.»
-     «Με κάποια άλλη ίσως;», συνέχισε σε πονηρό τόνο ο συνομιλητής.
-     «Να σας πω... Εεε...» Συνέρχεται σχεδόν αμέσως. «Μα τι πράγματα...»
-     «Αστειεύομαι...», τον διακόπτει αμέσως παίρνοντας πλέον σοβαρό ύφος. «Δεν πρόκειται να παρέμβω ξανά.»
-     «Περιμένω τις απαντήσεις της και μου φαίνεται ότι περνά ο καιρός λες και είναι αιώνας. Την κοιτάζω και εύχομαι να ακούει της μύχιες εξομολογήσεις μου, τις κρυφες επιθυμίες μου, τις σοκαριστικές απειλές των αισθημάτων μου.»
-     «Το φιλικό στοιχείο στην όλη υπόθεση πού το βλέπετε; Διότι εγώ διακρίνω καθαρό και αγνό έρωτα.»
-     «Από μέρους της. Είτε δεν έχει καταλάβει, είτε δεν θέλει να παραδεχτεί, είτε απλώς δεν θέλει.»
-     «Μάλιστα...» Αναστενάζει ο ψυχολόγος. «Η αλήθεια είναι ότι η φιλία δύσκολα μετατρέπεται σε έρωτα, αλλά δεν είναι αδύνατον. Ένας άνθρωπος δεν αρκεί να είναι όμορφος...»
-     «Εξωτερικά, αλλά και συναισθηματικά και πνευματικά... Ξέρω, ξέρω... Τα γνωστά λόγια της παρηγοριάς για όσους έχουν υψηλή απόδοση στο στοίχημα του έρωτα.»
-     «Αν μιλάτε πάντως έτσι, πιστεύω ότι θα τη γοητεύσετε.»
-     «Εγώ πιστεύω ότι θα την απογοητεύσω...»
-     «Μην βλέπετε το ποτήρι μισοάδειο.»
-     «Μα, το ήπια όλο το νερό!», γυρίζει και κάνει ο Ιάκωβος αθώα δείχνοντας το κύπελλο που στέκεται δίπλα του στο τραπέζι.
-     «Δε μιλώ για το συγκεκριμένο ποτήρι ασφαλώς...»
-     «Το θέμα είναι ότι...»
-     «Το θέμα είναι ότι είστε ερωτευμένος. Η διάγνωσή μου είναι αυτή.»
-     «Και πώς θεραπεύεται;»
-     «Δεν θεραπεύεται. Είναι από τις πληγές που ούτε καν ο ίδιος ο χρόνος δεν μπορεί να επουλώσει. Εγώ μια συμβουλή θα σας δώσω: Ερωτευθείτε ξανά. Όσες φορές μπορείτε, δώστε του να καταλάβει. Ποντάρετε!»
-     «Μα δεν παίζω Κίνο, γιατρέ μου...»
-     «Δεν είμαι γιατρός!» Εξανίσταται ο ψυχολόγος, ρίχνοντας κάτω το τεφτέρι του από τη σύγχυση. «Συγχωρέστε με, αφαιρέθηκα.» Ισοσκελίζει το σκελετό των φακών του και συμπληρώνει κάπως πιο χαμηλόφωνα και με συνωμοτικό τόνο: «Κακώς δεν παίζετε Κίνο. 150 Ευρώ κέρδισα προχθές...» και η φωνή του επανέρχεται στο κανονικό της: «Σε αυτό τον κόσμο δεν ταιριάζουμε μόνο με έναν ή δύο ανθρώπους. Φυσικά περισσότερο ή λιγότερο με κάποιους θα ταυτιζόμαστε ως ένα βαθμό νοητικά ή συναισθηματικά, αλλά ο άνθρωπος εξελίσσεται συνεχώς και έχει γύρω του δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες ετερώνυμα φορτία από τα οποία έλκεται. Αν δούμε τα πράγματα ρομαντικά, ναι, θα περιμένετε μια ζωή τη γλυκιά πριγκίπισσα, αλλά δεν είναι έτσι. Δώστε ευκαιρίες σε υποκείμενα κατάκτησης και όχι σε αντικείμενα πόθου. Οι γυναίκες, άλλωστε, δεν σταματούν να μας εμπνέουν ποτέ...»
Ο Ιάκωβος κάθεται αμίλητος για λίγο και μετά αναρωτιέται φωναχτά:
-     «Να σας ρωτήσω και κάτι τελευταίο;»
-     «100 Ευρώ.»
-     «Ορίστε;»
-     «Λέω, 100 ευρώ η επίσκεψη. Αυτό δεν θέλατε να με ρωτήσετε;»
-     «Η αλήθεια είναι πως όχι. Λίγο απότομα μου το εκστομίσατε ...»
-     «Ζητώ ειλικρινά συγγνώμη, αλλά η συνεδρία έφτασε στο τέλος της. Θέλετε και απόδειξη; Γιατί θα ανέβουμε κατιτίς παραπάνω...»
-     «Όχι! Έχω και υψοφοβία...» Του δίνει τα χρήματα. «Ορίστε.» Ο ψυχολόγος τα λαμβάνει με ανεπιτήδευτη χαρά. «Αυτό που ήθελα να σας ρωτήσω είναι αν με αντιμετωπίζετε ως πελάτη ή ως ασθενή.»
-     «Τυπικά ως πελάτη. Όμως στη συναισθηματική μου νοημοσύνη σας έχω καταγράψει ως ασθενή. Δεν βρίσκω, εντούτοις, το λόγο για τον οποίο πρέπει να προβληματίζεστε.»
-     «Ήθελα, απλώς, να διακριβώσω αν με τον έρωτα εμπορεύεσαι ψυχές ή αρρωσταίνεις από πάθος.»
-     «Και σε ποιο συμπέρασμα καταλήξατε για τον έρωτα;», ρωτά χαμογελαστά ο ψυχολόγος
.-     «Ότι είναι ένας άρρωστος έμπορος.»






Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Το κέρμα



Και έτσι, κρατώντας του το χέρι, τον αποχαιρέτησε με μια ζεστασιά χωρίς ανταπόκριση. Η κρύα του παλάμη έκανε βουτιά στο άπειρο της αιωνιότητας και στο κενό της ζωής. Όπως στην απότομη βουτιά ενός γλάρου στα άγνωστα θαλασσινά νερά υπάρχει το ρίσκο να μη βρεθεί βορά να ικανοποιήσει την πτώση του, έτσι και η ψυχή του, εγκατέλειπε το σώμα που την φιλοξενούσε με προορισμό ένα νέο λημέρι, κάπου στον άγνωστο κάτω κόσμο της αβεβαιότητας. Σε έναν κόσμο, που τόσοι γνώρισαν και είδαν και όμως, κανείς δεν γύρισε από κει.
Δεν υπήρχε πλέον. Δεν θα υπήρχε πια. Ή μήπως όχι;

            - «Κορώνα ή γράμματα, μπαμπά; Αν δεν το μαντέψεις, θα παίξουμε ό,τι θέλω εγώ»
            - «Αν σου απαντήσω, θα με αφήσεις να δω τις ειδήσεις;»
            - «Σύμφωνοι.»
            - «Κορώνα, τότε.»
            Η Ελένη έριξε με αγωνία το κέρμα στον αέρα. Αυτό έπεσε στο έδαφος ύστερα από ελάχιστα δευτερόλεπτα, στροβιλιζόμενο σαν μεθυσμένος δερβίσης. Κάποια στιγμή αποφάσισε να σταματήσει και έδειξε το αποτέλεσμα:
            - «Κορώνα», είπε απογοητευμένη η δεκάχρονη Ελένη, κοιτάζοντας ξανά το κέρμα για ακόμη μία φορά αρνούμενη να δεχτεί την ήττα της. Ο πατέρας της, σφίγγοντας τα χείλη του και προσπαθώντας να συγκρατηθεί για να μη γελάσει, την ενθάρρυνε σοβαρά:
            - «Δεν πειράζει. Αύριο θα διαλέξεις εσύ. Η ζωή δεν μας κάνει πάντα τις χάρες, διαφορετικά δεν θα είχε νόημα.»
            - «Ναι, αλλά εγώ ήθελα να κερδίσω», απάντησε με παράπονο η κόρη του.
            - «Γιατί εγώ δεν ήθελα να κερδίσω; Το ότι έχεις το προνόμιο να είσαι παιδί και να πραγματοποιούνται όλα σου τα χατίρια από τους γονείς σου, δεν σημαίνει ότι πρέπει και η τύχη να ρίξει μαύρη πέτρα απέναντί μας...» Πάντοτε μιλούσε ειλικρινά, ακόμη κι αν απέναντί του βρίσκονταν τα ίδια του τα παιδιά. «Εγώ, λοιπόν, λέω να παίξουμε... να παίξουμε...» Δε μίλησε για λίγο, προσποιούμενος ότι σκεπτόταν... «Γκρινιάρη!»
            - «Κι εγώ αυτό ήθελα!» Πετάχτηκε πανευτυχής η κόρη του.
            - «Κοίτα να δεις σύμπτωση! Έλα, τότε... Πήγαινε να φέρεις το κουτί και σε λίγα λεπτά έρχομαι να σε...νικήσω!»
            - «Τρέχω!»
Η Ελένη κίνησε να φέρει μεμιάς το επιτραπέζιο παιχνίδι, ενώ η σύζυγος του Άρη, η Αμαλία, του αποκρίθηκε περιπαιχτικά:
- «Τυχαία, διάλεξες γκρινιάρη; Ομολόγησε!»
- «Η αλήθεια είναι πως βοήθησε η αξιολάτρευτη πεθερά μου, όταν μου είπε για πολλοστή φορά μέσα στην ίδια μέρα ότι έχω παχύνει...»
Το κέρμα έμεινε παρατημένο στο κρύο πάτωμα του καθιστικού για μέρες δείχνοντας την κορώνα του. Ξεχασμένο στον σκοπό που τέλεσε, έγινε φίλος με τη σκόνη και κάτοικος ενός αυθαίρετου χαλιού που είχε προσγειωθεί στην πραμάτεια της οικογένειας κάποιες μέρες πριν. Όσο επίμονη κι αν ήταν η άρνηση του Άρη, τόσο μεγαλύτερο γινόταν το πείσμα της πεθεράς του.
-     «Όταν όμως μου ζητάς το ξύλινο το γουδί, για να σου μαγειρέψει η κόρη μου σκορδαλιά, ξέρεις να μου το παίζεις αθώα περιστερά...»
-     «Και πού να την χτυπήσει τη σκορδαλιά; Στη χούφτα;», τής ανταπάντησε ωρυόμενος σχεδόν εκείνος. Η πεθερά κοίταξε υποτιμητικά το χέρι του Άρη:
-     «Που μαύρη η ώρα κι η στιγμή που βρέθηκαν οι βέρες πέντε λεπτά πριν φύγεις για την εκκλησία...»
-     «Στο σκυλόσπιτο του Ρεξ... Πάλι καλά να λέω που πήγαν να ταίσουν το σκύλο και τις βρήκαν... Αθεόφοβη!
Και έτσι ειρηνικά κυλούσαν οι μέρες, οι ώρες και τα λεπτά σε ένα από τα πολλά σπίτια, στη Μακρινίτσα Πηλίου, ώσπου το κέρμα μαζεύτηκε μια μέρα από την περίεργη πλην τίμια αλλοδαπή οικιακή βοηθό, η οποία το παρέδωσε στην Αμαλία χωρίς κανένα δισταγμό απόκρυψής του και χωρίς καμία κωλυσιεργία. Εκείνη την ευχαρίστησε θερμά και, αφού της επέτρεψε να φύγει εκείνη τη μέρα από το σπίτι δύο ώρες νωρίτερα – κάτι σαν ημιαργία – το τοποθέτησε μαζί με τα υπόλοιπα νομίσματα στην ταμειακή μηχανή του τουριστικού μαγαζιού που διατηρούσαν στο κέντρο του χωριού, υπό την σκέπη του θεόρατου και ιστορικού πλατάνου, ο οποίος, άγρυπνος, άπλωνε προστατευτικά τα φύλλα του σαν ιστός αράχνης πάνω στην πλακόστρωτη πλατεία. Και το κέρμα ανακατεύτηκε μαζί με τους άλλους συγγενείς του, χάνοντας την αξία του και υποκύπτοντας στη δύναμη του συνόλου. Όπως ακριβώς γίνεται και με τους ανθρώπους σε μια μεγαλούπολη, που τους καταπνίγει το κύμα της αστυφιλίας και το απρόσωπο του χαρακτήρα της.
Έτυχε να μην χρησιμοποιηθεί για καιρό, ώσπου στο τέλος του μήνα οι ιδιοκτήτες το έβαλαν μαζί με τα υπόλοιπα σε μια σακούλα τροφίμων, γράφοντας απ’ έξω: «Φιλοδωρήματα για τα Κάλαντα».
Ήρθαν κι έφυγαν παιδιά, άλλα πιο μεγάλα, άλλα πιο μικρά, μα το πείσμα της τύχης δεν ήθελε το κέρμα να ξεγλιστρήσει απ’ τη γλυκιά ζεστασιά της θέσης του, μέχρι που την παραμονή του νέου έτους έμεινε μόνο του. Κάποια στιγμή το κουδούνι δίπλα στην επιβλητική ξύλινη κυρία είσοδο του σπιτιού χτύπησε και στο κατώφλι βρισκόταν ένα παιδί αλλιώτικο από τ’ άλλα. Μικροκαμωμένο, μελαχρινό, με πράσινα μάτια και με το χριστουγεννιάτικο μουσικό τρίγωνο να το συνοδεύει, αντίκρισε το όλο περίεργο βλέμμα της σπιτονοικοκυράς.
-     «Ποιος είσαι και τ’ λόγου σου;»
-     «Γιώργης λέγομαι, κυρά.»
-     «Από ποια μέρη είσαι συ;»
-     «Από την πόλη κάτω.»
-     «Κι ο Βόλος δε σε φτάν’; Τι ανέβηκες ίσα πάνω;»
-     «Άλλη η χάρη του βουνού.»
-     «Αααχ... Και τώρα τι θες;»
-     «Να τα πω;»
-     «Άντε, πες τα κι εσύ να δούμε τι θα καταλάβεις...», είπε με ένα κρυφό, μικρό μειδίαμα σχηματισμένο στο αφράτο πρόσωπό της η κυρία.
Ο μικρός άρχισε να τραγουδά ντροπαλά το γιορταστικό άσμα της Πρωτοχρονιάς με το «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά» να βγαίνει ξεψυχισμένα από το στόμα του στην αρχή. Με το που τελείωσε, ακούστηκε από μέσα η γυναικεία φωνή:
-     «Μηνά! Δώσε σ’ αυτό το καχεκτικό το κέρμα που ’χει μείνει πάνω στο τζάκι.»
Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, κατέφθασε ο γιος της νοικοκυράς και έδωσε το κέρμα στο παιδί. Εκείνο το άρπαξε, το έχωσε γρήγορα στην τσέπη του και λέγοντας ένα ελαφρύ «ευχαριστώ» έκανε μεταβολή, για να φύγει. Τότε ο δεκάχρονος, περίπου στην ίδια ηλικία με το παιδί, Μηνάς, του απηύθυνε αθώα το λόγο:
-     «Θέλεις να κάτσεις να παίξουμε;»
-     «Δεν μπορώ, πρέπει να προλάβω ανοιχτό τον φούρνο.»
-     «Θα σου δώσουμε εμείς ψωμί.»
-     «Δεν είναι το ψωμί. Πρέπει να ξοφλήσω τα χρέη του πατέρα μου.»
-     «Καλά, τότε», αποκρίθηκε ο Μηνάς φανερά απογοητευμένος και του έκλεισε σχεδόν κατάμουτρα την πόρτα.
Το παιδί, σφίγγοντας το κέρμα σαν τρόπαιο, το έβαλε σε ένα πάνινο πουγκί που είχε κρεμασμένο στο παντελόνι του. Απομακρύνθηκε από το ωραίο σπίτι με τις βουκαμβίλιες, καθώς γινόταν ένα με τον αέρα και το φως του γενναιόδωρου ήλιου. Άλλη μια καλή πράξη είχε μπει στα θεία κατάστιχα και το κέρμα έπεφτε από πολύ ψηλά στον αέρα, ανήμπορο να αντιδράσει, ακέφαλο, χωρίς πόδια και χέρια, με μία σιωπηρή βούληση, που ως πράγμα ήταν καταραμένο να μην εκφράσει ποτέ. Πέρασε τα πρώτα σύννεφα και η μεταλλική του επιφάνεια άρχισε να ζεσταίνεται επικίνδυνα από την ταχύτατη πτώση, μέχρι που έπεσε στα κρύα νερά του Παγασητικού κόλπου και λούστηκε τη δροσερή τους αύρα. Ευγνωμονούσε το Θεό, που ως πράγμα δεν μπορούσε να πνιγεί. Το έμελλε μονάχα μη γίνει βορά στα αδηφάγα στόματα των ψαριών και περνούσε μέρος της υπόλοιπης ζωής του στο στομάχι κάποιας βουλιμικής συναγρίδας. Ευτυχώς οι ευχές του έπιασαν τόπο και γρήγορα έγινε ένα με τα δίχτυα ενός Σκοπελίτη ψαρά, που είχε ξανοιχτεί, για να «πιάσει την καλή» για τον άμεσα επικείμενο γάμο της κόρης του. Εκείνος, δεν άργησε να εντοπίσει το μεταλλικό αντικείμενο, το οποίο πρόδωσε η αντανάκλαση μιας ακτίνας του ηλίου και να το θεωρήσει ως θείο δώρο και ένδειξη καλής τύχης για το γαμήλιο τραπέζι της μονάκριβής του, που θα λάμβανε χώρα τη μεθεπόμενη μέρα.

Η νύφη, καθ΄ οδόν, έλαμπε και ο γαμπρός έτρεμε. Η καμπάνα χτυπούσε κι ο κουμπάρος αδημονούσε. Το κόκκινο χαλί ήταν στρωμένο και το πλήθος μαζεμένο. Οι φίλοι όλοι γελαστοί, αφού περίμεναν γιορτή. Κι εκεί που όλα κυλούσαν ρολόι και η νύφη πατούσε με τη γόβα της την πλακόστρωτη αυλή της Παναγιάς της Φανερωμένης, βγαίνοντας από το απαστράπτον αυτοκίνητο που την είχε μεταφέρει ως εκεί, όλα τα βλέμματα γύρισαν προς έναν έντρομο ιερέα στην κεντρική είσοδο της εκκλησίας να λέει: «Δεν έχουμε ρύζι
Ο πεθερός της νύφης τότε πετάχτηκε σχεδόν έξαλλος: «Τι εννοείτε, παπά μου;»
-     «Μας τέλειωσε, τέκνον μου. Και κανείς από σας δεν φρόντισε να φέρει.»
-     «Δεν γνωρίζατε ότι θα έχετε γάμο; Ωχ Θεούλη μου, τι κακοτυχία ήταν αυτή;»
-     «Σώπα Χαράλαμπε... Μην τα πιστεύεις αυτά», γύρισε και του έκανε καθησυχαστικά η σύζυγός του.
-     «Μα να ξεμείνουν από ρύζι; Να πω ότι τους τέλειωσαν τα αντίδωρα ή έστω το κρασί, το δέχομαι. Τόσος κόσμος κοινωνάει, είχανε υπερκατανάλωση... Αλλά το ρύζι;»
Τότε ο παπάς αντέδρασε ενιστάμενος: «Ξέρετε, ο κόσμος, εκτός του ότι μεταλαμβάνει των θείων και αχράντων μυστηρίων, παντρεύεται κιόλας
Ο πεθερός ήταν ακόμη εξαγριωμένος: «Παντρεύεται παπά μου, δεν κάνει γεμιστά...»
-     «Εμένα θα μου εξηγήσετε τι συμβαίνει; Φώναξε με φανερή απορία η νύφη, της οποίας τη δόξα είχε κλέψει το ατυχές γεγονός...»
Την ίδια ώρα βγήκε με φόρα από την πόρτα της εκκλησίας η νεωκόρος, η Μαργαρίτα, μια ηλικιωμένη κυρία γύρω στα εβδομήντα: «Έχω στο αμάξι κριθαράκι, πρώτης ποιότητας. Το αγόρασα στη λαϊκή σήμερα το πρωί. Να πάω να το φέρω;» Ο γαμπρός πέταξε την ανθοδέσμη απηυδισμένος κατάχαμα, κάθισε στις μαρμάρινες σκάλες της εκκλησίας και είπε με φανερά ζωγραφισμένη απόγνωση στο πρόσωπό του: «Ας με ξυπνήσει κάποιος, Παναγία μου...», ενώ η πεθερά του πρότεινε με σκέρτσο: «Αν τηλεφωνούσαμε στο κέιτερινγκ και τους λέγαμε να μην μαγειρέψουν όλο το γαμοπίλαφο, ίσως να προλαβαίναμε κάποια ικανή ποσότητα ρυζιού». Τη λύση έδωσε ο πατέρας της νύφης, ο οποίος έβγαλε από την τσέπη του το κέρμα και φώναξε καθαρά: «Κορώνα ρύζι, γράμματα κριθαράκι!». Πέταξε το κέρμα με δύναμη ψηλά, το οποίο έπεσε ζαλισμένο στο έδαφος δίνοντας το πολυπόθητο τέλος στο δίλημμα:
-     «Γράμματα. Μαργαρίτα, το κριθαράκι!»
-     «Τρέχω!»
-     «Έχεις μπόλικο;»
-     «Αμέ! Είχε προσφορά!»
Μέσα στη γενική αναστάτωση κανείς δεν παρατήρησε ότι το παραπεταμένο κέρμα κείτονταν ανήμπορο στο έδαφος, παρά μόνο ο μικρός Νικόλας, ένα από τα δύο παρανυφάκια. Την επόμενη κιόλας μέρα, το έδωσε στον παγωτατζή της κεντρικής πλατείας, για να του προσφέρει εκείνος με τη σειρά του ως αντάλλαγμα μια δροσιστική μπάλα παγωτό βανίλια.
Από τότε πολλά άδεια χέρια το διεκδικούσαν, που ζητούσαν απεγνωσμένα τα ρέστα τους, σε μια χώρα που το κάθε λεπτό πλέον μετρούσε. Το κέρμα, όμως, τεμπέλικο καθώς ήταν, δεν είχε καμία διάθεση για νέες περιπέτειες. Όμως το ρώτησε κανείς; Ήταν καταδικασμένο να υπάρχει για πάντα, κινούμενο από τσέπη σε τσέπη, αλλάζοντας σωρηδόν ιδιοκτήτες, κατοικίες παροδικές, ταμεία αφιλόξενα και χέρια βρώμικα, με όποια σημασία κι αν επιλεγόταν να δοθεί στα τελευταία. Ήταν καταδικασμένο να ζούσε για πάντα χωρίς να μάθαινε ποτέ γιατί κοκκινίζουν τα μάγουλα των αγοριών, όταν κρατάνε το χέρι μιας κοπέλας.
Κάποιος διέκοψε τις αδιάκριτες έως και απαράδεκτες -για πράγμα- σκέψεις του. Βήματα ακούγονταν στο ξύλινο πάτωμα του σπιτιού του παγωτατζή. Καθόλου οικεία. Βήματα βεβιασμένα, ανησυχητικά αγωνιώδη, άτσαλα και ακαθόριστα. Το συρτάρι άνοιξε και το άγνωστο, άγαρμπο χέρι άπλωσε και άρπαξε το πλαστικό σακουλάκι με τα κέρματα, που είχε πάνω του ζωγραφισμένη με μεταλλικό μαρκαδόρο την ένδειξη: 100 Ευρώ.
-     «Έλα, πάμε. Φτάνουν αυτά», μίλησε ψιθυριστά ο ένας από τους δύο διαρρήκτες στο συνεργό του.
-     «Κάτσε μήπως βρούμε κι άλλα
-     «Δεν χρειάζεται, πάμε, σε παρακαλώ...» Η φωνή του έτρεμε και ήταν έτοιμος να καταρρεύσει από τον φόβο του. Και οι δύο νεαροί, γύρω στα εικοσιπέντε χρόνια.
-     «Φτάνουν αυτά για την ένεση όμως;»
-     «Ναι, ναι. Πάμε να φύγουμε...»
Φαίνεται ότι έπιασαν τόπο οι εκκλήσεις του τελευταίου. Βγήκαν απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο της κουζίνας, το οποίο είχαν πρωτύτερα παραβιάσει και άρχισαν να τρέχουν ξέφρενα στα στενοσόκακα του νησιού. Παράλληλα, πίσω από την πόρτα του υπνοδωματίου του σπιτιού, που βρίσκονταν σχεδόν δίπλα στην κουζίνα, η ηλικιωμένη σύζυγος γύρισε και είπε στον άντρα της, γεμάτη αγωνία:
-     «Έφυγαν;»
-     «Πρέπει. Δεν ακούω κάτι», απάντησε εκείνος κοφτά. Ξεκόλλησε το αυτί του από την πόρτα και κατέβασε προς το έδαφος την κάννη του όπλου του.
-     «Αφού τους ξέρεις ποιοι είναι, γιατί δεν καλείς την αστυνομία;», ακούστηκε τρομαγμένη.
-     «Είναι κάποιες στιγμές που ο εγωισμός της ηθικής σφάλλει. Το σωστό απόψε ήταν αυτό που έκανα.»
-     «Δηλαδή να μας κλέψουν και να ταπεινωθούμε;»
-     «Όχι.»
-     «Αλλά;»
-     «Να σώσουμε, έστω και προσωρινά, έναν άνθρωπο.»
Παράλληλα, οι διαρρήκτες μόλις μπήκαν στην γεμάτη κυκλάμινα αυλή τους. Τα αδέρφια έβγαλαν από τα πρόσωπά τους τις μάσκες και κοντοστάθηκαν στο πεζούλι, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του ολόγιομου φεγγαριού. Πήραν βαθιές ανάσες, για να διώξουν τη βιασύνη που τους κυνηγούσε και το άγχος από την τρεχάλα της ενδεχόμενης καταδίωξης. Κοιτάχτηκαν και σαν να μιλούσαν για ώρες, προχώρησαν αποκαμωμένοι προς το εσωτερικό του πατρικού τους. Το κέρμα, αθέατος μάρτυρας, ακολούθησε τον νέο του αφέντη σε έναν ακόμη προορισμό. Μπήκαν στο δωμάτιο, όπου ο πατέρας τους κοιμόταν ήσυχα και αντίκρισαν δίπλα του τη μητέρα τους. Ο μεγαλύτερος αδερφός, που κρατούσε σφιχτά τη λεία του, τής έδωσε το πουγκί, αποκρινόμενος μεμιάς, πριν καν την αφήσει να τον ρωτήσει οτιδήποτε:
-     «Αυτά είναι τα υπολειπόμενα εκατό ευρώ. Πάρ’ τα, για να ’χεις για την ένεση.»
-     «Μα, πού...»
-     «Δική μας υπόθεση, έκανε κοφτά ο δεύτερος.»
Η μάνα τους δεν ήθελε να επιμείνει. Ίσως είχε καταλάβει, ίσως δεν ήθελε καν να φανταστεί. Πήρε απρόθυμα τη σακουλίτσα με τα κέρματα και την τοποθέτησε δίπλα στο πορτοφόλι της.
-     «Αύριο κιόλας θα πάω να τού την αγοράσω.»
-     «Πόσο θα αντέξει;», ρώτησε ο πρώτος.
-     «Κανείς δεν ξέρει.»
Ο έτερος αδερφός βούρκωσε.
-     «Μην κάνεις έτσι, παιδί μου». Τον αποπήρε εκείνη. «Είναι μεγάλος άνθρωπος. Κοντεύει τα ογδόντα. Έτσι είναι η ζωή».
-     «Δεν είναι έτσι η ζωή!», φώναξε με απόγνωση εκείνος, ενώ ο άλλος αποχώρησε προς το δωμάτιό του. «Δεν είναι καθόλου έτσι η ζωή. Έτσι είναι ο θάνατος.»
-     «Κι αυτός κομμάτι της ζωής είναι όμως. Δεν πρέπει να το αρνούμαστε. Ένα παιχνίδι είναι όλα όσα βλέπουμε. Με δίκαιο διαιτητή την τύχη ή τον Θεό, αν προτιμάς.»
-     «Τότε δεν θέλω να παίξω. Ας με καλούσε κάποιος, να του ’λεγα όχι.»
-     «Μη βλασφημάς! Δεν ήρθες στον κόσμο μόνο για τις χαρές, τους φίλους και τις παρέες, τους έρωτες και τα ταξίδια. Ήρθες, για να νιώσεις, όσο δύσκολο κι αν αυτό σου ακούγεται. Και θα νιώσεις τα πάντα. Όχι επιλεκτικά. Αυτή είναι η ζωή.»
Ακολούθησαν κάποια δευτερόλεπτα σιωπής. Εκείνος ηρέμησε. Έδειχνε εντελώς αποκαρδιωμένος:
-     «Αγωνιζόμαστε και τι καταφέρνουμε; Γεννιόμαστε, μορφωνόμαστε, δουλεύουμε, αγαπάμε, ερωτευόμαστε, παντρευόμαστε, βαφτίζουμε, μεγαλώνουμε και στο τέλος τι;»
-     «Όλα αυτά που είπες δεν αρκούν;»
Σιωπή επικράτησε.
-     «Είδες;», συνέχισε να μιλά νηφάλια η μητέρα. «Αρκούν.»
-     «Κάποιοι όμως δεν ακολουθούν αυτά τα μονοπάτια.»
-     «Υπάρχουν και δύσβατα, σύμφωνοι. Αλλά όλα είναι επιλογές. Και στο κάτω – κάτω», έκανε ξεροβήχοντας, «γιατί νομίζεις ότι η ζωή σταματά εδώ;»
-     «Αλλά;»
-     «Δώσε μου ένα κέρμα.»
Ο γιος της σηκώθηκε και πήγε στο αφημένο πουγκί. Το άνοιξε προσεκτικά και έπιασε το κέρμα. Το ακούμπησε στην ιδρωμένη του από την αγωνία χούφτα και το μετέφερε στη μητέρα του.
-     «Ορίστε», της έκανε σχεδόν ωμά και της το έδωσε.
-     «Κορώνα ή γράμματα;»
-     «Δεν μπορώ να καταλάβω πού θέλεις να καταλήξ...»
-     «Λέγε. Τι απ’ τα δυο;», τον διέκοψε.
-     « Ας είναι. Κορώνα.»
Η μητέρα πέταξε ψηλά το κέρμα και αυτό υπάκουσε στην εντολή της.
-     «Γράμματα, έχασα.»
-     «Και γιατί έχασες παρακαλώ;» Πήρε και αναποδογύρισε το κέρμα. «Η δεύτερη πλευρά του ίδιου νομίσματος. Είναι ακριβώς το ίδιο, βλέπεις; Η μια του μεριά διαφέρει από την άλλη, όμως είναι ένα και το αυτό. Δυο όψεις που υπάρχουν παράλληλα. Πού ξέρεις, ότι πέρα από εδώ, δεν υπάρχει ένας άλλος κόσμος, που θα συναντηθούμε πάλι όλοι μαζί, θα γελάμε όλοι μαζί, θα παίζουμε όλοι μαζί, χωρίς ηλικίες, χωρίς συγγένειες, χωρίς μύχιες καχυποψίες, χωρίς πάθη με δυο λόγια;»
-     «Δεν το ξέρω. Αλλά δεν μπορώ να μένω στις υποθέσεις.»
-     «Το άγνωστο ήταν πάντα το καλύτερο αφροδισιακό των συναισθημάτων και θα συνεχίσει να είναι. Γιατί πολύ απλά συγγενεύει με την φύση μας και την περιέργεια που την περιβάλλει.»
Η λύπη του γιου δεν τον άφησε να συλλάβει το ξεκάθαρο νόημα των λεγομένων της σπουδαγμένης, από τη ζωή κυρίως, μητέρας του, μα το επόμενο βράδυ φάνηκε ότι υποσυνείδητα τα είχε απορροφήσει όλα σαν σφουγγάρι. Ακόμα και όταν το ζεστό χέρι του πατέρα του έπαψε να εκπέμπει ζωή και θερμότητα, αποφάσισε ότι δεν ήταν εκείνη η ώρα, που θα τον αποχωριζόταν... για πάντα, όπως λένε το τελευταίο στα γραφικά γράμματα και τις δραματικές στιγμές. Έβγαλε το κέρμα από την τσέπη του, το τοποθέτησε απαλά στην ανοιχτή παλάμη του πατέρα του και με μια κίνηση που περιείχε μέσα της όλα όσα ένιωθε, την έκλεισε κρατώντας του τη γροθιά γερά.

Το κέρμα υποταγμένο πλέον στον νέο του ιδιοκτήτη, μπορούσε πια να ξεκουραστεί, πριν προσπεράσει κάποια βαμβακερά σύννεφα και ανέβει πάνω από τον καταγάλανο ουρανό. Εκεί θα ξεκινούσε πάλι απ΄την αρχή να κυλά σε αόρατους τόπους και στην άλλη όψη της παράλληλης ζωής.