Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Εκτός συνόρων




«Η πτήση 742 των Ολυμπιακών Αερογραμμών για Βιέννη θα έχει μία μικρή καθυστέρηση. Παρακαλούμε για την υπομονή σας. May I have your attention please?» Η ευγενική γυναικεία φωνή συνέχισε να μεταφράζει την ανακοίνωση, ενώ ο άγνωστος άνδρας εξακολουθούσε να κοιτάζει τον στόχο του διακριτικά, φορώντας τα μαύρα του γυαλιά και κρατώντας μια τυχαία εφημερίδα για αντιπερισπασμό. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, άλλοι ανήσυχοι, άλλοι ενθουσιώδεις, άλλοι προβληματισμένοι. Αν είχαν φωνή οι σκέψεις, δεν θα υπήρχε άλλος καταλληλότερος χώρος διαμαρτυρίας τους από την κρύα αίθουσα αναμονής ενός αερολιμένα.
Είχε παρατηρήσει κάθε κίνησή του. Από τη στιγμή που έφυγε από το σπίτι του, χαιρέτησε τη γυναίκα του και το παιδί του, μέχρι που μπήκε στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε στο αεροδρόμιο με μοναδικό ενδιάμεσο σταθμό το σπίτι της ερωμένης του. Έβγαλε ακριβώς μετά από εκείνον εισιτήριο για την πρώτη θέση, χωρίς να τον ενδιαφέρει το αστρονομικό ποσό που τού ζητήθηκε. Ήταν κράτηση της τελευταίας στιγμής... Τον είχαν προετοιμάσει, άλλωστε, ότι ενδεχομένως να προέβαινε σε κινήσεις που δεν ήταν προσχεδιασμένες, όπως αυτής του ταξιδιού στο εξωτερικό. Τα θετικά στοιχεία στην όλη υπόθεση ήταν, πρώτον, ο οικείος προορισμός και δεύτερον, οι ανοιχτοί λογαριασμοί του κοντινού παρελθόντος που τον περίμεναν στην αυστριακή πρωτεύουσα. Είχε έρθει η στιγμή οι τελευταίοι να κλείσουν και σ’ αυτό βοήθησε και η σύμπτωση της τύχης. Ο στόχος του θα περνούσε τις τελευταίες στιγμές ζωής του στη Βιέννη αν όλα κυλούσαν σύμφωνα με το νέο σχέδιο δράσης κι εκείνος θα απολάμβανε την παραμονή του εκεί όσο το δυνατόν περισσότερο.
Τα λεπτά περνούσαν βασανιστικά για τον κύριο στην απέναντι σειρά καθισμάτων στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος». Είχε ένα περίεργο προαίσθημα, ότι δεν θα προλάβαινε να ολοκληρώσει αυτό που ήθελε, έτσι όπως το ήθελε. Τα χρήματα ήταν πολλά και έπρεπε να προλάβει τις αυστριακές τράπεζες την τελευταία μέρα εκπνοής της προθεσμίας εξαργύρωσης της επιταγής. Έτριβε τα χέρια του, έπιανε αμήχανα το μέτωπό του μήπως είχε πυρετό, σηκωνόταν όρθιος και περπατούσε να ξεχάσει το άγχος του. Αν και θα έφτανε στον προορισμό του γύρω στις έντεκα το πρωί, δεν θα ηρεμούσε αν δεν τέλειωνε μια και καλή με την εκκρεμότητά του.
Η ώρα έφτασε. Η ανακοίνωση βγήκε και η επιβίβαση ξεκίνησε. Ο Πέτρος με ένα μικρό... φιλοδώρημα είχε καταφέρει να κλείσει την ακριβώς διπλανή με εκείνον θέση στο αεροπλάνο. Η απογείωση αποτελούσε πλέον γεγονός και η Αθήνα τους αποχαιρετούσε από μακριά κουνώντας το μαντήλι του εθιστικού νέφους της προς το μέρος τους. Η πτήση κυλούσε ήρεμα μέχρι τις Άλπεις, όπου οι αναταράξεις ήταν έντονες σε σημείο που δυο - τρεις επιβάτες χρειάστηκαν χαπάκι για τη ναυτία. Ο διπλανός στόχος του Πέτρου φάνηκε να φοβάται λιγουλάκι.
-     «Μην ανησυχείτε! Δεν πρόκειται να σας βρει εδώ το κακό...», του έκανε με χαμόγελο ο Πέτρος.
-     «Φαίνεστε πολύ ήρεμος. Λέτε;»
-     «Αυτό πιστεύω... Κάτι μου το υπαγορεύει από μέσα μου», του απάντησε, αποφεύγοντας να κοιτάξει το υποψήφιο θύμα του στα μάτια.
-     «Κοιτάξτε πώς είναι οι Άλπεις από ψηλά...»
-     «Και από εκεί θα ήθελα να τις θαυμάζω, αλλιώς μάς βλέπω σουβλάκι στις βουνοκορφές της...»
-     «Μα έχετε χιούμορ, αγαπητέ... Με κάνατε και ξεχάστηκα. Το όνομά σας;»
Εκείνος κοντοστάθηκε για λίγο κι ύστερα συνέχισε:
-     «Παπαδόπουλος Γιάννης.»
-     «Τι πρωτότυπο...», αστειεύτηκε ζωηρά. «Χαίρω πολύ! Ιάσονας Δεληνικόλας.»
-     «Χάρηκα, κύριε Δεληνικόλα!»
Και η συζήτηση άναψε με φλέγοντα θέματα να κυριαρχούν στην ατζέντα, όπως με την οικονομική κρίση, τη νίκη του Ολυμπιακού στο τουρνουά καλαθοσφαίρισης Ευρώπης, μέχρι και την πτώση μετεωρίτη στη σελήνη! Η αλήθεια είναι πως όταν πετάει κανείς, τα όρια χάνονται, τα περιθώρια εκμηδενίζονται και οι αναστολές υποχωρούν μπροστά στο τίποτα του ανθρώπινου όντος, μπροστά στην απέραντη ταπεινότητα που ενυπάρχει μέσα στο όλον του κόσμου: συμπεράσματα που μόνο όταν βρίσκεται κανείς πέρα, μακριά, στο έλεος των ανέμων, μπορεί να εξάγει.
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε. Έφτασαν όλοι στον χώρο παραλαβής των αποσκευών πλην του Πέτρου, ή αλλιώς... Γιάννη Παπαδόπουλου. Δεν είχε πάρει τίποτα μαζί του, εκτός από μία μικρή χειραποσκευή με τα απολύτως απαραίτητα και τη θήκη με το φορητό του υπολογιστή. Είχε βγει από την πύλη των αφίξεων και περίμενε το στόχο του. Ο τελευταίος δεν άργησε να φανεί. Ξεπρόβαλε με το μπλε του κουστούμι και τη μαύρη καπαρντίνα. Αν και Απρίλιος, οι ανοιξιάτικες βραδιές στην πόλη άγγιζαν πολύ συχνά μονοψήφιο νούμερο θερμοκρασίας. Τον ακολούθησε διακριτικά ως την τράπεζα και τον περίμενε στον απέναντι φούρνο, όπου και τίμησε αρκετά από τα τοπικά γλυκίσματα. Κάτι τέτοιες στιγμές ένιωθε τεράστια ανακούφιση που μιλούσε άπταιστα τη γερμανική γλώσσα. Ο Ιάσονας βγήκε ύστερα από ένα τέταρτο από την τράπεζα με τον χαρτοφύλακά του ανά χείρας και πέρασε απέναντι στη στάση του τραμ. Δύο λεπτά έδειχνε η φωτεινή ένδειξη σε έναν από τους πιο παλιούς σταθμούς που υπήρχαν ακόμη στην πόλη. Ο Πέτρος έτρεξε και μπήκε κι αυτός τελευταία στιγμή λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες.
-     «Κι εσείς εδώ»;, ρώτησε εμβρόντητος ο Ιάσονας.
-     «Μα, αγαπητέ, μένω εδώ κοντά. Εσείς;»
-     «Κοντά στην Εκκλησία του Αγίου Καρόλου.»
-     «Μάλιστα, κατάλαβα. Πλησίον της λατρεμένης μου βιεννέζικης όπερας. Μα τι έργο ο Μαγικός Αυλός... Δε βρίσκετε;»
-     «Υπέροχο, πράγματι.»
-     «Και... πού ακριβώς μένετε, αν μου επιτρέπετε; Ρωτώ, διότι το πατρικό του πατέρα μου βρισκόταν κοντά στο μουσείο Albertina
-     «Μα τότε θα γνωρίζετε. Θα μείνω για δύο ημέρες κοντά στο ξενοδοχείο Zacher με τις θεσπέσιες και αυθεντικές κυρίως Zachertorten[1]
-     «Γνωρίζω... Παρεμπιπτόντως η προφορά σας είναι εξαιρετική.»
-     «Οι ρίζες μου είναι γερμανικής προέλευσης. Η προγιαγιά μου καταγόταν από τη Δρέσδη, ξέρετε...»
Ο Πέτρος, για να απαγκιστρωθεί και έχοντας κερδίσει την πληροφορία που επιζητούσε, πάτησε το κουμπί για την επόμενη στάση.
-     «Εγώ θα σας χαιρετήσω εδώ. Πρέπει να συναντήσω κάποιους φίλους.»
-     «Χάρηκα πολύ, που τα ξανάπαμε, Γιάννη!»
-     «Η χαρά δική μου! Καλή διαμονή!»
Ο Πέτρος κατέβηκε κοντά στην εκκλησία του Αγίου Στεφάνου. Έβγαλε το κινητό του από την τσέπη και αντί να φωτογραφίσει – όπως έκαναν όλοι οι γύρω τουρίστες -  το τεράστιο επιβλητικό κτήριο γοτθικού ρυθμού, έστειλε το εξής μήνυμα: «Όλα βαίνουν καλώς. Αύριο το βράδυ θα παραλάβω το όπλο και θα γίνει.» Τοποθέτησε πάλι το κινητό στη θέση του και άρχισε να περιηγείται, σαν να επισκεπτόταν για πρώτη φορά την πόλη που λάτρευε.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε τη βόλτα του. Αγόρασε παγωτό από τον πλανόδιο ευγενικό μικροκαμωμένο πωλητή της πλακόστρωτης πλατείας, χάθηκε μέσα στα κοντινά σοκάκια, επισκέφθηκε το σπίτι του Μότσαρτ και μέσα από την δυνατή ένταση της θύμησης, ζούσε τα πάντα σχεδόν από την αρχή. Σαν να μην είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε. Θαύμαζε με το ίδιο πάθος και την ίδια απορία. Εξερευνούσε με θολή μνήμη και κλειστά τα μάτια. Μέχρι που κάποια στιγμή έφτασε στην Schwedenplatz (Σβέντενπλατς). Το σπίτι της βρισκόταν κοντά στην πρώτη γέφυρα. Ήταν σούρουπο και τα πλεούμενα έδιναν το δικό τους «παρών» στην ήρεμη βορειοευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Προχώρησε για λίγο και άρχισε να ανηφορίζει την Griechengasse (Γκρίχενγκάσε)[2]. Θυμόταν ακριβώς τον αριθμό και με ελάχιστες ελπίδες ότι θα την έβρισκε εκεί, πάτησε το κουδούνι της εξωτερικής κεντρικής θύρας του σπιτιού.
Τα φύλλα χόρευαν στον ανεξέλεγκτο ρυθμό του ανέμου, λες και περίμεναν τη στιγμή της συνάντησης με περισσότερη αγωνία απ’ ό,τι εκείνος. Και ξαφνικά η αναπνοή του κόπηκε. Νόμισε ότι η καρδιά του θα εξερρήγνυτο. Το μυαλό του διαμαρτυρόταν απέναντι στη θέα που αντίκριζε. Επανήλθε πάλι προσπαθώντας να μη δείξει προς στιγμή το πόσο πολύ αδημονούσε να την δει. Δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου. Η ειλικρίνειά του, όμως, τούς είχε χωρίσει. Τής είχε εκμυστηρευθεί από την πρώτη στιγμή την αλήθεια για τις επικίνδυνες αποστολές που κατά καιρούς τού αναθέτονταν. «Δεν πρόκειται να με κερδίσεις ποτέ, γιατί εγώ άλλον νόμισα ότι αγάπησα», του είχε πει την τελευταία φορά που μίλησαν από κοντά. Και τώρα αμίλητοι κι οι δυο τους, κοίταζε ο ένας τον άλλο σαν πίνακα ζωγραφικής αφηρημένης, πολύ αφηρημένης τέχνης. Αποφάσισε να σπάσει τον πάγο και του μίλησε πρώτη:
-             «Καλώς όρισες», πρόδωσε αμέσως η τρεμάμενη φωνή της τον κόμπο στο λαιμό.
-             «Καλώς σε βρήκα, Νάντια. Τι κάνεις;»
-             «Έκανες ολόκληρο ταξίδι, για να με ρωτήσεις τι κάνω;», απόρησε ειρωνικά.
-             «Μακάρι να μπορούσα να σου έδειχνα τις προθέσεις μου, αλλά...
-             «Ασ’ το... Προτιμώ καλύτερα να απαντήσω», τον διέκοψε. «Καλά είμαι. Και θα σε παρακαλούσα να μη με μπλέξεις σε κάποια από τις δουλειές σου με την παρουσία σου εδώ... Έχω φτιάξει ένα όνομα στη Βιέννη!»
-             «Μη φοβάσαι. Δεν πρόκειται να...»
-             «Anna, meine liebe, wer ist das? Was will er von dir?» (Άννα, αγάπη μου, ποιος είναι αυτός; Τι θέλει από σένα;) Ένας ψηλός, στην ηλικία της περίπου, Αυστριακός ήλθε δίπλα στη Νάντια αγκαλιάζοντάς την.
-             «Oh, nichts Markus. Ein Freund von mir aus Athen. Ich habe ihn seit etwa fünf Jahren nicht gesehen(Τίποτα Μάρκους. Ένας φίλος μου από την Αθήνα. Έχω να τον δω εδώ και περίπου πέντε χρόνια.)
Ο Πέτρος συστήθηκε:
-             «Freue mich. Peter...Papadopoulos» (Χαίρομαι... Πέτρος Παπαδόπουλος), έκανε, σκεπτόμενος για λίγο τι επίθετο θα χρησιμοποιούσε. Ο Αυστριακός τον κάλεσε στο σπίτι:
-             «Bitte, kommen Sie herein. Das Kind schläft. Möchten Sie uns eine gerne Gesellschaft leisten?» (Παρακαλώ, ελάτε μέσα. Το παιδί κοιμάται. Θα θέλατε να μας κρατήσετε μια ευχάριστη παρέα;)
-             «Παιδί;», ρώτησε άναυδος στα ελληνικά την Νάντια. «Εh… Nein, herzlichen Dank. Ich wollte nur für fünf Minuten mit Nandia sprechen. Darf ich?» (Όχι, ευχαριστώ θερμά. Ήθελα μόνο να μιλήσω με τη Νάντια για πέντε λεπτά. Θα μπορούσα;).
Ο σύζυγός της την κοίταξε, εκείνη τού έγνεψε γλυκά συγκαταβατικά και αποκρίθηκε με χαμόγελο: «Natürlich! Nandia, ich warte auf dich im Wohnzimmer». (Ασφαλώς! Νάντια, θα σε περιμένω στο καθιστικό). H Νάντια του απάντησε θετικά και βγήκε έξω μαζί με τον Πέτρο.
-             «Γιατί ήρθες; Θες να μου καταστρέψεις την οικογένεια;»
-             «Δεν μπορούσα να απορρίψω τη μνήμη μου και μαζί μ’ αυτήν κι εσένα.»
-             «Πέτρο, σε παρακαλώ φύγε.»
-             «Δηλαδή δεν ήθελες να με δεις;»
Ακολούθησε αμήχανη σιωπή.
-             «Πολύ.»
-             «Τότε;»
-             «Είσαι ένας άλλος. Το καταλαβαίνεις; Ανατράφηκα, για να ζω με φυσιολογικούς ανθρώπους, όχι με εγκληματίες. Έχω καταλάβει γιατί είσαι εδώ. Από σπόντα. Έτσι;»
Ο Πέτρος δεν απάντησε. Εκείνη συνέχισε: «Σε παρακαλώ, αν βρίσκεται μέσα σου ίχνος ανθρωπιάς μην κάνεις αυτό που σε έβαλαν να κάνεις.»
-             «Δεν γίνεται. Δεν μπορώ. Είναι η δουλειά μου.»
-             «Τότε δεν έχουμε να πούμε κάτι άλλο.»
Γύρισε να μπει στο σπίτι της:
-             «Θυμάσαι τη φωτογραφία μας έξω από την όπερα;»
Κοντοστάθηκε. Εκείνος συνέχισε:
-             «Θυμάσαι το τρέξιμο μέσα στη βροχή που είχαμε ρίξει έξω από το Αλμπερτίνα; Θυμάσαι τη βόλτα μας στη ρόδα του Prater; Δεν μπορώ να ξεχάσω τα νευρικά γέλια της συνοδού, όταν φοβόσουν να πατήσεις το πόδι σου μέσα στο βαγόνι...»
Πλέον τον κοιτούσε στα μάτια.
-             «Εσύ θυμάσαι τι υπόσχεση έδωσες στους πράσινους κήπους» Και οι δυο πια έκλαιγαν. «Μου είχες πει: Εδώ θα σε φέρνω κάθε μέρα μετά τη δουλειά, στα ανάκτορα του Σένμπρουν, γιατί είσαι και θα είσαι η βασίλισσά μου. Πήγαινε λοιπόν... Βοήθα τη διαφθορά ακόμη περισσότερο να φάει την χώρα μας... Βοήθησε εκείνους που μισούν τα χρώματα, τις φυλές, τα πιστεύω, τις θρησκείες. Εξολόθρευσε τους αντιπάλους τους και κάποια μέρα ίσως καταφέρεις να ανέβεις κι άλλο και να σε δω στο χαζοκούτι μου...»
-             «Ξέρεις ότι η παράταξη έχει μία πολύ σοβαρή ιδεολογία. Έρχεται τρίτο κόμμα στη Βουλή. Τώρα που...»
-             «Δεν θέλω να μου πεις άλλα». Τον διέκοψε. «Κάνε ό,τι είναι να κάνεις και φύγε επιτέλους!», φώναζε  σχεδόν.
Ο Πέτρος τής γύρισε την πλάτη κι έφυγε, νιώθοντας το κεφάλι του σαν ένα παραπανίσιο βάρος που έπρεπε απλώς να σηκώνει. Η Νάντια τον χαιρέτησε με τη φωνή της ψυχής της, λες και δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Ύστερα από λίγα λεπτά βρισκόταν στο καταπράσινο πάρκο της πόλης με το άγαλμα του Μότσαρτ, όταν ξεκίνησε βροχή. Δυνατή βροχή. Δεν τον ένοιαζε. Δεν επιτάχυνε το βήμα του. Έφτασε στο ξενοδοχείο μέσα στο νερό και με συντροφιά μια κοπέλα από τη συνήθη «φιλόξενη, γυναικεία γειτονιά». Μπήκαν στο δωμάτιο. Έδωσε πάνω της τόσο πάθος όσο ποτέ άλλοτε δεν είχε δώσει σε γυναίκα. Μόλις τελείωσαν, ένιωθαν εξουθενωμένοι. Η πανέμορφη κοπέλα πριν πάρει την αμοιβή της, καταδέχτηκε το κέρασμά του από την γευστικότατη κουζίνα του πεντάστερου ξενοδοχείου.
Την επόμενη μέρα ξύπνησε με πονοκέφαλο. Τα δυο μπουκάλια βότκα ήταν σχεδόν άδεια και το σημείωμα από την κοπέλα της προηγούμενης νύχτας βρισκόταν πάνω στο τραπεζάκι της τηλεόρασης: Rufmich an, wenn du willst. Meine Nummer ist... (Κάλεσέ με, εάν το θέλεις. Το τηλέφωνό μου είναι...) Το είδε, το έσκισε αμέσως και πέταξε τα κομματάκια στο πάτωμα. Δεν πέρασε αρκετή ώρα και η εικόνα από τα διαμελισμένα χαρτάκια τού ’φερε στο νου το χιόνι που έπεφτε απτόητο μήνα Απρίλιο στην αυστριακή πρωτεύουσα. Οι κάτοικοι δεν θεώρησαν το γεγονός σπουδαίο και συνέχισαν να βολτάρουν με τα ποδήλατά τους στο τετράγωνο των μουσείων, όπως και οι οικογένειες να βγαίνουν για τα σαββατιάτικα ψώνια τους στη Mariahilferstrasse. Πλήρωσε το ξενοδοχείο και πήρε το πρώτο ταξί που βρήκε μπροστά του. Έφτασαν μπροστά από το σπίτι του υποψήφιου θύματος και το όχημα σταμάτησε. Άνοιξε την πίσω πόρτα, κατέβηκε και τοποθέτησε ένα σημείωμα στο γραμματοκιβώτιο. Μπήκε πάλι στο ταξί και πρόσταξε ευγενικά τον οδηγό: Und jetzt zum Flughafen, bitte. (Και τώρα στο αεροδρόμιο, παρακαλώ).
Τον Πέτρο δεν τον είδε ξανά ποτέ κανείς. Τουλάχιστον με αυτό το όνομα... Την αποστολή του την ολοκλήρωσε κάποιος άλλος και το πτώμα του άτυχου κυρίου Δεληνικόλα εντοπίστηκε έξω από την κατοικία του.
Η Νάντια, διαβάζοντας το εξώφυλλο της καθημερινής εφημερίδας και τρώγοντας το πρωινό μαζί με τα παιδιά της, παρατήρησε στη λεζάντα της φωτογραφίας του τόπου, όπου συνέβη το έγκλημα, το εξής σχόλιο από τον αρθρογράφο: «Στο γραμματοκιβώτιο του θύματος βρέθηκε και ένα σημείωμα. Η αστυνομία ερευνά αν ήταν από τον ίδιο το δράστη, του οποίου τα ίχνη αναζητά και το οποίο έλεγε στην ελληνική γλώσσα: Τελικά, δεν το έκανα εγώ.» Ένα χαμόγελο κατέκτησε το πρόσωπό της, καθώς σηκωνόταν από το τραπέζι και απευθυνόταν στο παιδί της: «Peter, komm doch! Wir müssen uns beeilen! Der Unterricht beginnt in fünfzehn Minuten!» (Πέτρο, έλα! Πρέπει να βιαστούμε! Το μάθημα αρχίζει σε ένα τέταρτο!) και φορώντας το μπουφάν στο παιδί, άνοιξε την πόρτα της Griechengasse (Γκρίχενγκάσε) με το χιόνι να εισβάλλει αδιάκριτα στην κατοικία τους. Η γλυκιά σιωπή του τούς αγκάλιασε μέχρι να μπουν στο αυτοκίνητο και άλλη μια μέρα να ξεκινήσει.




[1] Τοπικό γλυκό με παντεσπάνι και στρώσεις σοκολάτας και μαρμελάδας βερίκοκου.
[2] Οδός των Ελλήνων (μτφ.)