Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Το κέρμα



Και έτσι, κρατώντας του το χέρι, τον αποχαιρέτησε με μια ζεστασιά χωρίς ανταπόκριση. Η κρύα του παλάμη έκανε βουτιά στο άπειρο της αιωνιότητας και στο κενό της ζωής. Όπως στην απότομη βουτιά ενός γλάρου στα άγνωστα θαλασσινά νερά υπάρχει το ρίσκο να μη βρεθεί βορά να ικανοποιήσει την πτώση του, έτσι και η ψυχή του, εγκατέλειπε το σώμα που την φιλοξενούσε με προορισμό ένα νέο λημέρι, κάπου στον άγνωστο κάτω κόσμο της αβεβαιότητας. Σε έναν κόσμο, που τόσοι γνώρισαν και είδαν και όμως, κανείς δεν γύρισε από κει.
Δεν υπήρχε πλέον. Δεν θα υπήρχε πια. Ή μήπως όχι;

            - «Κορώνα ή γράμματα, μπαμπά; Αν δεν το μαντέψεις, θα παίξουμε ό,τι θέλω εγώ»
            - «Αν σου απαντήσω, θα με αφήσεις να δω τις ειδήσεις;»
            - «Σύμφωνοι.»
            - «Κορώνα, τότε.»
            Η Ελένη έριξε με αγωνία το κέρμα στον αέρα. Αυτό έπεσε στο έδαφος ύστερα από ελάχιστα δευτερόλεπτα, στροβιλιζόμενο σαν μεθυσμένος δερβίσης. Κάποια στιγμή αποφάσισε να σταματήσει και έδειξε το αποτέλεσμα:
            - «Κορώνα», είπε απογοητευμένη η δεκάχρονη Ελένη, κοιτάζοντας ξανά το κέρμα για ακόμη μία φορά αρνούμενη να δεχτεί την ήττα της. Ο πατέρας της, σφίγγοντας τα χείλη του και προσπαθώντας να συγκρατηθεί για να μη γελάσει, την ενθάρρυνε σοβαρά:
            - «Δεν πειράζει. Αύριο θα διαλέξεις εσύ. Η ζωή δεν μας κάνει πάντα τις χάρες, διαφορετικά δεν θα είχε νόημα.»
            - «Ναι, αλλά εγώ ήθελα να κερδίσω», απάντησε με παράπονο η κόρη του.
            - «Γιατί εγώ δεν ήθελα να κερδίσω; Το ότι έχεις το προνόμιο να είσαι παιδί και να πραγματοποιούνται όλα σου τα χατίρια από τους γονείς σου, δεν σημαίνει ότι πρέπει και η τύχη να ρίξει μαύρη πέτρα απέναντί μας...» Πάντοτε μιλούσε ειλικρινά, ακόμη κι αν απέναντί του βρίσκονταν τα ίδια του τα παιδιά. «Εγώ, λοιπόν, λέω να παίξουμε... να παίξουμε...» Δε μίλησε για λίγο, προσποιούμενος ότι σκεπτόταν... «Γκρινιάρη!»
            - «Κι εγώ αυτό ήθελα!» Πετάχτηκε πανευτυχής η κόρη του.
            - «Κοίτα να δεις σύμπτωση! Έλα, τότε... Πήγαινε να φέρεις το κουτί και σε λίγα λεπτά έρχομαι να σε...νικήσω!»
            - «Τρέχω!»
Η Ελένη κίνησε να φέρει μεμιάς το επιτραπέζιο παιχνίδι, ενώ η σύζυγος του Άρη, η Αμαλία, του αποκρίθηκε περιπαιχτικά:
- «Τυχαία, διάλεξες γκρινιάρη; Ομολόγησε!»
- «Η αλήθεια είναι πως βοήθησε η αξιολάτρευτη πεθερά μου, όταν μου είπε για πολλοστή φορά μέσα στην ίδια μέρα ότι έχω παχύνει...»
Το κέρμα έμεινε παρατημένο στο κρύο πάτωμα του καθιστικού για μέρες δείχνοντας την κορώνα του. Ξεχασμένο στον σκοπό που τέλεσε, έγινε φίλος με τη σκόνη και κάτοικος ενός αυθαίρετου χαλιού που είχε προσγειωθεί στην πραμάτεια της οικογένειας κάποιες μέρες πριν. Όσο επίμονη κι αν ήταν η άρνηση του Άρη, τόσο μεγαλύτερο γινόταν το πείσμα της πεθεράς του.
-     «Όταν όμως μου ζητάς το ξύλινο το γουδί, για να σου μαγειρέψει η κόρη μου σκορδαλιά, ξέρεις να μου το παίζεις αθώα περιστερά...»
-     «Και πού να την χτυπήσει τη σκορδαλιά; Στη χούφτα;», τής ανταπάντησε ωρυόμενος σχεδόν εκείνος. Η πεθερά κοίταξε υποτιμητικά το χέρι του Άρη:
-     «Που μαύρη η ώρα κι η στιγμή που βρέθηκαν οι βέρες πέντε λεπτά πριν φύγεις για την εκκλησία...»
-     «Στο σκυλόσπιτο του Ρεξ... Πάλι καλά να λέω που πήγαν να ταίσουν το σκύλο και τις βρήκαν... Αθεόφοβη!
Και έτσι ειρηνικά κυλούσαν οι μέρες, οι ώρες και τα λεπτά σε ένα από τα πολλά σπίτια, στη Μακρινίτσα Πηλίου, ώσπου το κέρμα μαζεύτηκε μια μέρα από την περίεργη πλην τίμια αλλοδαπή οικιακή βοηθό, η οποία το παρέδωσε στην Αμαλία χωρίς κανένα δισταγμό απόκρυψής του και χωρίς καμία κωλυσιεργία. Εκείνη την ευχαρίστησε θερμά και, αφού της επέτρεψε να φύγει εκείνη τη μέρα από το σπίτι δύο ώρες νωρίτερα – κάτι σαν ημιαργία – το τοποθέτησε μαζί με τα υπόλοιπα νομίσματα στην ταμειακή μηχανή του τουριστικού μαγαζιού που διατηρούσαν στο κέντρο του χωριού, υπό την σκέπη του θεόρατου και ιστορικού πλατάνου, ο οποίος, άγρυπνος, άπλωνε προστατευτικά τα φύλλα του σαν ιστός αράχνης πάνω στην πλακόστρωτη πλατεία. Και το κέρμα ανακατεύτηκε μαζί με τους άλλους συγγενείς του, χάνοντας την αξία του και υποκύπτοντας στη δύναμη του συνόλου. Όπως ακριβώς γίνεται και με τους ανθρώπους σε μια μεγαλούπολη, που τους καταπνίγει το κύμα της αστυφιλίας και το απρόσωπο του χαρακτήρα της.
Έτυχε να μην χρησιμοποιηθεί για καιρό, ώσπου στο τέλος του μήνα οι ιδιοκτήτες το έβαλαν μαζί με τα υπόλοιπα σε μια σακούλα τροφίμων, γράφοντας απ’ έξω: «Φιλοδωρήματα για τα Κάλαντα».
Ήρθαν κι έφυγαν παιδιά, άλλα πιο μεγάλα, άλλα πιο μικρά, μα το πείσμα της τύχης δεν ήθελε το κέρμα να ξεγλιστρήσει απ’ τη γλυκιά ζεστασιά της θέσης του, μέχρι που την παραμονή του νέου έτους έμεινε μόνο του. Κάποια στιγμή το κουδούνι δίπλα στην επιβλητική ξύλινη κυρία είσοδο του σπιτιού χτύπησε και στο κατώφλι βρισκόταν ένα παιδί αλλιώτικο από τ’ άλλα. Μικροκαμωμένο, μελαχρινό, με πράσινα μάτια και με το χριστουγεννιάτικο μουσικό τρίγωνο να το συνοδεύει, αντίκρισε το όλο περίεργο βλέμμα της σπιτονοικοκυράς.
-     «Ποιος είσαι και τ’ λόγου σου;»
-     «Γιώργης λέγομαι, κυρά.»
-     «Από ποια μέρη είσαι συ;»
-     «Από την πόλη κάτω.»
-     «Κι ο Βόλος δε σε φτάν’; Τι ανέβηκες ίσα πάνω;»
-     «Άλλη η χάρη του βουνού.»
-     «Αααχ... Και τώρα τι θες;»
-     «Να τα πω;»
-     «Άντε, πες τα κι εσύ να δούμε τι θα καταλάβεις...», είπε με ένα κρυφό, μικρό μειδίαμα σχηματισμένο στο αφράτο πρόσωπό της η κυρία.
Ο μικρός άρχισε να τραγουδά ντροπαλά το γιορταστικό άσμα της Πρωτοχρονιάς με το «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά» να βγαίνει ξεψυχισμένα από το στόμα του στην αρχή. Με το που τελείωσε, ακούστηκε από μέσα η γυναικεία φωνή:
-     «Μηνά! Δώσε σ’ αυτό το καχεκτικό το κέρμα που ’χει μείνει πάνω στο τζάκι.»
Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, κατέφθασε ο γιος της νοικοκυράς και έδωσε το κέρμα στο παιδί. Εκείνο το άρπαξε, το έχωσε γρήγορα στην τσέπη του και λέγοντας ένα ελαφρύ «ευχαριστώ» έκανε μεταβολή, για να φύγει. Τότε ο δεκάχρονος, περίπου στην ίδια ηλικία με το παιδί, Μηνάς, του απηύθυνε αθώα το λόγο:
-     «Θέλεις να κάτσεις να παίξουμε;»
-     «Δεν μπορώ, πρέπει να προλάβω ανοιχτό τον φούρνο.»
-     «Θα σου δώσουμε εμείς ψωμί.»
-     «Δεν είναι το ψωμί. Πρέπει να ξοφλήσω τα χρέη του πατέρα μου.»
-     «Καλά, τότε», αποκρίθηκε ο Μηνάς φανερά απογοητευμένος και του έκλεισε σχεδόν κατάμουτρα την πόρτα.
Το παιδί, σφίγγοντας το κέρμα σαν τρόπαιο, το έβαλε σε ένα πάνινο πουγκί που είχε κρεμασμένο στο παντελόνι του. Απομακρύνθηκε από το ωραίο σπίτι με τις βουκαμβίλιες, καθώς γινόταν ένα με τον αέρα και το φως του γενναιόδωρου ήλιου. Άλλη μια καλή πράξη είχε μπει στα θεία κατάστιχα και το κέρμα έπεφτε από πολύ ψηλά στον αέρα, ανήμπορο να αντιδράσει, ακέφαλο, χωρίς πόδια και χέρια, με μία σιωπηρή βούληση, που ως πράγμα ήταν καταραμένο να μην εκφράσει ποτέ. Πέρασε τα πρώτα σύννεφα και η μεταλλική του επιφάνεια άρχισε να ζεσταίνεται επικίνδυνα από την ταχύτατη πτώση, μέχρι που έπεσε στα κρύα νερά του Παγασητικού κόλπου και λούστηκε τη δροσερή τους αύρα. Ευγνωμονούσε το Θεό, που ως πράγμα δεν μπορούσε να πνιγεί. Το έμελλε μονάχα μη γίνει βορά στα αδηφάγα στόματα των ψαριών και περνούσε μέρος της υπόλοιπης ζωής του στο στομάχι κάποιας βουλιμικής συναγρίδας. Ευτυχώς οι ευχές του έπιασαν τόπο και γρήγορα έγινε ένα με τα δίχτυα ενός Σκοπελίτη ψαρά, που είχε ξανοιχτεί, για να «πιάσει την καλή» για τον άμεσα επικείμενο γάμο της κόρης του. Εκείνος, δεν άργησε να εντοπίσει το μεταλλικό αντικείμενο, το οποίο πρόδωσε η αντανάκλαση μιας ακτίνας του ηλίου και να το θεωρήσει ως θείο δώρο και ένδειξη καλής τύχης για το γαμήλιο τραπέζι της μονάκριβής του, που θα λάμβανε χώρα τη μεθεπόμενη μέρα.

Η νύφη, καθ΄ οδόν, έλαμπε και ο γαμπρός έτρεμε. Η καμπάνα χτυπούσε κι ο κουμπάρος αδημονούσε. Το κόκκινο χαλί ήταν στρωμένο και το πλήθος μαζεμένο. Οι φίλοι όλοι γελαστοί, αφού περίμεναν γιορτή. Κι εκεί που όλα κυλούσαν ρολόι και η νύφη πατούσε με τη γόβα της την πλακόστρωτη αυλή της Παναγιάς της Φανερωμένης, βγαίνοντας από το απαστράπτον αυτοκίνητο που την είχε μεταφέρει ως εκεί, όλα τα βλέμματα γύρισαν προς έναν έντρομο ιερέα στην κεντρική είσοδο της εκκλησίας να λέει: «Δεν έχουμε ρύζι
Ο πεθερός της νύφης τότε πετάχτηκε σχεδόν έξαλλος: «Τι εννοείτε, παπά μου;»
-     «Μας τέλειωσε, τέκνον μου. Και κανείς από σας δεν φρόντισε να φέρει.»
-     «Δεν γνωρίζατε ότι θα έχετε γάμο; Ωχ Θεούλη μου, τι κακοτυχία ήταν αυτή;»
-     «Σώπα Χαράλαμπε... Μην τα πιστεύεις αυτά», γύρισε και του έκανε καθησυχαστικά η σύζυγός του.
-     «Μα να ξεμείνουν από ρύζι; Να πω ότι τους τέλειωσαν τα αντίδωρα ή έστω το κρασί, το δέχομαι. Τόσος κόσμος κοινωνάει, είχανε υπερκατανάλωση... Αλλά το ρύζι;»
Τότε ο παπάς αντέδρασε ενιστάμενος: «Ξέρετε, ο κόσμος, εκτός του ότι μεταλαμβάνει των θείων και αχράντων μυστηρίων, παντρεύεται κιόλας
Ο πεθερός ήταν ακόμη εξαγριωμένος: «Παντρεύεται παπά μου, δεν κάνει γεμιστά...»
-     «Εμένα θα μου εξηγήσετε τι συμβαίνει; Φώναξε με φανερή απορία η νύφη, της οποίας τη δόξα είχε κλέψει το ατυχές γεγονός...»
Την ίδια ώρα βγήκε με φόρα από την πόρτα της εκκλησίας η νεωκόρος, η Μαργαρίτα, μια ηλικιωμένη κυρία γύρω στα εβδομήντα: «Έχω στο αμάξι κριθαράκι, πρώτης ποιότητας. Το αγόρασα στη λαϊκή σήμερα το πρωί. Να πάω να το φέρω;» Ο γαμπρός πέταξε την ανθοδέσμη απηυδισμένος κατάχαμα, κάθισε στις μαρμάρινες σκάλες της εκκλησίας και είπε με φανερά ζωγραφισμένη απόγνωση στο πρόσωπό του: «Ας με ξυπνήσει κάποιος, Παναγία μου...», ενώ η πεθερά του πρότεινε με σκέρτσο: «Αν τηλεφωνούσαμε στο κέιτερινγκ και τους λέγαμε να μην μαγειρέψουν όλο το γαμοπίλαφο, ίσως να προλαβαίναμε κάποια ικανή ποσότητα ρυζιού». Τη λύση έδωσε ο πατέρας της νύφης, ο οποίος έβγαλε από την τσέπη του το κέρμα και φώναξε καθαρά: «Κορώνα ρύζι, γράμματα κριθαράκι!». Πέταξε το κέρμα με δύναμη ψηλά, το οποίο έπεσε ζαλισμένο στο έδαφος δίνοντας το πολυπόθητο τέλος στο δίλημμα:
-     «Γράμματα. Μαργαρίτα, το κριθαράκι!»
-     «Τρέχω!»
-     «Έχεις μπόλικο;»
-     «Αμέ! Είχε προσφορά!»
Μέσα στη γενική αναστάτωση κανείς δεν παρατήρησε ότι το παραπεταμένο κέρμα κείτονταν ανήμπορο στο έδαφος, παρά μόνο ο μικρός Νικόλας, ένα από τα δύο παρανυφάκια. Την επόμενη κιόλας μέρα, το έδωσε στον παγωτατζή της κεντρικής πλατείας, για να του προσφέρει εκείνος με τη σειρά του ως αντάλλαγμα μια δροσιστική μπάλα παγωτό βανίλια.
Από τότε πολλά άδεια χέρια το διεκδικούσαν, που ζητούσαν απεγνωσμένα τα ρέστα τους, σε μια χώρα που το κάθε λεπτό πλέον μετρούσε. Το κέρμα, όμως, τεμπέλικο καθώς ήταν, δεν είχε καμία διάθεση για νέες περιπέτειες. Όμως το ρώτησε κανείς; Ήταν καταδικασμένο να υπάρχει για πάντα, κινούμενο από τσέπη σε τσέπη, αλλάζοντας σωρηδόν ιδιοκτήτες, κατοικίες παροδικές, ταμεία αφιλόξενα και χέρια βρώμικα, με όποια σημασία κι αν επιλεγόταν να δοθεί στα τελευταία. Ήταν καταδικασμένο να ζούσε για πάντα χωρίς να μάθαινε ποτέ γιατί κοκκινίζουν τα μάγουλα των αγοριών, όταν κρατάνε το χέρι μιας κοπέλας.
Κάποιος διέκοψε τις αδιάκριτες έως και απαράδεκτες -για πράγμα- σκέψεις του. Βήματα ακούγονταν στο ξύλινο πάτωμα του σπιτιού του παγωτατζή. Καθόλου οικεία. Βήματα βεβιασμένα, ανησυχητικά αγωνιώδη, άτσαλα και ακαθόριστα. Το συρτάρι άνοιξε και το άγνωστο, άγαρμπο χέρι άπλωσε και άρπαξε το πλαστικό σακουλάκι με τα κέρματα, που είχε πάνω του ζωγραφισμένη με μεταλλικό μαρκαδόρο την ένδειξη: 100 Ευρώ.
-     «Έλα, πάμε. Φτάνουν αυτά», μίλησε ψιθυριστά ο ένας από τους δύο διαρρήκτες στο συνεργό του.
-     «Κάτσε μήπως βρούμε κι άλλα
-     «Δεν χρειάζεται, πάμε, σε παρακαλώ...» Η φωνή του έτρεμε και ήταν έτοιμος να καταρρεύσει από τον φόβο του. Και οι δύο νεαροί, γύρω στα εικοσιπέντε χρόνια.
-     «Φτάνουν αυτά για την ένεση όμως;»
-     «Ναι, ναι. Πάμε να φύγουμε...»
Φαίνεται ότι έπιασαν τόπο οι εκκλήσεις του τελευταίου. Βγήκαν απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο της κουζίνας, το οποίο είχαν πρωτύτερα παραβιάσει και άρχισαν να τρέχουν ξέφρενα στα στενοσόκακα του νησιού. Παράλληλα, πίσω από την πόρτα του υπνοδωματίου του σπιτιού, που βρίσκονταν σχεδόν δίπλα στην κουζίνα, η ηλικιωμένη σύζυγος γύρισε και είπε στον άντρα της, γεμάτη αγωνία:
-     «Έφυγαν;»
-     «Πρέπει. Δεν ακούω κάτι», απάντησε εκείνος κοφτά. Ξεκόλλησε το αυτί του από την πόρτα και κατέβασε προς το έδαφος την κάννη του όπλου του.
-     «Αφού τους ξέρεις ποιοι είναι, γιατί δεν καλείς την αστυνομία;», ακούστηκε τρομαγμένη.
-     «Είναι κάποιες στιγμές που ο εγωισμός της ηθικής σφάλλει. Το σωστό απόψε ήταν αυτό που έκανα.»
-     «Δηλαδή να μας κλέψουν και να ταπεινωθούμε;»
-     «Όχι.»
-     «Αλλά;»
-     «Να σώσουμε, έστω και προσωρινά, έναν άνθρωπο.»
Παράλληλα, οι διαρρήκτες μόλις μπήκαν στην γεμάτη κυκλάμινα αυλή τους. Τα αδέρφια έβγαλαν από τα πρόσωπά τους τις μάσκες και κοντοστάθηκαν στο πεζούλι, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του ολόγιομου φεγγαριού. Πήραν βαθιές ανάσες, για να διώξουν τη βιασύνη που τους κυνηγούσε και το άγχος από την τρεχάλα της ενδεχόμενης καταδίωξης. Κοιτάχτηκαν και σαν να μιλούσαν για ώρες, προχώρησαν αποκαμωμένοι προς το εσωτερικό του πατρικού τους. Το κέρμα, αθέατος μάρτυρας, ακολούθησε τον νέο του αφέντη σε έναν ακόμη προορισμό. Μπήκαν στο δωμάτιο, όπου ο πατέρας τους κοιμόταν ήσυχα και αντίκρισαν δίπλα του τη μητέρα τους. Ο μεγαλύτερος αδερφός, που κρατούσε σφιχτά τη λεία του, τής έδωσε το πουγκί, αποκρινόμενος μεμιάς, πριν καν την αφήσει να τον ρωτήσει οτιδήποτε:
-     «Αυτά είναι τα υπολειπόμενα εκατό ευρώ. Πάρ’ τα, για να ’χεις για την ένεση.»
-     «Μα, πού...»
-     «Δική μας υπόθεση, έκανε κοφτά ο δεύτερος.»
Η μάνα τους δεν ήθελε να επιμείνει. Ίσως είχε καταλάβει, ίσως δεν ήθελε καν να φανταστεί. Πήρε απρόθυμα τη σακουλίτσα με τα κέρματα και την τοποθέτησε δίπλα στο πορτοφόλι της.
-     «Αύριο κιόλας θα πάω να τού την αγοράσω.»
-     «Πόσο θα αντέξει;», ρώτησε ο πρώτος.
-     «Κανείς δεν ξέρει.»
Ο έτερος αδερφός βούρκωσε.
-     «Μην κάνεις έτσι, παιδί μου». Τον αποπήρε εκείνη. «Είναι μεγάλος άνθρωπος. Κοντεύει τα ογδόντα. Έτσι είναι η ζωή».
-     «Δεν είναι έτσι η ζωή!», φώναξε με απόγνωση εκείνος, ενώ ο άλλος αποχώρησε προς το δωμάτιό του. «Δεν είναι καθόλου έτσι η ζωή. Έτσι είναι ο θάνατος.»
-     «Κι αυτός κομμάτι της ζωής είναι όμως. Δεν πρέπει να το αρνούμαστε. Ένα παιχνίδι είναι όλα όσα βλέπουμε. Με δίκαιο διαιτητή την τύχη ή τον Θεό, αν προτιμάς.»
-     «Τότε δεν θέλω να παίξω. Ας με καλούσε κάποιος, να του ’λεγα όχι.»
-     «Μη βλασφημάς! Δεν ήρθες στον κόσμο μόνο για τις χαρές, τους φίλους και τις παρέες, τους έρωτες και τα ταξίδια. Ήρθες, για να νιώσεις, όσο δύσκολο κι αν αυτό σου ακούγεται. Και θα νιώσεις τα πάντα. Όχι επιλεκτικά. Αυτή είναι η ζωή.»
Ακολούθησαν κάποια δευτερόλεπτα σιωπής. Εκείνος ηρέμησε. Έδειχνε εντελώς αποκαρδιωμένος:
-     «Αγωνιζόμαστε και τι καταφέρνουμε; Γεννιόμαστε, μορφωνόμαστε, δουλεύουμε, αγαπάμε, ερωτευόμαστε, παντρευόμαστε, βαφτίζουμε, μεγαλώνουμε και στο τέλος τι;»
-     «Όλα αυτά που είπες δεν αρκούν;»
Σιωπή επικράτησε.
-     «Είδες;», συνέχισε να μιλά νηφάλια η μητέρα. «Αρκούν.»
-     «Κάποιοι όμως δεν ακολουθούν αυτά τα μονοπάτια.»
-     «Υπάρχουν και δύσβατα, σύμφωνοι. Αλλά όλα είναι επιλογές. Και στο κάτω – κάτω», έκανε ξεροβήχοντας, «γιατί νομίζεις ότι η ζωή σταματά εδώ;»
-     «Αλλά;»
-     «Δώσε μου ένα κέρμα.»
Ο γιος της σηκώθηκε και πήγε στο αφημένο πουγκί. Το άνοιξε προσεκτικά και έπιασε το κέρμα. Το ακούμπησε στην ιδρωμένη του από την αγωνία χούφτα και το μετέφερε στη μητέρα του.
-     «Ορίστε», της έκανε σχεδόν ωμά και της το έδωσε.
-     «Κορώνα ή γράμματα;»
-     «Δεν μπορώ να καταλάβω πού θέλεις να καταλήξ...»
-     «Λέγε. Τι απ’ τα δυο;», τον διέκοψε.
-     « Ας είναι. Κορώνα.»
Η μητέρα πέταξε ψηλά το κέρμα και αυτό υπάκουσε στην εντολή της.
-     «Γράμματα, έχασα.»
-     «Και γιατί έχασες παρακαλώ;» Πήρε και αναποδογύρισε το κέρμα. «Η δεύτερη πλευρά του ίδιου νομίσματος. Είναι ακριβώς το ίδιο, βλέπεις; Η μια του μεριά διαφέρει από την άλλη, όμως είναι ένα και το αυτό. Δυο όψεις που υπάρχουν παράλληλα. Πού ξέρεις, ότι πέρα από εδώ, δεν υπάρχει ένας άλλος κόσμος, που θα συναντηθούμε πάλι όλοι μαζί, θα γελάμε όλοι μαζί, θα παίζουμε όλοι μαζί, χωρίς ηλικίες, χωρίς συγγένειες, χωρίς μύχιες καχυποψίες, χωρίς πάθη με δυο λόγια;»
-     «Δεν το ξέρω. Αλλά δεν μπορώ να μένω στις υποθέσεις.»
-     «Το άγνωστο ήταν πάντα το καλύτερο αφροδισιακό των συναισθημάτων και θα συνεχίσει να είναι. Γιατί πολύ απλά συγγενεύει με την φύση μας και την περιέργεια που την περιβάλλει.»
Η λύπη του γιου δεν τον άφησε να συλλάβει το ξεκάθαρο νόημα των λεγομένων της σπουδαγμένης, από τη ζωή κυρίως, μητέρας του, μα το επόμενο βράδυ φάνηκε ότι υποσυνείδητα τα είχε απορροφήσει όλα σαν σφουγγάρι. Ακόμα και όταν το ζεστό χέρι του πατέρα του έπαψε να εκπέμπει ζωή και θερμότητα, αποφάσισε ότι δεν ήταν εκείνη η ώρα, που θα τον αποχωριζόταν... για πάντα, όπως λένε το τελευταίο στα γραφικά γράμματα και τις δραματικές στιγμές. Έβγαλε το κέρμα από την τσέπη του, το τοποθέτησε απαλά στην ανοιχτή παλάμη του πατέρα του και με μια κίνηση που περιείχε μέσα της όλα όσα ένιωθε, την έκλεισε κρατώντας του τη γροθιά γερά.

Το κέρμα υποταγμένο πλέον στον νέο του ιδιοκτήτη, μπορούσε πια να ξεκουραστεί, πριν προσπεράσει κάποια βαμβακερά σύννεφα και ανέβει πάνω από τον καταγάλανο ουρανό. Εκεί θα ξεκινούσε πάλι απ΄την αρχή να κυλά σε αόρατους τόπους και στην άλλη όψη της παράλληλης ζωής.