Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Γαλλική Ριβιέρα







-"Α, να χαθούν! Οι αλήτες! Μας έφεραν σε τέτοιο σημείο και μετά δεν φταίει κανένας τους..."
- "Μα τι έπαθες πάλι, Χρήστο, παραμονές Δεκαπενταύγουστου; Πάλι φωνάζεις και παραπονιέσαι; Δεν βαρέθηκες πια;" Η κυρία Αιμιλία, η γειτόνισσα από το δίπλα μπακάλικο, περπάτησε ως την είσοδο του περιπτέρου με τα χέρια στη μέση. "Απ' το πρωί τα 'χεις με όλους και με όλα!"
- "Είναι να μην τα 'χω;", της αντιγυρίζει με απόγνωση δείχνοντας τις εφημερίδες. "Δεν βλέπεις τι μας κάνουν; Κάθε μέρα οι ίδιες και οι ίδιες ειδήσεις ή ΄τέλος πάντων... πιο δυσάρεστες. Γυρίζω φύλλο πέφτω σε περικοπές σε συντάξεις, γυρίζω φύλλο πέφτω σε κατάργηση του εφάπαξ, γυρίζω φύλλο πέφτω σε ξυλοδαρμό φοιτητών, γυρίζω φύλλο πέφτω σε αύξηση ΦΠΑ."
- "Τι τις διαβάζεις κι εσύ κάθε μέρα; Εγώ τις χαζεύω λίγο, γελάω και μετά παίρνω κανά περιοδικό. Ξέρεις, από κείνα τα καλά, με τα ωραία τα έγχρωμα εξώφυλλα που λένε πώς περνάν' οι διάσημοι και πώς καίνε τα λεφτά τους. Πώς μου αρέσει... Δεν λέγεται!"
- "Ο καθένας όπως χαίρεται", τις απαντά απότομα.
- "Εγώ έτσι χαίρομαι. Και στο κάτω - κάτω της γραφής, σαν τι να κάνουμε;" Ο Χρήστος έχει βγει από το περίπτερο και την έχει πλέον πλησιάσει.
- "Να αντιδράσουμε! Να γυρίσουμε ανάποδα το κατεστημένο. Να τους δείξουμε τι πάει να πει δύναμη του λαού!"
- "Κομμουνιστής μας βγήκες του λόγου σου;"
- "Άντε πάλι... Κατηγορίες... Ταξινόμηση. Ό,τι θέλω είμαι. Πάντως όχι. Για να σε βγάλω από την απορία, δεν είμαι κομμουνιστής, αν και θα το ήθελες."
- "Εγώ;", κάνει με έκπληξη η Αιμιλία.
- "Εσύ, εσύ... Θα το ήθελες τρελά. Ξέρεις τι είδηση θα ήταν για τη γειτονιά αυτό; Σαν να σας ακούω από τώρα να λέτε: Τα 'μαθες; Είναι κομμουνιστής και πάει και στην εκκλησία; Αν έχει το Θεό του..."
- "Ε, δεν είμαστε δα και τόσο καχύποπτοι άνθρωποι..."
- "Μάλιστα..."
- "Πάντως, αν θες να ξέρεις ο κόσμος δεν ξεσηκώνεται. Μόνο αν αδειάσει το πιάτο του θα ξεσηκωθεί, αλλιώς δεν ξεσηκώνεται."
Εκείνη την ώρα ένας πελάτης έρχεται στο περίπτερο. Η Αιμιλία χαιρετά τον γείτονά της και αποχωρεί. Ο πελάτης ρωτά τον Χρήστο αν έχει συγκεκριμένη μάρκα τσιγάρων.
- "Ασφαλώς και τα έχουμε. 4.80."
- "Ορίστε τα χρήματα."
Οι δυο άντρες κοιτιούνται για λίγο.
- "Θέλετε και κάτι άλλο;", ρωτά ο Χρήστος σκεπτικός.
- "Την απόδειξη."
- "Α, ναι... Την απόδειξη. Το ξέχασα εντελώς." Πατάει κάτι κουμπιά στη μηχανή. "Κοίτα να δεις, φίλε! Μπλόκαρε! Θα περιμένεις δέκα λεπτάκια να τη φτιάξω και να στην κόψω;"
- "Όχι,δεν πειράζει. Αφήστε το. Ευχαριστώ", αποκρίνεται ο πελάτης και αποχωρεί.
- "Όχι που θα μου τα φάει αυτός στο καροτσάκι. Αυξάνετε και τον φπα...", μονολογεί βλέποντας τηλεόραση από μια μικρή οθόνη που έχει μέσα στο περίπτερο. "Μας ξεζουμίσατε! Όλα μας τα πήρατε. Ό,τι βγάζουμε, σας το δίνουμε. Κοράκια!" 
Οι φωνές του ακούγονταν για ώρα και έφταναν σχεδόν μέχρι την κοντινή παιδική χαρά. Μέχρι που κατέβηκαν τα ρολά της μικρής του επιχείρησης δεν σταμάτησε να μουρμουράει. Κανείς θα νόμιζε ότι μέχρι και οι γάτες είχαν βαρεθεί να τον ακούνε και είχαν αλλάξει προσωρινά στέκι. 
Την επόμενη της Παναγίας το περίπτερο ήταν κλειστό. Η κυρία Αιμιλία απόρησε που το είδε έτσι. Ο φίλος της δεν την είχε ενημερώσει ότι θα έκλεινε. Συνήθως έφευγε οικογενειακά, μόνο ανήμερα της μεγάλης γιορτής. Πιο κάτω, πήρε το μάτι της την κυρία Μερόπη, νύφη του Χρήστου. Έβγαζε τον σκύλο της βόλτα, αν και όχι την καθιερωμένη ώρα, όπως πρόσεξε χωρίς ίχνος καθυστέρησης η Αιμιλία.
- "Μερόπη, Μερόπη!", της φώναξε. "Τι κάνεις;" Οι γυναίκες πλησίασαν και χαιρετήθηκαν. Αφού αντάλλαξαν τις βασικές ευχές, η Αιμιλία προχώρησε αμέσως στο ψητό.
- "Ο Χρήστος; Δεν φάνηκε. Είναι καλά;"
- "Ο Χρήστος; Μια χαρά. Θα κάνει τις βουτιές του τώρα."
- "Πήγε στο χωριό;"
- "Στο χωριό; Χρόνια έχει να πάει στο χωριό. Πώς σου ήρθε;"
- "Μα κάθε χρόνο δεν..."
- "Με λίγα λόγια, για να μη σε κουράζω, καλή μου, ο Χρήστος βρίσκεται για διακοπές στη Νίκαια. Πήρε τις... οικονομίες του, τέλος πάντων, Θου Κύριε... Και πήγε."
- "Σκάει ο Τζίτζικας στη Νίκαια. Εκεί βρήκε να πάει; Είχα κι εγώ κάποτε ένα εξοχικό στις Τζιτζιφιές..."
- "Δεν κατάλαβες, χρυσή μου. Στο Μονακό εννοώ πήγε, στη Γαλλική Ριβιέρα..."
- "Εκεί που έχουν και πριγκίπισσες εννοείς;"
- "Ακριβώς. Εκεί. Είχε αναδουλειές φέτος, του ζήταγαν και οι περισσότεροι αποδείξεις για το αφορολόγητο... Ξέρεις τώρα... Και τελικά δεν κατάφερε να πάει Μύκονο. Του στοίχισε πολύ η αλήθεια είναι, αλλά... αυτά κάνει η άτιμη η κρίση... Σε χαιρετώ, τώρα γιατί πρέπει να πάω τον Ιβάν στον γιατρό. Πρέπει να περνά κατάθλιψη και θέλω να τον ρωτήσω μήπως πρέπει να του αλλάξει τη σκυλοτροφή. Καλή συνέχεια, χρυσή μου!" Η κυρία Αιμιλία έμεινα για λίγο αποσβολωμένη, ύστερα κοίταξε το περίπτερο και κίνησε για το σπίτι της, για να ψάξει στον χάρτη τη Γαλλική Ριβιέρα...

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Η κονσέρβα - ένας μικρός θεατρικός μονόλογος





Ένας άνδρας γύρω στα 65 μπαίνει στο καθιστικό του σπιτιού του κρατώντας βαριές σακούλες. Τις αφήνει κάτω και απλώνεται κατάκοπος στην πολυθρόνα. Απευθύνεται στον σκύλο του που τον υποδέχεται στην αρχή κουνώντας την ουρά του και ύστερα κάθεται στα πόδια του.

"Ωχ... Τι τρέξιμο ήταν αυτό... Κάτσε να βγάλω αυτά που με βαραίνουν στις τσέπες και είναι λες και έχω γεμάτα πορτοφόλια... Ας γελάσω! (Βγάζει τα χαρτιά.) Λοιπόν... Έχουμε και λέμε. Αυτά είναι τα πληρωμένα. Ο ένφια του 2013 και η πρώτη από τις 248 δόσεις του 2014. Ωραία... Αυτό μετά... (Ξετυλίγει τα χαρτιά το ένα μετά το άλλο)... είναι η αποπληρωμή του φόρου εισοδήματος του 2012. Ωραία χρόνια... Αυτό... Πω... Πώς βρέθηκε αυτό εδώ; Έβαλα κι εγώ το καλό κοστούμι σήμερα... Στο δημόσιο πρέπει να πας όπως και στην εκκλησία. Με δέος.(Κοιτά το χαρτί.) Κοίτα να δεις... Ψηφοδέλτιο από τις εκλογές του 2015! Τις πρώτες... Στις δεύτερες δεν πήγα να ψηφίσω. Τον Σεπτέμβρη... Είχα πάει διακοπές. Τι να κάνω; Τότε βρήκα τα πιο φτηνά εισιτήρια. Δεν πειράζει που ήταν κατεψυγμένη η θάλασσα στην Κεφαλλονιά. Έσφιξε και το δέρμα μου... Για να δω τι άλλο θα βρούμε... (Κοιτά το χαρτί.) Ααα, αυτό είναι ό,τι πιο πρόσφατο βρήκα σ' αυτά τα σιχαμένα. Η απόδειξη αγοράς της τροφής σου! Μη φοβάσαι! Πριν ένα μήνα την πήρα από το μαγαζί. Την έχω δοκιμάσει όμως. Είχαμε τότε τα capital control και τι να σου κάνει ένα εικοσάρικο τη μέρα; Δοκίμασα κι εγώ την κονσέρβα σου... Εξαιρετική ήταν! Ρε τι βγάζουν οι άτιμοι... (Παίρνει βαθιά εισπνοή και εκπνέει αργά.) Ουφ... Δεν ήταν τρέξιμο κι αυτό σήμερα. Έτρεχα στο ασφαλιστικό μου ταμείο, για να τους πιστοποιήσω ότι δεν έχω πεθάνει, λέει, γιατί πέρασα το όριο των 65... Πάω εκεί, με βλέπουν, τους δείχνω την ταυτότητα και μου λένε ότι πρέπει να τους το αποδείξω. Δηλαδή πώς να αποδείξω ότι ζω; Ότι δεν τους πήγα στάρι από τα σαράντα μου; Και σαν να μην έφτανε αυτό, θέλουν και βεβαίωση από συγγενή μου ότι μένω στο σπίτι μου. Δεν τους αρκεί η ΔΕΗ, γιατί μπορεί να έχω πεθάνει και να μην έχω κληρονόμους. Και όλα αυτά μπροστά μου, στον ολοζώντανο πολίτη με την ταυτότητα ανά χείρας! Πού φτάσαμε... Ρε συ, Ιβάν, λες να έχω πεθάνει και να μην το ξέρω; Αλλά αν ήταν έτσι, τώρα δεν θα κουβεντιάζαμε... Τρόπος του λέγειν, βέβαια... Τέλος πάντων... Αύριο πρέπει να τους πάω τα χαρτιά και να αποδείξω ότι ζω. Να μου βάλουν εκεί και μια βούλα και να βεβαιώσουν ότι ζω. Μάλιστα. Γιατί χωρίς σφραγίδα δεν ζεις, αγαπητέ. Εσύ να τα βλέπεις και να δοξάζεις τον Θεό που δεν σας έχουν βάλει IBAN και στα λουριά σας. Μη με κοιτάζεις έτσι με γουρλωμένα τα μάτια σου. Γιατί, πιστεύεις ότι δεν μπορεί να γίνει; Εδώ έχουμε δει άλλα κι άλλα σ' αυτή τη χώρα, αυτό σε πείραξε; Και δεν έφτανε να μη στα πολυλογώ όλη η ταλαιπωρία, αλλά περίμενα και στη στάση του λεωφορείου μέχρι να γυρίσω γύρω στα τρία τέταρτα. Είχε βλάβη το προηγούμενο και μέχρι να ειδοποιηθεί ο άλλος οδηγός και να τελειώσει τον καφέ του, πέρασε η ώρα. Ευτυχώς που είχα αγοράσει ένα κουλούρι Θεσσαλονίκης και μέχρι να έρθει το λεωφορείο μέτραγα τα σουσάμια... (Κοιτάζει τον σκύλο) Σε βλέπω, δεν αντέχεις άλλο. Σταματάω. Τι μου φταις κι εσύ; (Σηκώνεται απ' την πολυθρόνα.) Έλα, πάμε. (Ο σκύλος τον ακολουθεί στην κουζίνα και έχει πέσει σχεδόν πάνω στον άντρα που ανοίγει μετά την πρώτη και μια δεύτερη κονσέρβα.) Επ! Η μία δική σου! Έχω 247 δόσεις ακόμα. Δεν είμαι πια για rio mare..."

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Τιμώντας την «εθνική επέτειο» της Πρωταπριλιάς σε 24 γράμματα


Αλήθεια, σήμερα επιτρέπεται να πει κανείς ψέματα;
Βέβαια, στην Ελλάδα το ψέμα τείνει να γίνει συνήθεια και η αλήθεια εξαίρεση.
Για αυτό και βλέπουμε μία γενική ανοσία στην πολιτική ζωή του τόπου, με συνέχιση των γενικόλογων υποσχέσεων των δύο πιο μεγάλων κομμάτων.
Διόλου περίεργο δεν είναι το γεγονός ότι πλέον οι υποσχέσεις έχουν στερέψει, διότι για να υποσχεθείς, έπειτα πρέπει να εκπληρώσεις.
Εκπλήρωση υποσχέσεων, εν προκειμένω δεν πρόκειται να επέλθει, παρά μόνο εκπλήρωση υποχρεώσεων.
Ζώντας, λοιπόν, ένα αβέβαιο παρόν, αναρωτιέται κανείς αν θα δει το φως της μέρας πάλι κάποια νίκη στην Ελλάδα. Οποιουδήποτε χαρακτήρα. Αθλητική, πολιτική, οικονομική, πολιτιστική.
Ήττες δυστυχώς έχουν έρθει πολλές.
Θέλει πολύ κουράγιο και δυνατούς παίκτες αυτό το συνεχόμενο κλίμα πεσιμισμού, που το βλέπω πλέον πολύ συχνά από συνομηλίκους μου.
Ίωση της εποχής; Μακάρι να ήταν. Γιατί στην ίωση παίρνεις τη δόση του αντιπυρετικού και νιώθεις καλύτερα, στην κρίση παίρνεις τη δόση του πακέτου και νιώθεις χειρότερα.
Κρατήρας ηφαιστείου κάθε σπίτι, που περιμένει να επανενεργοποιηθεί.
Λάβα και αγανάκτηση έχουν γίνει ένα.
Με λίγες εξαιρέσεις, ο κόσμος δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει. Να φύγει από την χώρα του και να βρει αλλού την τύχη του;
Να μείνει με την ελπίδα ότι τα πράγματα θα γίνουν κάποια στιγμή κάπως καλύτερα;
Ξέρει κανείς πότε θα συμβεί αυτό; Ίσως ρητορική ερώτηση.
Ο μόνος λόγος, όμως, που κρατάει κάποιον πίσω είναι μία αόρατη φωνή που λέει στον Έλληνα να μην εγκαταλείψει, που του λέει ότι ο άξιος δεν θα χαθεί ό,τι και αν γίνει.
Πιστευτό ή όχι, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους που πολλοί δεν έχουν εγκαταλείψει αυτόν εδώ τον τόπο. Η Βούλα Πατουλίδου το 1992 είχε πει το περιβόητο: «Για την Ελλάδα ρε γαμώτο!»
Ρήση τόσο πατριωτική, μα και τόσο προφητική! Λες και έδινε κουράγιο σε χιλιάδες Έλληνες μετά για υπομονή. Υπομονή όχι μόνο στις χαμηλότερες τάξεις. Όλες οι κοινωνικές τάξεις δοκιμάζονται. Δεν βγαίνει κανείς στο απυρόβλητο.
Σταθερή αξία το μεράκι του Έλληνα.
Το φιλότιμό του, που ακόμη και σε αυτές τις δύσκολες ώρες θα βοηθήσει το συνάνθρωπο από το υστέρημά του.
Υστέρημα, που μόνο ο μέσος Έλληνας ξέρει το πόσο δύσκολα αποκτιέται. 
Φωτεινή εξαίρεση άνθρωποι μιας άλλης νοοτροπίας, που ζουν σε μια άλλη Ελλάδα, της "Παραβύσσου": ενός μίγματος παραδείσου και αβύσσου.
Χωρίς φόβο όμως, πρέπει κανείς να συνεχίζει και να προχωρά. Γιατί τι είναι η ζωή; Ένα διάλειμμα μέσα στο άπειρο.
Ψυχή και χαμόγελο χρειάζονται μόνο. Αυτά είναι τα δύο απαραίτητα συστατικά που πρέπει να έχει καθένας μας μέσα στο δισάκι του.
Ώρα, λοιπόν, να πάρουμε τη ζωή στα αστεία και να μετατρέψουμε την Πρωταπριλιά σε Εθνική Επέτειο, για να θυμόμαστε κάθε χρόνο ποιοι μας έφεραν ως εδώ.