Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Η σαγήνη της εξουσίας, η ήττα της ελπίδας





Έτυχε στην επιτυχημένη συνέχεια της ταινίας «Μνημόνιο ΙΙ» (2011-2012) να βρίσκομαι στο Βερολίνο. Η εκεί κυβέρνηση και ο κόσμος δεν αντιμετώπιζαν την Ελλάδα υποτιμητικά, αλλά ως τον Ευρωπαίο εταίρο, που αν και είχε δώσει κάποια άσχημα δείγματα γραφής στο παρελθόν, πίστευαν ότι θα εναρμονιζόταν με τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις του παρόντος. Με δυο λόγια, δεν υπήρχε λόγος να παραπονούνται, αφού έτσι κι αλλιώς δεν έκρυβαν την τοκογλυφική τους ιδιότητα. Άκαμπτοι και κρύοι, μας έβλεπαν ως νούμερα. Δεν τους ενδιέφερε η εικόνα εξαθλίωσης και ταπεινωτικής ένδειας των πολιτών της χώρας. Τους ένοιαζαν μόνο οι αριθμοί και τίποτε άλλο.

Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, το τραγικότερο όλων δεν ήταν η σκηνή αξιοπρεπέστατων ανθρώπων έξω από τα δικαστήρια και τους σταθμούς του μετρό να ψάχνουν τους κάδους απορριμάτων, δεν ήταν που κάθε εβδομάδα μαθαίναμε και νέο περιστατικό αυτοκτονίας λόγω κατάθλιψης, δεν ήταν που τα παντοπωλεία ξεπουλούσαν τα είδη προσφορών λες και υπήρχε Κατοχή, δεν ήταν που αρκετοί χώροι απασχόλησης μικρών παιδιών - επειδή οι γονείς τους δεν έβρισκαν πόρους να τα αναθρέψουν οι ίδιοι (!)- ήταν έτοιμοι να βάλουν λουκέτο. Το τραγικότερο όλων ήταν το ότι και η ίδια μας η χώρα μας αντιμετώπιζε ως  ν ο ύ μ ε ρ α. Ο υποψήφιος βουλευτής μας αντιμετώπιζε ως νούμερα. Ο παρατρεχάμενος του υποψήφιου βουλευτή μας αντιμετώπιζε ως νούμερα. Ο φίλος του παρατρεχάμενου του υποψήφιου βουλευτή μας αντιμετώπιζε ως νούμερα. Και εν τέλει δεν διαφέραμε σε τίποτα ως χώρα από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης: Χάσαμε όνομα, προσωπικότητα, φύλο, χρώμα και ηλικία. Το μόνο που μας απέμεινε ήταν η αντοχή να προσθέτουμε έξοδα, να αφαιρούμε συντάξεις, να πολλαπλασιάζουμε υποχρεώσεις και να διαιρούμε δικαιώματα. Καθημερινή μηχανική δουλειά υπό συνθήκες δουλείας για ένα, ίσως και μισό, κομμάτι ψωμί. «Έρχεται η ανάπτυξη!», «Έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα!» ακουγόταν με χαρά σε τηλεοπτικά παράθυρα και γραφόταν με παρρησία γνώμης σε ένθετες στήλες εντύπων. Σ’ αυτό το σημείο αναρωτιέται κανείς αν ζει κάπου αλλού κι αν πρέπει να ανησυχεί. Γιατί όλα παρουσιάζονται τόσο ωραία από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η ανάκαμψη βρίσκεται στην πόρτα και μας χτυπά το κουδούνι κι εμείς... Εμείς οι αχάριστοι μοιρολατρούμε χωρίς να ευγνωμονούμε τους κυβερνώντες μας που κάνουν το παντεσπάνι τους ψωμί, για να το δώσουν στους πληβείους που τους ψηφίζουν.

Ποιος είναι, όμως, ο μεγαλύτερος κίνδυνος; Να μην έχεις ελπίδα ή να σε κάνουν να ν ο μ ί  ζ ε ι ς  ό τ ι  έ χ ε ι ς  ε λ π ί δ α; Ίσως για ψυχολογικούς λόγους απαντηθεί αβίαστα το δεύτερο. Και στις δύο περιπτώσεις κυριαρχούν η κούφια υποσχεσιολογία, τα τεχνηέντως ύπουλα πολιτικά μηνύματα και τέλος η αδικαιολόγητη πλέον μανία για κατάληψη της εξουσίας ενός κράτους υπό κατάρρευση. Η ευθύνη πρέπει, όμως, να επιρριφθεί στα περισσότερα κοινοβουλευτικά κόμματα και αυτό διότι τα εγκλήματα τελούνται είτε διά πράξεως είτε δια παραλείψεως. Η αδράνεια, ο ωχαδερφισμός και η σιωπηρή ανοχή της οικονομικής κατακρήμνισης της χώρας – που εδράζεται βεβαίως στην ηθική της χαλάρωση – χωρίς πραγματική βούληση ανάληψης πρωτοβουλιών καθιστά όχι μόνο το κυβερνών κόμμα υπεύθυνο, αλλά και όλα τα υπόλοιπα, που σαν παρατηρητές της εξέλιξης των πραγμάτων αποσιωπούν σκάνδαλα και μεγάλες αλήθειες.

Αυτή η ανισόπεδη κατανομή ευθυνών λαμβάνει χώρα σε ένα πλαίσιο εφαρμογής νόμων αμφίβολης συνταγματικότητας. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε εν ολίγοις ότι δεν τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας των νομοθετικών διατάξεων που φορολογούν δυσβάσταχτα και επανειλημμένως την ίδια ακίνητη περιουσία του Έλληνα πολίτη, καθώς η αρχή της αναλογικότητας και του κοινωνικού κράτους δικαίου οφείλουν να παραχωρήσουν προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος υπό τον όρο όμως – και αυτό είναι το σπουδαίο σημείο της νομολογίας – ότι τα φορολογικά μέτρα και οι επαχθείς οικονομικές επιβαρύνσεις θα έχουν  έ κ τ α κ τ ο  κ α ι  π ρ ο σ ω ρ ι ν ό  χαρακτήρα, μέχρι να αποσοβηθεί ο κίνδυνος για το συμφέρον της χώρας. «Το συμφέρον της χώρας...» Ποιο είναι, άραγε το συμφέρον της χώρας; Ποιος το κρίνει; Ο συντακτικός νομοθέτης; Ο κοινός νομοθέτης; Τα δικαστήρια; Ή μήπως η κοινή γνώμη; Τα πάντα είναι ρευστά. Οι ερμηνείες αντί να διευκολύνουν τα πράγματα, τα καθιστούν ακόμη δυσκολότερα και ο κόσμος πελαγώνει: Η μικρομεσαία τάξη εξαϋλώνεται, οι μαθητές δοκιμάζονται στην οιονεί επαναφορά του παλιού συστήματος των δεσμών, οι ελεύθεροι επαγγελματίες αποδεκατίζονται και γνωστοί άγνωστοι συνεχίζουν να φοροδιαφεύγουν χωρίς να τους καίγεται καρφί για το ποιόν θα επιβαρύνει ο φόρος που εκείνοι γλιτώνουν. Οι ιδεολογίες πια έχουν πάψει προ πολλού να υπάρχουν. Πλέον υπερέχουν δύο κύρια κύματα: οι μνημονιακοί και οι αντιμνημονιακοί. Οι τελευταίοι έχουν διασπαστεί βέβαια σε τουλάχιστον είκοσι υποκατηγορίες, καθώς ο βασικός στόχος τους είναι μεν η αποπομπή των εκπροσώπων του ΔΝΤ στα γραφεία τους στο εξωτερικό (και ο από εκεί έλεγχος;), όμως από την άλλη διαφέρουν στην χάραξη ενός κοινού, ενός ενιαίου προγράμματος.

Αυτό το σαθρό κοινωνιολογικό και πολιτικό υπόβαθρο υπήρχε, όταν ξεπρόβαλε η αγανάκτηση και το μίσος του απεγνωσμένου για ελπίδα ψηφοφόρου. Αυτές οι συνθήκες συντρόφευαν το σκηνικό της υποτυπώδους δημοκρατίας μας (γιατί η ουσιαστική δημοκρατία, που σέβεται τους αδυνάτους και έχει ένα κράτος συνοδοιπόρο και όχι εχθρό του πολίτη, αποτελεί  π ρ ά γ μ α τ ι  το ιδανικότερο πολίτευμα), όταν βρήκαν πρόσφορο έδαφος οι θιασώτες του νεοναζιστικού κομματικού σχηματισμού. Πέτυχαν την επίκληση στο συναίσθημα του μέσου πολίτη, ο οποίος είχε λάβει μια βασική παιδεία πριν χρόνια και πατώντας πάνω στο φόβο του και στην τεράστια δυναμική της λαϊκιστικής νοοτροπίας, κατάφεραν ένα γερό πλήγμα στο ήδη τραυματισμένο μας πολίτευμα. Το λόγο, πλέον, έχει η Δικαιοσύνη.

Και τώρα τι; Ποια είναι η λύση; Επανάσταση; Δημοψήφισμα; Εκλογές; Η πρώτη έγινε το 1821 και μάλλον οι φουστανέλες έχουν πεταχθεί από το κράτος ή, κάποιες έστω, έχουν τοποθετηθεί στις προθήκες κάποιων λαογραφικών μουσείων. Πού να τις βγάζουν τώρα... Το δεύτερο προκηρύχθηκε με τόσο αδικαιολόγητο τρόπο το 2011 που ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζεται ως ανέκδοτο. Όσο για τις εκλογές, που αποτελούν πλέον το μοναδικό τρόπο έκφρασης πολιτειακής άποψης, τείνουν να παραχωρήσουν τη θέση τους στην αποχή ενός μεγάλου τμήματος του λαού που έχει σταματήσει να ελπίζει. Όπως είχε γράψει, άλλωστε, και ο Φραντς Κάφκα στο ημερολόγιό του (Franz Kafka, Αφορισμοί, μτφ: Β. Ρούπας, Α. Φιλιππάτος, εκδόσεις Ροές, 2009) «Αυτός που, όντας ακόμα ζωντανός, δεν καταφέρνει να αντιμετωπίσει τη ζωή, αυτός που χρειάζεται το ένα του χέρι για να παραμερίσει κάπως την απελπισία που του προξενεί η μοίρα του – πράγμα που μόλις και μετά βίας κατορθώνει -, ενώ με το άλλο χέρι μπορεί να γράφει για αυτά που βλέπει κάτω από τα ερείπια, διότι βλέπει με διαφορετικό τρόπο και περισσότερα πράγματα απο τους άλλους, δεν είναι νεκρός ενώ ακόμα ζει, δεν είναι αυθεντικός επιζών; Εντούτοις, αυτό προϋποθέτει ότι δεν χρειάζεται τα δυο του χέρια και περισσότερα πράγματα απ’ όσα έχει για να αγωνίζεται εναντίον της απελπισίας».