Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Henrik Ibsen: Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg.
Μετάφραση - σχόλια; Θεοδόσης Α. Παπαδημητρόπουλος.

Οι οικογενειακές σχέσεις αποτελούν το κύριο συγκρουσιακό πεδίο στα ιψενικά έργα. Έτσι και εδώ, στον Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν, η μεγάλη πνευματική προσωπικότητα του Ερρίκου Ίψεν ακτινοβολεί το μεγαλείο της. Σημαντική παράμετρος στη διαμόρφωση του έργου του υπήρξε το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε, ζώντας στον πυρήνα του καπιταλισμού που τρέφεται από τις ηθικές αξίες του προτεσταντισμού. Η οικογένεια, ως κύτταρο της αστικής παθογένειας, παρουσιάζει κι εκείνη τα συμπτώματα της τετραλογίας: "ύβρις, άτη, νέμεσις, τίσις": Ο κεντρικός ήρωας, θεοποιώντας το χρήμα και τη δόξα που αυτό επιφέρει, τελεί μία αλυσίδα υβριστικών πράξεων (αλαζονεία, υπεροψία, πλεονεξία) και στη συνέχεια τυφλώνεται από τη δόξα και και την ωραία αίσθηση που οι πρώτες προξενούν, με αποτέλεσμα να επιφέρει την οργή των θεών (του Θείου) και την τραγική και χωρίς οίκτο τιμώρησή του. 

Ο Ίψεν και σε αυτό το έργο (όπως επίσης και στους "Βρυκόλακες", το "Κουκλόσπιτο", την "Αγριόπαπια" και την "Έντα Γκάμπλερ") καταπιάνεται με μία εκφυλισμένη περίπτωση ηρώων, κυρίως μελών μιας οικογένειας και με φόντο το ρεαλιστικό σκηνικό χτίζει αντιήρωες και αριστουργηματικά παραδείγματα διαχρονικών τραγικών μορφών. Πέραν αυτών, εν προκειμένω στον Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν, κύριος προβληματισμός του συγγραφέα προβάλλει αυτός της θέσης του εξαιρετικού ατόμου μέσα στην κοινωνία, το πόσο μπορεί να επηρεάσουν οι αποκαλύψεις σκανδάλων το όνομα και τη φήμη αυτού του ατόμου στους φιλικούς του κύκλους και εν τέλει πόσο μπορεί να επηρεαστεί η προσωπικότητά του και ο ψυχισμός του. Οι αντιδράσεις και οι συμπεριφορές των ηρώων στο έργο δρουν δυικά: εξωτερικά - προς μια εξωτερική κατεύθυνση (αναλογισμός των πράξεων απέναντι στην κοινωνία) και εσωτερικά (απολογισμός των πράξεων από την ίδια τους την οικογένεια και τον ίδιο τους τον εαυτό).

Από τη βρετανική ομότιτλη παράσταση και
με πρωταγωνιστή τον εξαιρετικό Alan Rickman.
Ο μύθος του έργου: Άξονας της ιστορίας είναι η κατάρρευση μιας οικογένειας υψηλού κύρους και επιφανούς οικονομικής κατάστασης, όταν αυτή απογυμνώνεται πλήρως από την ενίσχυση του χρήματος. Όταν, με άλλα λόγια, υπάρχει μονάχα αυτό που απομένει: ο άνθρωπος. Οι ήρωες φτάνουν στο σημείο να αποκαλύψουν το πραγματικό τους πρόσωπο, να δηλώσουν ευθέως τις πραγματικές τους ανάγκες και απαιτήσεις, να δείξουν την αλήθεια που τόσο καιρό έκρυβαν και να σταματήσουν να προσποιούνται πια ως υποχείρια του χρήματος και της καλοπέρασης. Είναι τραγικό, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, κανείς να έχει ή να καμώνεται πως έχει "δούλους" και να αποτελεί ο ίδιος τελικά τον κύριο υπόδουλο του χρήματος. Η διαχρονική τύφλωση ενέπνεε ανέκαθεν τους μεγάλους συγγραφείς, ξεκινώντας ασφαλώς από τους μεγάλους Έλληνες τραγικούς (βλ. Σοφοκλή, Ευρυπίδη, Αισχύλο) και όχι μόνο (βλ. Πλούτο του Αριστοφάνη). Ο τόπος που διαδραματίζεται το έργο είναι περιορισμένος: ένα υποστατικό των Ρεντχάιμ, έξω από την πρωτεύουσα της Νορβηγίας, με το βουνό από πάνω του. Εκεί έχει αναγκαστεί να καταφύγει ο Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν (κεντρικός ήρωας) με την οικογένειά του, φιλοξενούμενοι όλοι τους από τη δίδυμη αδελφή της γυναίκας του, Έλλα (Ρέντχάιμ), με την οποία διατηρούσε προγαμιαίο δεσμό. Αν και προς το τέλος του έργου γίνεται φανερό ότι η γυναίκα του (Γκρούνχιλντ) πραγματικά τον αγάπησε, εντούτοις δίσταζε να του το δείξει. Παντρεύτηκαν κατά συνθήκη, επειδή το επέβαλαν οι κοινωνικές ανάγκες. Το χρήμα έδωσε αρκετά χρόνια παράταση στη σχέση του με τη γυναίκα του, μέχρι που όταν η οικογένεια πτώχευσε και αυτός αποφυλακίστηκε, εκείνος αποτραβήχτηκε και επέλεξε να απομονωθεί στο ιδιαίτερο ενδιαίτημά του στον πάνω όροφο του σπιτιού, έχοντας κόψει κάθε επαφή εδώ και μήνες με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Η τελευταία πράξη δεν δηλώνει τίποτε άλλο παρά τύψεις και ενοχές, απαξίωση του εαυτού του, αλλά και πρόθεση να καταβάλει κάθε του δύναμη από δω και πέρα ώστε να κάνει μια καινούρια αρχή και να ανανήψει ηθικά πρωτίστως κι ύστερα οικονομικοκοινωνικά. Η εξέλιξη της υπόθεσης ξεκινά μετά την αποφυλάκιση του Μπόρκμαν (έκτιση ποινής για οικονομικό έγκλημα το οποίο διέπραξε όσο ήταν διευθυντής τράπεζας) και μετά τον εγκλεισμό του στο δωμάτιο του άνω ορόφου του σπιτιού. Ο πρότερος βίος ξεδιπλώνεται αριστοτεχνικά μέσα από τους διαλόγους των προσώπων. Για αυτό και το δράμα είναι αναλυτικό: η ιστορία των ηρώων δεν εκτυλίσσεται επί σκηνής παρά μόνο στα τελευταία της στάδια, που φωτίζουν και τα προηγούμενα. 

Οι σχέσεις μεταξύ των ηρώων:
Α. Η σχέση μεταξύ των δύο αδερφών, της Γκρούνχιλντ και της Έλλα, ή αλλιώς της συζύγου και της κουνιάδας του Ιωάννη Γαβριήλ, ακολουθεί συνεχώς μια ανταγωνιστική γραμμή πλεύσης. Η πρώτη αποτελεί τη σύζυγο κατά συνθήκη και η δεύτερη τη σύντροφο κατ' επιλογή. Το γεγονός ότι η Γκρούνχιλντ γνωρίζει πως ο άνδρας της διατηρούσε στο παρελθόν σχέση με την αδερφή της θεωρείται δεδομένο στο έργο και δείχνει ακριβώς αυτή την φαινομενική απάθεια και αδιαφορία της προς εκείνον (το "φαινομενική" θα εξηγηθεί στη συνέχεια) . Η υποβόσκουσα κόντρα υπάρχει μεν, αλλά τουλάχιστον η γυναίκα του Ιωάννη νιώθει νικήτρια σ' αυτή τη μάχη, καθώς υπερτέρησε εκείνη έναντι της αδερφής της και τον παντρεύτηκε. Φαίνεται επομένως ότι η γυναικεία αντιζηλία δεν υποχωρεί ούτε μπροστά στην τόσο δεμένη συγγενική σχέση μεταξύ των δύο αδερφών. Εξαιτίας δε, της τεράστιας οικονομικής δυσπραγίας της οικογένειας του Ιωάννη Γαβριήλ, αναγκάζονται να προσφύγουν στην βοήθεια της Έλλα. Η περηφάνια υποχωρεί μπροστά στην ένδεια και την αδήριτη ανάγκη για επιβίωση. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο αδερφών παύει να υποβόσκει και ανεβαίνει πλήρως στην επιφάνεια στην περίπτωση του γιου του Ιωάννη Γαβριήλ και της Γκρούνχιλντ, τον Έρχαρτ, τον οποίο διεκδικεί η θεία του, Έλλα, με το σκεπτικό ότι αυτή τον μεγάλωσε το μεγαλύτερο μέρος της ανήλικης ζωής του. Από την άλλη, η μητέρα του, τον έχει καταστήσει (μερικώς) υποχείριό της, αφιερώνοντας πάνω του όλες της τις ελπίδες για τη συνέχιση του καλού ονόματος της οικογένειας. Θεωρεί το γιο της κτήμα της και όταν βλέπει ότι τον χάνει, επειδή εκείνος ερωτεύεται και αποφασίζει να εγκαταλείψει το σπίτι, ταράζεται. Στο βαθμό που δεν έχει κανένα άλλο στήριγμα στο τέλος να ακουμπήσει, καταφεύγει (ή προσφεύγει) στην αδερφή της για συμπαράσταση. Κίνηση που δηλώνει ότι ο μοναδικός και πιο ουσιαστικός φίλος που θα βρίσκεται πάντοτε δίπλα σου θα είναι η οικογένειά σου. 
Παρακάτω παρατίθενται δύο αποσπάσματα προς επίρρωση των παραπάνω θέσεων. Το πρώτο αφορά τη σημασία του "καλού ονόματος" στην κοινωνία (στη σκηνή που οι αδερφές μιλούν για τον κοινωνικό κύκλο του Ιωάννη Γαβριήλ) και το δεύτερο στον ετεροκαθορισμό της ευτυχία μας (η Γκρούνχιλντ αναρωτιέται αν πρέπει να επιτρέψει στον, ήδη βέβαια αποφασισμένο, γιο της να φύγει από το σπίτι ακολουθώντας τη μεγαλύτερη ηλικιακά αγαπημένη του.

Α π ό σ π α σ μ α 1ο, πράξη πρώτη:
Γκρούνχιλντ - κυρία Μπόρκμαν προς την αδερφή της, Έλλα: "Εξάλλου πρέπει να ομολογήσω πως είναι ελεεινό, ποταπό, πανάθλιο και μικροπρεπές να δίνουν τόση αξία στα λίγα χρήματα που έχασαν εξαιτίας του. Στο κάτω - κάτω, χρήματα ήτανε. Τίποτε παραπάνω."  (Ο Ιωάννης Γαβριήλ υπήρξε τραπεζίτης και παρέσυρε αρκετούς πελάτες του σε λάθος επενδυτικές κινήσεις)
Έλλα: "Συνεπώς, μένει πάνω ολομόναχος. Κλεισμένος στον εαυτό του."
Γκρούνχιλντ: "Ναι... μάλλον. Άκουσα πως κάπου - κάπου τον επισκέπτεται ένας γερο-αντιγραφέας ή γραμματέας."
Έλλα: "Α, θα 'ναι ο Φόλνταλ. Οι δυο τους ήτανε φίλοι απ' τα νιάτα τους. Μονάχ' αυτό ξέρω."
Γκρούνχιλντ: "Ναι, θαρρώ, ήταν φίλοι. Εγώ δεν τον γνωρίζω καθόλου. Δεν ήταν του κύκλου μας. Όταν είχαμε ακόμα κύκλο..."

Α π ό σ π α σ μ α 2ο, πράξη τέταρτη:
Γκρούνχιλντ - κυρία Μπόρκμαν προς την αδερφή της, Έλλα: "Εσύ, θα τον άφηνες να κυνηγήσει την ευτυχία και τη ζωή πλάι της;" (για τον γιο της, Έρχαρτ)
Έλλα (Με εσωτερική θέρμη): "Ναι, μ' όλη μου την καρδιά. Θα τον άφηνα..."
Γκρούνχιλντ (Ψυχρά): "Τότε, μάλλον, έχεις μεγάλα αποθέματα δύναμης. Είσαι πλούσια."
Έλλα (Κοιτάζει σαν χαμένη μπροστά της, σαν να 'ναι στραμμένο το βλέμμα της πολύ μακριά): "Ίσως να 'ναι η στέρηση της αγάπης που 'χει πραγματικά τέτοια δύναμη."
Γκρούνχιλντ (Την κοιτάζει): "Αν ειν' έτσι, τότε γρήγορα θα 'μαι όσο πλούσια είσαι κι εσύ."


Β. Η σχέση του Ιωάννη Γαβριήλ με τα παιδιά του στο έργο είναι αρκετά χαλαρή. Ο ήρωας έχει αποστασιοποιηθεί, αφήνοντας την προσωπικότητά τους να αναπτυχθεί ελεύθερα ή έστω υπό τη μερική επίβλεψη της γυναίκας του. Στο κείμενο φαίνεται καθαρά ότι βρίσκονται σε ένα αρκετά ώριμο πνευματικό επίπεδο ( ο Έρχαρτ αναφέρεται μάλιστα στο κείμενο ότι είναι είκοσι ετών). Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, δεν συγχωρείται η πλήρης απάθεια του Ιωάννη Γαβριήλ απέναντί τους, ακόμη κι αν του καταλογιστεί το ελαφρυντικό ότι επί πολύ καιρό εξέτιε την ποινή του στη φυλακή. Εξ ου και η αποκοινωνικοποίησή του και η έντονη τάση απομόνωσης. Όμως δεν παραμελεί μονάχα τους άλλους αλλά και τον ίδιο του τον αυτό (βλ. τελευταία πράξη του έργου) Ο Ιωάννης Γαβριήλ αναζητά να βρει ξανά το καταποντισμένο του "εγώ" και να εκκινήσει από μηδενική βάση, για να ξαναχτίσει τα περασμένα του μεγαλεία. Ενδόμυχα γνωρίζει βέβαια ότι κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αδύνατο και έτσι δικαιολογείται και το δραματικό του τέλος. Στη δεύτερη πράξη συνομιλώντας με την κόρη του, Φρίντα, συμπεραίνουμε δύο πράγματα: π ρ ώ τ ο ν, το ότι η κόρη απευθύνεται στον πατέρα της και ο πατέρας στην κόρη του στον πληθυντικό, από απόσταση κυρίως και όχι τόσο από ευγένεια και  δ ε ύ τ ε ρ ο ν  τη συγκλονιστική σημασία της απάντησης της κόρης στο ποια είναι η πρώτη της σκέψη όταν παίζει μουσική:
Μπόρκμαν (Την κοιτάζει για λίγο): "Σας αρέσει να συνοδεύετε με τη μουσική σας χορούς; Από σπίτι σε σπίτι;"
Φρίντα (Φορώντας το παλτό της) : "Αν μου το 'χουνε ζητήσει, τότε... Άλλωστε, πάντα έχεις κάτι να κερδίσεις."
Μπόρκμαν (Εξετάζοντάς την): "Αυτή είναι η πρώτη και μοναδική σας σκέψη, όταν κάθεστε να παίξετε για ένα χορό;"
Φρίντα: "Όχι. Πρώτ' απ' όλα σκέφτομαι πόσο λυπάμαι που εγώ δεν μπορώ να χορέψω."
Μπόρκμαν (Της γνέφει): "Αυτό ήθελα να μάθω." (Πηγαίνει ανήσυχα πέρα - δώθε.) "Ναι, ναι, ναι - να μην μπορείς να συμμετάσχεις ο ίδιος, αυτό είν' το πιο θλιβερό." (Ακίνητος.) "Ένα, Φρίντα, τα βάζει, όμως, όλα στη θέση τους..."
Φρίντα (Τον κοιτάζει με απορία): "Και ποιο ειν΄αυτό, κύριε Μπόρκμαν;"
Μπόρκμαν: "Πως έχετε δέκα φορές περισσότερη μουσική μέσα σας απ' όση όλ' η συντροφιά μαζί."
Φρίντα (Γελάει αποφεύγοντάς τον): "Αχ, δεν είν' και τόσο σίγουρο."
Μπόρκμαν (Σηκώνει το δείκτη του επιτακτικά): "Ποτέ μη σας προδώσουν τα λογικά σας, ώστε ν' αμφιβάλλετε για τον ίδιο σας τον εαυτό."

Γ. Η σχέση του Ιωάννη Γαβριήλ με την Έλλα Ρέντχάιμ αρχικά υπήρξε έντονη, φλογερή, θα τολμούσε να πει κανείς. Το πάθος με μια γυναίκα που ήταν η αδερφή της συζύγου του. Αδιαμφισβήτητα σε πολλά χωρία του θεατρικού φαίνεται ότι η αγάπη του Ιωάννη Γαβριήλ προς την Έλλα ήταν πραγματική, για αυτό και, λίγο πριν τον συλλάβουν, είχε φροντίσει να φυλάξει τα χρήματα που της ανήκαν στο υπόγειο της τράπεζας, όπου δούλευε αν και δεν το παραδέχεται ευθαρσώς. Βέβαια στις σιωπηρώς συναγόμενες ερμηνείες πάντοτε υπάρχει ανταπάντηση και αυτή ακριβώς είναι η μαγεία της εκούσιας συγγραφικής σιωπής. Το ιδιάζον στοιχείο αυτής της σχέσης έχει να κάνει με το ανεκπλήρωτο της τυπικής της τελείωσης. Η Έλλα, με άλλα λόγια, θα ήθελε και επισήμως να είχε διαλέξει εκείνη ο Ιωάννης Γαβριήλ αντί της αδερφής της. Τα συμφέροντα, όμως, και τα σχέδια στρατηγικής υπαγόρευσαν άλλη μοίρα για τους δυο, έχοντας ξεχωριστές ζωές ο καθένας τους. Η Έλλα γνωρίζει ότι ο άνδρας, με τον οποίο ήταν ερωτευμένη, ήταν φιλόδοξος, φιλοχρήματος και εμμένων στους στόχους του ακόμη κι αν χρειαζόταν να θυσιάσει σημαντικά πράγματα, όπως η αγάπη του για εκείνη. Δεν περίμενε ποτέ όμως ότι στο τέλος θα έβαζε το χρήμα πάνω απ' αυτήν, πράγμα που τη συνέτριψε ολοκληρωτικά. Δικαιολογημένο απωθημένο της παραπάνω ερωτικής της απογοήτευσης ήταν ο γιος του άνδρα που αγάπησε, ο Έρχαρτ. Σ' αυτόν ήθελε να κληρονομήσει όλη της την περιουσία, καθώς ήταν άτεκνη και τον φρόντιζε από παιδί. Σ' αυτόν έβλεπε μέσα στα μάτια του τα απομεινάρια του Ιωάννη Γαβριήλ. Μέσω του Έρχαρτ νόμιζε ότι θα τον ξανακέρδιζε.

Σ' αυτό το σημείο παρατίθενται δύο θεσπέσια αποσπάσματα από τη δεύτερη πράξη του έργου, που μιλούν από μόνα τους με τέτοια τραγικότητα, που καθιστούν δικαίως τον Ερρίκο Ίψεν έναν από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς παγκοσμίως.

Α π ό σ π α σ μ α 1ο:
Μπόρκμαν: "Έχτιζα στέρεα πάνω στη νίκη μου."
Έλλα: "Και δεν αμφέβαλλες ποτέ για τη νίκη σου;"
Μπόρκμαν: "Έτσι' είν' ο άνθρωπος, Έλλα. Αμφιβάλλει και πιστεύει βαθιά την ίδια στιγμή. Για αυτό δεν ήθελα να πάρω μαζί μου στο αερόστατο τα έχεια σου."
'Ελλα (Με περιέργεια): "Γιατί, ρωτάω! Πες μου: γιατί!"
Μπόρκμαν (Χωρίς να την κοιτάζει): "Δεν παίρνεις μαζί σου στο κατάστρωμα, σε τέτοιο ταξίδι, ό,τι πολυτιμότερο έχεις."
Έλλα: "Το πολυτιμότερο το 'χες μαζί σου: τη ζωή σου την ίδια!"
Μπόρκμαν: "Η ζωή μας δεν είναι πάντα το πολυτιμότερο."

Α π ό σ π α σ μ α 2ο:
Έλλα: "Σκότωσες τη μεγάλη μου αγάπη." (Πλησιάζοντάς τον κι άλλο.) "Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Στη Βίβλο είναι γραμμένο πως υπάρχει μια μυστική αμαρτία που δεν παίρνει συγχώρεση. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω για ποια μιλάει. Τώρα το καταλαβαίνω. Η μεγάλη, η ασυγχώρητη αμαρτία είναι κείνη που διαπράττεις σα σκοτώνεις την αγάπη στην καρδιά ενός ανθρώπου."


Δ. Η σχέση του Ιωάννη Γαβριήλ με τη γυναίκα του, Γκρούνχιλντ, αποτελεί μια υποτυπώδη σχέση. Παντρεύτηκαν, γιατί έπρεπε να παντρευτούν. Έκαναν παιδιά, γιατί έπρεπε να κάνουν. Συνθηκολόγηση παρά συμβίωση θυμίζει η μεταξύ τους συνύπαρξη κι αυτή μετ' εμποδίων, καθώς στο τέλος βλέπουμε να έχει αποκοπεί κάθε σωματικό και ψυχικό στοιχείο μεταξύ τους. Αν και ο Ιωάννης Γαβριήλ δεν φάνηκε να ήταν ποτέ ερωτευμένος μαζί της, για αυτή συνέβη το αντίθετο, αφού και η ίδια τον ρωτά στην τρίτη πράξη: "Γιατί δεν ήρθες σε μένα να βρεις κατανόηση, όπως λες;" Ακολουθεί ο εξής διάλογος κλιμακούμενης έντασης: Μπόρκμαν: "Τι νόημα θα 'χε να 'ρθω σε σένα;"
Γκρούνχιλντ: "Αγάπησες μονάχα τον εαυτό σου. Αυτή είναι όλη η ιστορία με σένα."
Μπόρκμαν: "Αγάπησα τη δύναμη."
Γκρούνχιλντ: "Τη δύναμη... ακριβώς!"
Μπόρκμαν: "Τη δύναμη να δίνω ευτυχία στους ανθρώπους γύρω μου!"
Γκρούνχιλντ: "Κάποια στιγμή θα μπορούσες, με τη δύναμη που 'χες, να με κάνεις και μένα ευτυχισμένη. Το 'κανες;"
Μπόρκμαν: "Δε σώζονται όλοι απ' τον πνιγμό σ' ένα ναυάγιο." (...)
Γκρούνχιλντ: "Φρόντισα για την υστεροφημία σου"
Μπόρκμαν (Με ένα κοφτό και ξερό γέλιο): "Για την υστεροφημία μου; Μου ακούγεται λες και είμαι ήδη νεκρός."
Γκρούνχιλντ: "Είσαι."
Μπόρκμαν (Αργά): "Μπορεί και να 'χεις δίκιο." (Εξεγείρεται) "Αλλά όχι... Όχι ακόμα! Λίγο έλειψε και θα 'μουν. Μα τώρα ξύπνησα. Ξαναβρήκα το θάρρος μου. Η ζωή βρίσκεται ακόμα μπροστά μου. Βλέπω τη νέα ζωή να αχνοφέγγει, να με περιμένει σ' αναβρασμό... Κι εσύ θα τη δεις."
Γκρούνχιλντ: "Μην κάνεις όνειρα! Να μείνεις ήρεμα εκεί που κείτεσαι."

Η Γκρουνιλντ στην φράση της "Γιατί δεν ήρθες σε μένα να βρεις κατανόηση, όπως λες;" φανερώνει την πραγματική της αγάπη για το σύζυγό της. Ποτέ δεν έπαψε να τον περιμένει. Ήθελε να ξαναφιλιώσει μαζί του. Όμως η ίδια δεν έκανε ποτέ το πρώτο βήμα από ατολμία, εσωτερική πάλη και εγωισμό. Ο ίδιος ο Ερρίκος Ίψεν προς αποφυγή λανθασμένων ερμηνειών από τους αναγνώστες αναφέρει (Rieger, 132) ότι "το σημαντικότερο είναι πως η κυρία Μπόρκμαν αγαπάει τον άντρα της. Δεν ήταν κατά βάση μια σκληρή και κακιά γυναίκα. Ήταν μια γυναίκα αξιαγάπητη, που κατέληξε σκληρή και κακιά. Εξαπατήθηκε πρώτα για την αγάπη κι ύστερα για την ιδιοφυΐα του άνδρα της. Αν δεν είχε αγαπήσει η κυρία Μπόρκμαν τον άντρα της, θα τον είχε προ πολλού παρατήσει (πράγμα που δεν συμβαίνει στις περισσότερες επιφανειακές συζυγικές σχέσεις συμφέροντος και ενώσεως "καλών οικογενειών" των ημερών μας). Ακόμα και τώρα περιμένει, παρά τη διπλή εξαπάτηση της οποίας υπήρξε θύμα, τον "άρρωστο λύκο", που κάθε μέρα ακούει τα βήματά του. Όπως αυτός περιμένει τον "κόσμο", έτσι κι αυτή περιμένει εκείνον", καταλήγει ο συγγραφέας.

Φτάνοντας στο τέλος, είναι αναμφίβολη η επιρροή του Ερρίκου Ίψεν στο έργο των Τ. Ουίλλιαμς, Πιραντέλλο, Ο' Νηλ και Αρθ. Μίλλερ. Ενέπνευσε όχι μόνο ύστερους μεγάλους θεατρικούς συγγραφείς, αλλά κυρίως άναψε τη σπίθα του προβληματισμού στο κοινό των έργων του. Το έκανε να αρχίσει να ψάχνει πίσω από τα χαμόγελα, να αναζητά απαντήσεις πίσω από τις εύκολες λύσεις και εν τέλει να αναρωτιέται αν αγαπά αληθινά ή κατ' επίφαση, αν ερωτεύεται υπό όρους ή ανεπιφύλακτα. Το γραμμένο το 1896 έργο του Νορβηγού συγγραφέα προξενεί τριγμό ακόμη και σήμερα στα θεμέλια των μεγαλύτερων και σιωπηλών μας ανασφαλειών και για αυτό το λόγο, αποτελεί το σεισμό που δημιουργεί εκείνο το επώδυνο χάσμα ανάμεσα στο είναι μας και το φαίνεσθαι.


Η πρώτη νορβηγική έκδοση του έργου το 1896.

*Οι αναλύσεις αποσκοπούν να θίξουν κάποια συγκεκριμένα σημεία ιδιαίτερης σπουδαιότητας, κατά τον γράφοντα, του υπό εξέταση έργου και δεν αποτελούν λεπτομερειακή μελέτη όλων των πράξεων και των σκηνών.