Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Ουδείς τέλειος...

Αγαπητοί αναγνώστες,
 
ζητώ την κατανόησή σας για τυχόν ορθογραφικά ή τυπογραφικά λάθη. Ανανεώνω τα κείμενα καθημερινά. Όντας νυχτερινός τύπος, πολλές φορές οι απαιτήσεις των ορθογραφικών κανόνων είναι υπερβολικές, κάνοντας το μυαλό να απεργεί. Αν και επιβάλλω στον εαυτό μου να γράφει σωστά, επειδή ο λόγος έχει γλώσσα και θα μας δαγκώσει αν παραβούμε τους κανόνες του, παρ΄ όλα αυτά υποπίπτω πολλές φορές στην επανάπαυση της επεξεργασίας του κειμένου την επόμενη μέρα. Όπου "επόμενη μέρα" εν τέλει καταλήγει να είναι επόμενη εβδομάδα...
 
Ζητώ την κατανόησή σας για τυχόν αβλεψίες μου. Ήδη τα κείμενα κριτικής του Jo Nesbo και του Αντώνη Σαμαράκη έχουν ανανεωθεί, όπως και αρκετά διηγήματα.

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Jo Nesbo: Ο λυτρωτής - μια ενδιάμεση μετάβαση στις περιπέτειες του Χάρι Χόλε

Ο λυτρωτής αποτελεί ένα βιβλίο - εξαίρεση στη μέχρι τώρα λογοτεχνική παραγωγή του συγγραφέα. Και εξηγούμαι: Μπορεί να είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα και να κρατά ως ένα βαθμό την αγωνία του αναγνώστη, αλλά κάπου χωλαίνει: στην πλοκή. Αν και ως τώρα εκθείαζα τον Nesbo, δεν πρόκειται να μασήσω τα λόγια μου, όταν βλέπω ότι η πίεση να γράφει σχεδόν κάθε χρόνο και νέο βιβλίο οδηγεί σε μία ποιοτικά φθίνουσα πορεία. Το βιβλίο δεν παύει μεν να αποτελεί ένα αξιόλογο πόνημα και μπορεί να διαβαστεί άνετα και ως πρώτο έργο από τη σειρά με ήρωα τον επιθεωρητή Χάρι Χόλε.  Απλώς, όταν ένας μετρ του είδους έχει ανεβάσει τόσο ψηλά τον πήχυ της λογοτεχνικής του αξίας, την επόμενη φορά περιμένεις όλο και περισσότερα.
Ο τρόπος ανάπτυξης του θέματος είναι πέρα από πολλαπλός και πολυδαίδαλος. Υπάρχει η παράλληλη διακλάδωση πολλών θεμάτων, με λίγες αναδρομές στο παρελθόν - τουλάχιστον λιγότερες από τον "Κοκκινολαίμη" - και η συνεχιζόμενη και κουραστικότατη εισαγωγή  νέων χαρακτήρων και ονομάτων. Ο ρυθμός κύλισης του μύθου είναι ασυνήθιστα αργός για τα δεδομένα του συγγραφέα. Απορώ γιατί χρειάζεται κάθε βιβλίο να είναι 600 και όχι 400 σελίδες...  Ουκ εν τω πολλώ το ευ.
Πηγαίνοντας τώρα στα θετικά... Έχουμε πλέον πιο ξακάθαρη εικόνα για τον κεντρικό ήρωα. Μένοντας στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου νηφάλιος και μακριά απ' το ποτό, ο Χάρι Χόλε καταφέρνει και βρίσκει την άκρη σε δύσκολες υποθέσεις που απαιτούν πείρα και σπιρτάδα. Είναι συνειδητοποιημένος για το τι και ποια θέλει και φανερώνει σταδιακά και τον άνθρωπο πίσω από τη μάσκα του εργασιομανούς επιθεωρητή. Ο Nesbo μας δείχνει ότι ο ήρωάς του έχει πολλά ακόμα να δώσει και μας προϊδεάζει ότι ο Χάρι θα αντέξει και για τη συνέχεια.
Σχετικά με την υπόθεση, παραθέτω την περίληψη του εκδοτικού οίκου "Μεταίχμιο":
"Μια παγωμένη βραδιά στο Όσλο, παραμονές Χριστουγέννων, κόσμος είναι μαζεμένος σε μια υπαίθρια συναυλία του Στρατού Σωτηρίας. Μια έκρηξη διακόπτει τη μουσική, ένας ένστολος πέφτει νεκρός, με μια σφαίρα εξ επαφής στο κεφάλι. Ο Χάρι Χόλε και η ομάδα του δεν έχουν πολλά στοιχεία στη διάθεσή τους: δεν υπάρχει ούτε ύποπτος ούτε όργανο του εγκλήματος ούτε κίνητρο. Όταν όμως ο δολοφόνος ανακαλύπτει πως σκότωσε το λάθος άτομο, τότε αρχίζουν τα πράγματα να περιπλέκονται. Χάρη στην εντατική δουλειά της ομάδας του, ο Χάρι καταφέρνει να εντοπίσει τον πληρωμένο δολοφόνο (μέσω πιστωτικών καρτών, ψεύτικου διαβατηρίου και της επικοινωνίας με τον εργοδότη του). Χωρίς χρήματα, μόνο με έξι σφαίρες στο όπλο του και χωρίς στέγη, ο δολοφόνος είναι όλο και πιο απελπισμένος. Θα κάνει το παν για να εξολοθρεύσει τον στόχο του."
Ο συγγραφέας έκανε κάτι που είχα ευχηθεί να γίνει από την ανάγνωση του δεύτερου, σε κυκλοφορία στην Ελλάδα, βιβλίου του: Φανερώνει σχετικά νωρίς τον ένα δολοφόνο και πλέον παίζεται η γνωστή σκηνή της γάτας με το ποντίκι, με την φαντασία του Jo Nesbo να δίνει αναμφίβολα ρέστα. Βέβαια, ο παραπάνω αυτουργός δεν είναι και ο μοναδικός φυσικός ή και ηθικός. Ο άξονας του συγκεκριμένου έργου πραγματεύεται τη σφαίρα της ηθικής, την εκδίκηση για καλό σκοπό, ή άλλως τις γνωστές ρήσεις: "Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, κ.ά.". Και μάλιστα μέχρι την τελευταία σελίδα που βλέπουμε τη συνάντηση του επιθεωρητή Χόλε με τον πρώην προϊστάμενό του Μέλερ και την τεράστια αποκάλυψη υπό μορφή κάθαρσης στην οποία προβαίνει ο τελευταίος.
Συμπερασματικά: Θα χαρακτήριζα το "Λυτρωτή" ως ένα ενδιάμεσο στάδιο επαναπροσδιορισμού των χαρακτήρων και των αξιών τους, πριν τη μετάβαση σε μια πιο σκληρή φάση περιπετειών. Ένα έργο που βάζει τον αναγνώστη σε ηθικά διλήμματα, κεντρίζει, αφυπνίζει συνειδήσεις και κινεί την περιέργεια για το... λυτρωτικό φινάλε, με μια πινελιά υπερβολής στον αργό ρυθμό, στην ποσότητα των σελίδων και την ποικιλία των ονομάτων. Ένα βιβλίο, που, παρ' όλα αυτά, μπορεί να διαβαστεί χωρίς να έχουν προηγηθεί τα άλλα έργα του συγγραφέα και για τους μη μυημένους στη γραφή του αποτελεί ένα καλό (εναλλακτικό) ξεκίνημα στην αστυνομική λογοτεχνία του Νορβηγού λογοτέχνη.

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Βραβεία από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών

Με ιδιαίτερη χαρά και τιμή ενημερώθηκα σήμερα ότι τα έργα μου "Αμαρτίες ανθρώπων παιδεύουσι φαντάσματα" (κλικ εδώ) και "Μια γουλιά δημοκρατία"(κλικ εδώ) διακρίθηκαν από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Το πρώτο απέσπασε το Δεύτερο Βραβείο Διηγήματος και το δεύτερο Έπαινο Δοκιμίου.
 
Ευχαριστώ θερμά! Συνεχίστε να διαβάζετε, γιατί...
 
Scripta manent!

Αμαρτίες ανθρώπων παιδεύουσι φαντάσματα: Β΄ Βραβείο Διηγήματος

Φωτογραφία: Θωμάς Βλαχογιάννης



Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει, γιατί όλα του τα ρούχα ήταν συνέχεια από δεύτερο χέρι. Πάντοτε πλυμένα, σιδερωμένα στην εντέλεια και μοσχοβολούσαν καλύτερα κι απ’ όταν πουλήθηκαν για πρώτη φορά. Παρ’ όλα αυτά, έπρεπε να φτάσει εκείνη η δύσκολη ώρα του αποχαιρετισμού του κάθε νοικοκύρη, για να μπορέσει να βάλει κάτι πάνω του. Πολλές φορές παρά λίγο να γίνει τσακωτός την ώρα που διάλεγε σεντόνι από το νέο αίμα που κατέκλυζε τον χώρο, έμπαινε στη σφαίρα κυριαρχίας του και αλώνιζε τα λημέρια του προηγούμενου ενοίκου.  
Είχαν έρθει φορές που μετάνιωνε την ώρα και τη στιγμή που οι πρόγονοί του είχαν δώσει τον απαράβατο όρκο σιωπής προς το ανθρώπινο είδος, μια υπόσχεση που αποτελούσε εκείνο το δυσδιάκριτο όριο μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας ή κατ΄ άλλη άποψη, των δύο παράλληλων κόσμων. Δενόταν με κάποιους ανθρώπους μονομερώς. Χωρίς ανταπόκριση. Σιχαινόταν κάποιους άλλους χωρίς να εκδηλώνει το άχτι του. Το μοναδικό που μπορούσε να κάνει ήταν να τρυπώσει από μέσα τους σαν φθινοπωρινό αεράκι. Αγαπούσε όμως και αρκετούς, δίνοντας το «παρών» σε ευτυχισμένες στιγμές ζωής. Όπως σε μία τότε, γύρω στο 1985, όταν ο παππούς που έπαιζε την τέταρτη παρτίδα τάβλι με τον εγγονό του, αποφάσισε να εγκαταλείψει τον κόσμο των ανθρώπων χαμογελαστός. Βγήκε από την πόρτα του πέτρινου σπιτιού του και πήρε δυο ξύλα για τη σόμπα. Με το που τα άφησε δίπλα της, αντιλήφθηκε ότι η ζωή, όπως όλα τα άλλα θηλυκά, τον είχε ξεγελάσει. Για μια στιγμή του φάνηκε ότι ο παππούς, καθώς έφευγε, του έκλεισε το μάτι, σαν να του ’λεγε νοερά: «Μη φοβάσαι, θα σου κάνω κι εγώ παρέα από δω και στο εξής.» Ίσως να ’ταν και η ιδέα του. Ποτέ του δεν μπόρεσε να εμπεδώσει, γιατί ο εγγονός είχε πλαντάξει στο κλάμα εκείνη την ώρα. Ο παππούς του ήταν πολύ ευτυχισμένος.
Κάποια από τα φαντάσματα του παρελθόντος, μακρινοί του συγγενείς, τον στοίχειωναν αρκετές φορές. Αυτό σήμαινε ότι είχε πολύ συχνές επισκέψεις κατά τη διάρκεια μερικών κρύων χειμωνιάτικων βραδιών. Οι ένοικοι απέδιδαν το κρύο και τα αέρινα ρεύματα στον καιρό και στο δυνατό φύσημα του ανέμου.
Δεν ζούσε πια το παρελθόν, παρά μονάχα το δικό του παρόν. Ζούσε... Τρόπος του λέγειν, τέλος πάντων. Αποφάσισε να βάλει ένα τέλος στην παλιά του ζωή και να χτίσει ένα καινούριο μέλλον με προοπτικές, που ίσως κάποια στιγμή θα τον βοηθούσαν να ξελασπώσει από τον επίγειο βούρκο και να ανυψωθεί προς τα επάνω. Και τι σημαίνει «μέλλον με προοπτικές»; Δουλειά με χρήματα. Όπου χρήματα για τους ανθρώπους, δόξα για τα φαντάσματα. Αυτό ήταν το συναλλακτικό τους μέσο: η δόξα. Κάποιοι είχαν καταφέρει λόγω υστεροφημίας να πλουτίσουν. Τα φαντάσματα του Σόπενχάουερ ή του Ομήρου, χρησιμοποιούσαν πάντοτε δαντελωτά σεντόνια λόγω εξασφαλισμένης υστεροφημίας. Για όλους τους λοιπούς, όμως, η δίψα για δόξα ήταν ο μεγάλος τους στόχος, το κρυφό τους γινάτι, η μυστική τους διακαής επιθυμία. Ματαιοδοξία στο απόλυτό της μεγαλείο. Και εδώ έρχεται η στιγμή που ακόμα μια ρήση του σοφού λαού επιβεβαιώνεται: «Πρώτα φεύγει ο άνθρωπος και μετά το χούι.» Το «μετά» ήταν σχετικό, καθώς η «Αλλάξτε ζωή Ανώνυμη Εταιρία» ήταν προϊόν υπεράνθρωπης - πράγματι- προσπάθειας και μεγάλου κόπου.
 Είχε ψάξει να βρει τους καλύτερους συνεργάτες, ώστε να συμβάλουν κι εκείνοι στην επιχείρησή του με τα αντίστοιχα οφέλη. Το σλόγκαν της εταιρίας: «Φανταστικοί συνεργάτες για φανταστικά αποτελέσματα» έδινε και έπαιρνε στους διαδρόμους γειτονικών σπιτιών. Απέκτησε γρήγορα πελατεία και φήμη. Τα φαντάσματα της χρεοκοπίας, της ξενοφοβίας και της υποκρισίας είχαν σχεδόν καθημερινά την τιμητική τους. Οι μέρες και ιδιαιτέρως οι νύχτες, λόγω της διπλοβάρδιας, περνούσαν γρήγορα αλλά εξοντωτικά. Οι δουλειές πλήθαιναν, οι πελάτες απαιτούσαν και ο εργοδότης με τη σειρά του έπρεπε να ανταποκριθεί στο μεγάλο φόρτο εργασίας. «Πού είναι η αναφορά από τον τομέα χρεοκοπίας; Η Ελλάδα καταρρέει... Αν δεν πουλήσουμε τώρα τρόμο, πότε; Μου λέτε;»
Ο διευθυντής της επιχείρησης σχεδόν κραύγαζε. Πήγαινε κι ερχόταν, με το λευκό του σεντόνι να ανεμίζει μέσα στην υπερένταση του ανέμου και με τα μαύρα του μάτια σε πλήρη διαστολή: «Σε λίγο πρέπει να στείλουμε εφιάλτες στον κόσμο, ονειρώξεις στους τραπεζίτες και ένα ευχάριστο βράδυ στους κατοίκους της Γερμανίας κι αυτός ακόμα να φανεί!», ωρυόταν απευθυνόμενος στη γραμματέα του. Δεν πρόλαβε να αποσώσει την φράση του και ένα γιγαντιαίο λευκό πέπλο με σχεδόν ανεπαίσθητα ορατές λωρίδες γκρι μπήκε φουριόζικο και λαχανιασμένο μέσα στο γραφείο:
-           «Συγγνώμη για την καθυστέρηση, κύριε διευθυντά, αλλά μου δώσατε πολύ δύσκολο χαρτοφυλάκιο. Πέρα από μένα, βρίσκονταν εν δράση και οι συνάδελφοι της ξενοφοβίας και υποκρισίας.»
-           «Εγώ τους έστειλα. Δώσε μου την αναφορά, για να τη στείλω στο τμήμα μυθοπλασίας. Από εκεί...», γύρισε απευθυνόμενος και συνωφρυομένος όπως ήταν στη γραμματέα του, «...να αρχίσει αμέσως η αποστολή ονείρων, φόβων και εφιαλτών.» Η τελευταία έγνεψε καταφατικά κουνώντας τη βαρυτική της αύρα προς τα κάτω και εγκατέλειψε το γραφείο.
Το φάντασμα της χρεοκοπίας πέρασε έναν πράσινο φάκελο στον ανώτερό του. Εκείνος άρχισε να το διαβάζει τόσο γρήγορα, λες και ήξερε από πριν το περιεχόμενό του:
«Ήμουν στοιχειωμένο για μέρες στη Βουλή, μέχρι που αποφασίστηκε ο νέος Πρωθυπουργός. Τον ακολούθησα ως το Μέγαρο Μαξίμου. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν. Κανείς δεν μου έδινε σημασία. Κάποιοι περνούσαν ακόμα κι από μέσα μου! Δεν ήξερα πού να ρίξω το κεφάλι μου (μακάρι να ήμουν άνθρωπος να μπορούσα απλώς να το γείρω). Τελικά σχηματίστηκε κυβέρνηση, αλλά εξακολουθούν να με αναφέρουν. Σαν να με φοβούνται, ενώ δεν τους έχω κάνει τίποτα. Αισθάνομαι πολύ άβολα. Τη μητέρα μου, τη Δραχμή, νομίζω ότι κάποιοι τη μισούν. Θέλω να ηρεμήσω. Ήρθε ο καιρός πια να κάνω διακοπές. Θέλω να πάω σε μεσογειακή χώρα. Βρίσκομαι ανάμεσα στην Κύπρο και την Ισπανία». Ο διευθυντής τελείωσε την ανάγνωση.
-     «Ακριβώς όπως τα περίμενα», είπε και ένα χαιρέκακο χαμόγελο απλώθηκε σχεδόν αμέσως στο κάτασπρο πρόσωπό του.
-     «Τι; Δεν σας άρεσε η αναφορά;»
-     «Το κείμενο; Υπέροχο! Στην κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα αναφέρομαι. Α! Όσον αφορά τον τελευταίο υπαινιγμό περί άδειας αναψυχής σε Κύπρο ή Ισπανία, απορρίπτεται.»
-     «Μα...».
-     «Καληνύχτα...»
-     «Και μετά σου λένε ότι ο αποθανών δεδικαίωται...», μουρμούρισε το σκληρά εργαζόμενο φάντασμα της χρεοκοπίας, καθώς άφηνε πίσω του τον ανώτερό του και τη γραμματέα του. Ύστερα, ο διευθυντής αιωρήθηκε γρήγορα προς τον φορητό του υπολογιστή και άνοιξε το αρχείο με τίτλο: «Ελλάδα». Εκεί εντόπισε αμέσως τους δυο φακέλους από τις γραπτές αναφορές των άλλων συναδέλφων του, εκείνων του τομέα της ξενοφοβίας και της υποκρισίας. Άρχισε να διαβάζει το πρώτο, αιωρούμενο πέρα δώθε στο δωμάτιο, ανεμίζοντας παράλληλα το λευκό του μανδύα:
«Ήμουν εκεί, όταν συνέβη το μοιραίο. Η ικανότητα της τηλεμεταφοράς από κάποιους θεωρείται προνόμιο, για μένα είναι κατάρα. Έχω γίνει μάρτυρας εγκλημάτων χωρίς να μπορώ να καταθέσω, όπως και τότε στην Παιανία. Ο μετανάστης πήγαινε γυρεύοντας. Είπε ότι είχε γυναίκα άρρωστη και παιδιά. Έβλεπα τι πήγαινε να κάνει. Του μίλησα, αλλά δεν με άκουσε. Δεν μπορούσε... Χρειαζόταν χρήματα. Για φάρμακα, για διασκέδαση, για επιβίωση; Όταν απειλούσε τη μητέρα των παιδιών, ήθελα να παρέμβω, να του κρατήσω το χέρι και να του πω να σταματήσει, γιατί γνώριζα τη συνέχεια: Ο γιος υπερασπίζεται τη μητέρα του και η οργή νικάει. Μακάρι να με βοηθούσε ο φίλος μου, που έπαιζε στην όπερα και έγινε διάσημος... Η έκβαση δεν ήταν καλή. Μια ανθρώπινη απώλεια και μια κατακερματισμένη ψυχή ο απολογισμός. Ξαφνικά, βρέθηκα στην Αθηνάς. Ένιωσα μοναξιά. Δεν μιλούσε σχεδόν κανείς ελληνικά. Λίγα βήματα παραπέρα, μια ηλικιωμένη γυναίκα προσπαθούσε να περάσει απέναντι στο φανάρι τραβώντας γρήγορα και μακριά, γεμάτη θυμό, το χέρι της από την προτασσόμενη παλάμη ενός αλλοδαπού, που ήθελε μονάχα να τη βοηθήσει.»
Ο προϊστάμενος σημείωσε ένα τικ δίπλα στον τίτλο της αναφοράς και συνέχισε διαβάζοντας την επόμενη και συγκεκριμένα αυτή του φαντάσματος της υποκρισίας:

«Στην αρχή νόμιζα ότι ήμουν το πιο τυχερό από όλους τους άλλους φίλους μου. Θα παρακολουθούσα συνέχεια θέατρο, κινηματογράφο και γενικά καθετί που σχετίζεται με την υποκριτική τέχνη. Αλλά αντί να γελάσω, γελάστηκα. Έκανα υπερωρίες. Γυρνούσα από πολιτικό γραφείο σε πολιτικό γραφείο, από εταιρία σε εταιρία και το χειρότερο: από σπίτι σε σπίτι. Οι καλύτεροι ηθοποιοί είναι οι ερασιτέχνες άνθρωποι, όταν αποφασίσουν, για ιδιοτελείς τις περισσότερες φορές σκοπούς, να κοροϊδέψουν. Και τα καταφέρνουν περίφημα. Η πραγματικότητα δεν ξεπερνά απλώς την φαντασία. Υπάρχουν φορές που την ισοπεδώνει.» 

«Αν την ισοπεδώνει, λέει;», έκανε ο προϊστάμενος αναστενάζοντας ελαφρώς. Η πραγματικότητα, για όσο διάστημα ήταν άνθρωπος, τον είχε δοκιμάσει προκλητικά. Ευθαρσώς και συνεχώς τον προσκαλούσε σε νέες ασκήσεις αντοχής της τύχης, της μοίρας, του ριζικού, ή όπως αλλιώς λέγεται. Παιχνίδια του πεπρωμένου, σχέδια ασχεδίαστα, επιθυμίες ανεπιθύμητες και σκέψεις αλόγιστες συνέθεταν την ποικιλομορφία της ζωής του. Ήταν άνθρωπος και ζούσε σαν φάντασμα. Είχε μάτια και δεν έβλεπε. Είχε αυτιά και δεν άκουγε. Είχε στόμα και δε μιλούσε. Και το κυριότερο: Είχε καρδιά και δεν ένιωθε. Υπήρξε ένας, αλλά σημαντικός. Οι αποφάσεις του ίσως άλλαζαν το ρου της ιστορίας, ίσως πάλι και όχι, αλλά άξιζε τον κόπο. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να σηκώσει ψηλά το χέρι του, όταν θα του έκαναν μία και μοναδική ερώτηση. Δεν το τόλμησε. Ο βουλευτικός του μισθός και η ασυλία τον προστάτευαν. Ο γιος του είχε ξεκινήσει από καιρό τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Κάποια στιγμή, μια μέρα του Γενάρη, τον βρήκε μισολιπόθυμο, όπως νόμιζε, στο χαλάκι της εξώπορτας του σπιτιού τους. Τον έκανε παραδίπλα με τα πόδια του, για να περάσει κι έφυγε. Θα έβρισκε καιρό να του τα ψάλει αργότερα. Τελικά ο γιος του δεν ήταν μισολιπόθυμος. Είχε ξεμείνει από δόση κι από ζωή, όμως ο πατέρας του δεν πτοήθηκε. «Η πατρίδα με χρειάζεται» διεμήνυε σε όλους τους καλοθελητές δημοσιογραφίσκους, που πάλευαν να κερδίσουν μια του κουβέντα μήπως και ανανέωναν τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου τους για λίγο ακόμη ορισμένο χρόνο. Η χώρα ψυχορραγούσε και μαζί μ’ αυτή τα απομεινάρια της ελπίδας που είχαν εγκαταλειφθεί ως ένδοξο κληροδότημα μιας τιμημένης μα καταρρέουσας ιστορίας. Μιας ιστορίας που είχε χάσει το κεφαλαίο της γιώτα εδώ και πολύ καιρό. Η σύζυγός του τού ζητούσε διακαώς διαζύγιο. «Μετά τις εκλογές» επέμενε εκείνος δίχως ίχνος συναισθήματος. Τον εγκατέλειψε δύο εβδομάδες πριν το εκλογικό αποτέλεσμα. Ισχυρίστηκε ότι είχε ταξίδι για δουλειές. Δεν επέστρεψε ποτέ.

Το βιογραφικό του για το αξίωμα του φαντάσματος ήταν πλήρες: Υψηλόβαθμο στέλεχος στην κρατική διοίκηση, αποστασιοποιημένος συναισθηματικά από συγγενείς και φίλους, δήθεν πατριώτης και κυρίως ιδιοτελής, καιροσκόπος. Υπήρξε πράγματι μεγάλος ανταγωνισμός για το ποιος θα έπαιρνε τη θέση, αλλά τελικά και δικαιωματικά την κέρδισε με την αξία του, ή μάλλον με την έλλειψή της...
Δεν κοιμόταν πλέον, γιατί κοίμιζε άτακτα παιδιά. Και μόνη η επίκλησή του από τα στόματα των γονέων ήταν αρκετή, για να τα τιθασεύσει. Δεν φοβόταν πλέον, γιατί φόβιζε. Όμως τρόμαζε, όταν έπρεπε ο ίδιος να θυμηθεί, γιατί παράλληλα έπρεπε και να μετανιώσει. Να μετανιώσει για λόγια που δεν είπε, για πράξεις που δεν έκανε, για έρωτες που δεν κράτησε, για φιλίες που δεν συντήρησε.
Ήταν κάποτε άνθρωπος, αλλά δεν ονειρεύτηκε. Δεν φίλησε από αγάπη, παρά μόνο από υποχρέωση, ίσως και από οίκτο. Καταραμένος με άλλα λόγια, αλλά προικισμένος για φάντασμα. Μια τιμωρία που στην αρχή για εκείνον φάνταζε ως επιβράβευση, ύστερα ως αγγαρεία και τώρα πια ως ανάγκη μιας κάποιας ύπαρξης.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το χτύπημα της πόρτας. Οι σκέψεις του διακόπηκαν αιφνίδια και η γραμματέας μπήκε φουριόζα στο γραφείο με το φόρεμά της να κυματίζει ατιθάσευτο:
-     «Συγγνώμη, που σας ενοχλώ, αλλά  η κατάσταση στην Ελλάδα δεν μπορεί να ελεγχθεί!»
-     «Στείλατε τους...», δεν πρόκαμε να ολοκληρώσει την ερώτησή του και εκείνη τον πρόλαβε:
-     «Μάλιστα. Στείλαμε τα φαντάσματα του ένδοξου παρελθόντος, αλλά δεν θυμήθηκαν τίποτα. Ύστερα πήγαμε σε πιο κοντινές εποχές. Στους καιρούς του Τρικούπη και του Βενιζέλου. Πάλι τίποτα. Δεν μπορούμε να αφυπνίσουμε τους Έλληνες. Να τους βγάλουμε από τη νωθρή τους λήθη, από την ... μισό λεπτό να δω πώς ακριβώς το έχετε αναφέρει...» Κοίταξε τις σημειώσεις της.
-     «Από την επανάπαυση του σαθρού παρόντος σε θεμέλια που τρίζουν», τη συμπλήρωσε.
-     «Ακριβώς», συμφώνησε η γραμματέας.
-     «Ευχαριστώ, δεν θα σε χρειαστώ άλλο», της αποκρίθηκε κοφτά και η τελευταία αποχώρησε μέσα στο άγχος.
Ο διευθυντής πήρε θέση στην πολυθρόνα του και συνειδητοποίησε ότι είχε καταφέρει, όσα χρόνια διατέλεσε βουλευτής ως άνθρωπος, να πετύχει το στόχο του: την  εξολόθρευση της ελπίδας μια διά παντός σε μια χώρα, που πλέον την χρειαζόταν, όπως ο δύτης το οξυγόνο. Και εκείνη τη στιγμή, κάπου στο αριστερό μέρος του σεντονιού του, κάτι σαν χτύπος να τάραξε τη σιδερωμένη του γραμμή. Πάλι... Ακόμα μία φορά... Ο χτύπος επαναλήφθηκε. Και τότε συνειδητοποίησε ότι αισθάνθηκε. Ένιωσε. Ήταν έτοιμος πλέον να παραδώσει τα σκήπτρα του στον επόμενο φιλόδοξο και φέρελπι φανταστικό διευθυντή. Πέταξε από πάνω του το κατάλευκο πέπλο, διαπέρασε τον τοίχο και με ένα πλατύ χαμόγελο κίνησε, για να ζητήσει συγγνώμη από τη γυναίκα που κορόιδεψε, από το γιο που αμέλησε και από το λαό που ξεγέλασε. Ίσως να προλάβαινε την τελευταία φουρνιά αυτοχείρων.

Όλοι οι μαθητές της Α΄ Γυμνασίου κοιτούσαν συνωφρυομένοι το δάσκαλο και περίμεναν να ακούσουν από τα χείλη του τι απέγινε το φάντασμα του βουλευτή.
-  «Η ιστορία τελείωσε εδώ. Μην περιμένετε συνέχεια», είπε χαμογελώντας απευθυνόμενος στα σαράντα μάτια των εκστατικών μαθητών της τάξης του. «Τα υπόλοιπα ανήκουν στην φαντασία σας.»
Ένας μαθητής από το πίσω θρανίο πετάχτηκε:
-     «Δηλαδή μετάνιωσε, κύριε;»
-    «Ασφαλώς. Επανέφερε την ανθρώπινη φύση του. Συνειδητοποίησε τα λάθη του και έδιωξε μακριά τη λήθη του.»
-     «Τι είναι λήθη;»
-     «Δεν είπαμε να σημειώσετε όλες τις άγνωστες λέξεις, για να τις εξηγήσουμε στο επόμενο μάθημα;»
Μια μαθήτρια σήκωσε το χέρι της από το πρώτο θρανίο.
-     «Πιστεύετε στα φαντάσματα;» Ρώτησε με γουρλωμένα μάτια γεμάτα απορία, μόλις ο δάσκαλος της έδωσε το λόγο.
-    «Πιστεύω στο διαχωρισμό μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Το τι υπάρχει εδώ όλοι το ξέρουμε. Για το τι όμως ενδεχομένως υπάρχει κάπου αλλού, μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Το σίγουρο είναι ένα: πως αν αγαπάτε τους γονείς σας, τους φίλους σας και στη συνέχεια το ταίρι σας, δεν θα έχετε τα «προσόντα» να γίνετε φαντάσματα. Θα τη γλιτώσετε...» Ο δάσκαλος δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το μικρό μειδίαμα που σχηματίστηκε στο πρόσωπό του.
Τα παιδιά έμειναν αποσβολωμένα να τον κοιτούν. Εκείνος σηκώθηκε από την έδρα του και άρχισε να σημειώνει κάτι στο μαυροπίνακα μιλώντας παράλληλα προς τους μαθητές του: «Σας γράφω στον πίνακα μια φράση σχετικά με τη σύγκρουση δύο κόσμων. Αντιγράψτε τη, σημειώστε τις άγνωστες λέξεις και ζητήστε από τους γονείς σας να την ερμηνεύσουν. Μαζί θα την αναλύσουμε την επόμενη φορά.» Ύστερα από ένα λεπτό περίπου, υπήρχε γραμμένη με άσπρη κιμωλία η εξής φράση: «Το όνειρο και το φιλί είναι οι πιο ασυνάρτητες ανισώσεις μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Το πρώτο σου επιτρέπει να ξεφύγεις και το δεύτερο σου απαγορεύει να φύγεις. Για αυτό τα βλέπουμε και τα δύο με κλειστά μάτια.»

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Οι αντιφάσεις των υπο-κόσμων (enfo.gr)


Πριν οποιοδήποτε γρήγορο συμπέρασμα που διακρίνει την οξύνοια του έθνους μας, σας προλαβαίνω εξηγώντας το εξής: Η πρόθεση «υπό» πέραν της εγγενούς, ρατσιστικής της χροιάς, σημαίνει και την (υπο)διαίρεση, κατηγοριοποίηση και ως τέτοια θα πρέπει να εκληφθεί στο παρόν άρθρο.

Ο υπό-κοσμος της δικαιοσύνης: Πολλοί και σε καθημερινή βάση βάλλουν κατά της μιας εκ των τριών συνταγματικά κατοχυρωμένων κρατικών λειτουργιών: της δικαστικής. Ίσως είμαι από τους ελάχιστους ρομαντικούς που πιστεύουν ότι η απονομή της Δικαιοσύνης βρίσκεται σε ικανά χέρια. Εντούτοις, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών προκαλούν μια σύγχυση στο μέσο κοινωνό της έννομης πολιτείας μας. Από τη μια, βλέπουμε να κρατούνται προσωρινά, ως περιοριστικό μέτρο μέχρι τη δίκη τους, οι μισοί βουλευτές νεοναζιστικού κόμματος (αν και ως «κόμμα» χαρακτηρίζεται το πολιτικό μόρφωμα που έχει συσταθεί και λειτουργεί με δημοκρατικές διαδικασίες). Από την άλλη, ο κόσμος παρατηρεί τον καταδικασθέντα τρομοκράτη της 17Ν να παίρνει την άδειά του και να εξαφανίζεται. Προφανώς στη δεύτερη περίπτωση η δικαιοσύνη θεώρησε ότι η στάθμη του σωφρονιστικού επιπέδου του φυλακισμένου είναι επαρκής και έχει αποσβεστεί η υψηλή επικινδυνότητά του, ώστε να υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες ο τελευταίος να μην επιστρέψει στα ευάερα και ευήλια κελιά της φυλακής του. Το συμπέρασμα; Να δικαιωθεί το παράλογο και να υπογραμμίζεται («δυστυχώς» πρώτο) από μεγάλη μερίδα υποστηρικτών της σβάστικας («δυστυχώς» δεύτερο) η αυστηρότητα επιβολής του περιοριστικού μέτρου της προσωρινής κράτησης στα μέλη – βουλευτές του ως άνω κομματικού σχηματισμού (ο όρος «προφυλάκιση» αν και ακούγεται κατά κόρον στον Τύπο έχει καταργηθεί).

Ο υπό-κοσμος της κοινωνίας: Η κρίση μας έχει κάνει να στραφούμε περισσότερο στην τέχνη και την ηθική. Τα χρόνια που το «θέλω» υπερνικούσε το «πρέπει» έχουν περάσει για ένα συντριπτικό κομμάτι της κοινωνίας. Και για κάποιους έχει αφαιρεθεί αυθαίρετα ακόμη και η δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στα δύο, έστω κι αν η απόφαση θα ήταν προειλημμένη. Οι Έλληνες χαρακτηριζόμαστε ως μεσογειακός, ζεστός, φιλόξενος λαός. Είμαστε πονόψυχοι και αυτό καταδεικνύεται πολλές φορές από ένα φιλικό σκούντημα στον ώμο μέχρι και τη θυσία από το ατομικό υστέρημα, για να μοιραστεί το βάρος της στέρησης στα δύο. Όμως, η επίπονη μετάβαση από το φαίνεσθαι στο είναι δεν είναι εύκολο πράγμα. Η φοροδιαφυγή, εν γνώσει μάλιστα εχόντων περιουσία και ο ωχαδερφισμός, όταν φτάνει η στιγμή αποπληρωμής των εκ των άνω και εκ των έξω επιβαλλόμενων οικονομικών υποχρεώσεων, καλά κρατούν. Τότε, δια μαγείας ο «άλλος» ξεχνιέται. Η εκδίκηση για το κράτος παρασύρει στο διάβα της όλα τα ίχνη του καλού Σαμαρείτη και η κλίση της προσωπικής αντωνυμίας σταματά στο πρώτο ενικό. Το πενηντάλεπτο κέρμα που δόθηκε στον περαστικό ζητιάνο του μετρό γίνεται χρυσόσκονη σε παιδική ζωγραφιά. Οι «παστίλιες για τον πόνο του άλλου» λήγουν στα ράφια των φαρμακείων. Οι οικογένειες μένουν έρημα υποσύνολα μέσα στο αβυσσαλέο χάος της κρατικής γραφειοκρατίας και της κοινωνικής ανισότητας, μη μπορώντας να ενωθούν σε ένα συνειδητοποιημένο, ενιαίο σύνολο κοινών αιτημάτων.

Οι παραπάνω αντιφάσεις είναι όμως ιάσιμες; Το άσπρο και το μαύρο, αν και εκ διαμέτρου αντίθετα, δίνουν πολλές φορές αρμονικά αποτελέσματα: για τους λάτρεις των παιχνιδιών μυαλού, μπορεί να είναι μια σκακιέρα, για τους φιλόζωους ένα σκυλί δαλματίας, για τους φιλότεχνους μια ατμοσφαιρική φωτογραφία. Η αρμονική συνύπαρξη των αντιθέτων συνθέτει το παζλ της κοινωνίας, παρέα με τις όποιες προκύπτουσες προκλήσεις. Το μόνο που μένει είναι να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη και πρώτη ύλη για τη νέα γενιά, η οποία διψά να δει μια χώρα ουσιαστικά ανεξάρτητη, με τη σημαία της να κυματίζει αγέρωχα στα ιερά ερείπια ξεχασμένων ιδανικών.

*Δημοσίευση στο enfo.gr στις 23.01.2014

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Ο Τζο Νέσμπο διασκευάζει Σαίξπηρ και ξαναγράφει τον «Μακμπέθ»

Εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο τον έχουν λατρέψει και περιμένουν με αγωνία κάθε νέο βιβλίο του. Ο λόγος για τον νορβηγό συγγραφέα Τζο Νέσμπο, «πατέρα» του ντετέκτιβ Χάρι Χόλε, ο οποίος θεωρείται το μεγαλύτερο αστέρι της αστυνομικής λογοτεχνίας και που ανέλαβε ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα: να διασκευάσει τον «Μάκμπεθ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.

Η πρωτοβουλία ανήκει στις εκδόσεις Hogarth, που ζήτησαν από τον Νέσμπο, αλλά και άλλους αναγνωρισμένους συγγραφείς, να διασκευάσουν έργα του Σαίξπηρ, με αφορμή τη συμπλήρωση 400 χρόνων από τον θάνατό του, το 2016.

Στο πλαίσιο αυτό, όπως μεταδίδει το BBC, με έργα του Σαίξπηρ θα καταπιαστούν οι Μάργκαρετ Άτγουντ, Ανν Τάιλερ, Ζανέτ Γουίντερσον και Χάουαρντ Τζέικομπσον.

Αναφερόμενος στο εγχείρημα, ο Νέσμπο υποστήριξε πως η ιστορία του Μάκμπεθ, ενός φιλόδοξου στρατηγού που δολοφονεί τον βασιλιά για να ανέλθει στην εξουσία, τον κεντρίζει δημιουργικά.

«Αγγίζει ζητήματα με τα οποία ασχολούμαι από τότε που ξεκίνησα να γράφω» δήλωσε, σημειώνοντας: «Είναι ένα θρίλερ για τη μάχη εξουσίας, τοποθετημένο σε ένα ζοφερό, θυελλώδες σκηνικό σαν νουάρ και σε ένα σκοτεινό, παρανοϊκό μυαλό».

«Θα πάρω ό,τι θεωρώ χρήσιμο και θα γράψω τη δική μου ιστορία. Και ναι, θα έχω το θάρρος να το αποκαλέσω Μάκμπεθ» τόνισε.

Τα βιβλία του Τζο Νέσμπο έχουν πουλήσει περισσότερα από 20 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Το επόμενο βιβλίο με ήρωα τον ντετέκτιβ Χάρι Χόλε έχει τίτλο «Αστυνομία» (εκδόσεις Μεταίχμιο) και αναμένεται να κυκλοφορήσει στην Ελλάδα τον Μάιο. Επίσης, πρόκειται να εκδοθούν «Η νυχτερίδα» (Ιανουάριος 2014) και «Οι κατσαρίδες» (φθινόπωρο 2014).
 
Πηγή: in.gr
 
 
*Η σωστότερη μεταφραστική μεταφορά του Macbeth στα ελληνικά είναι Μακμπέθ. (βλ. και Καρθαίο Κ., εκδόσεις Πατάκη, όπως και προηγουμενη κριτική μου στο ομότιτλο έργο του Σαίξπηρ)

 

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Επίκληση στο άπειρο (Φρέαρ, τεύχος 5)




Έγραφε επιλεκτικά ανορθόγραφα. Θεωρούσε ότι δεν μπορούσε να υπακούσει σε κανόνες που είχε θεσπίσει κάποια ομάδα πνευματικών ανθρώπων. Τι κι αν ήταν η επίσημη γραφή του κράτους; «Αποτελεί καταφανής αδικία», έλεγε περίτρανα όπου βρισκόταν, «η αγάπη να είναι γένους θηλυκού και ο έρωτας αρσενικού. Δηλαδή οι γυναίκες δεν ερωτεύονται και οι άντρες δεν αγαπούν;» Πάντοτε σε τέτοιου είδους απορίες του, κανείς δεν μπορούσε να αποκριθεί αμέσως, πριν πρώτα περάσουν κάποια δευτερόλεπτα ώριμης σκέψης. Ακόμη ένα παράδειγμα της ανορθόδοξης για πολλούς – αν όχι για όλους -  ισχυρογνωμοσύνης του ήταν η γραφή της λέξης «τριαντάφυλλο» με ένα λάμδα. «Εξαρτάται από το φύλο του ατόμου για το οποίο προορίζεται», επέμενε, όταν οι αντιρρήσεις περί των ριζών της σύνθετης αυτής λέξης έδιναν και έπαιρναν από τους συνομιλητές του, θιασώτες των κλασικών ορθoγραφικών κανόνων. Το δε επιχείρημα ότι η σωστή γραφή των λέξεων βασίζεται σε ολόκληρη επιστήμη, τη γλωσσολογία, το αντέκρουε με μεγάλη ευκολία φέρνοντας για παράδειγμα την ψυχιατρική: «Και εκείνη επιστήμη είναι, αλλά οι πελάτες μπαίνουν στο ιατρείο με τον αέρα ενός υγιούς ανθρώπου και βγαίνουν ασθενείς. Ποια η ωφέλεια;»
            Η ζωή του εξηντάχρονου Μανώλη, καθηγητή Μαθηματικών, έμοιαζε σαν ένα γοητευτικό θέατρο του παραλόγου. Όλοι ήθελαν να δουν τις παραστάσεις του, κι ας ήξεραν ότι η διέξοδος από το λαβύρινθο των απόψεών του αποτελούσε όνειρο θερινής νυκτός. Του άρεσε να απομονώνεται στο εξοχικό του και να χάνεται πίσω από τις χειρόγραφες σελίδες του. Σε περιόδους μεγάλου οίστρου, ζήτημα ήταν αν έβλεπε τη γυναίκα του δυο φορές τη μέρα, μια την ανατολή, που του σέρβιρε το ζεστό, πρωινό του γάλα και μια αργά το βράδυ, που τη συναντούσε για τον κοινό τους ύπνο. Ήταν συνήθως εκείνη η στιγμή, που τη διακριτική ησυχία της νύχτας επισκίαζαν οι επαναλαμβανόμενοι ήχοι του κούκου από το ξύλινο ρολόι του σαλονιού.
Αν και συνταξιούχος πια, δεν επέτρεπε στο μυ του μυαλού του να χαλαρώσει. Σιχαινόταν την αδράνεια, πόσο μάλλον όταν αυτή είχε να κάνει με το πνεύμα. Όταν στέρευε η δημιουργικότητά του, άφηνε ένα σημείωμα για τη γυναίκα του, κολλημένο πάνω στην πόρτα του ψυγείου με τις λέξεις: «Πάω να γράψω, μη με ψάξεις» και κινούσε για μέρη του χωριού που πίστευε ότι θα συνέδραμαν στις πνευματικές του εκλάμψεις και θα ενίσχυαν τις συγγραφικές του αναζητήσεις. Ένα απ’ αυτά τα μέρη ήταν η θάλασσα. Τα αποτυπώματα της συνεργασίας της τελευταίας με την ένταση του ανέμου προδίδονταν από το βαθμό υγρότητας της άμμου. Θα μπορούσε να φλερτάρει ώρες με τη θάλασσα. Θεωρούσε ότι ήταν το μοναδικό θηλυκό στη ζωή του που αντιστεκόταν σθεναρά στο στενό, πλατωνικό του μαρκάρισμα. Πολλές φορές τα κύματα τον έβρεχαν. Αδιαφορούσε. Άλλες πάλι σκύλοι από τις κοντινές αυλές γάβγιζαν ασταμάτητα. Πάλι αδιαφορούσε. Καμιά φορά γάβγιζε κι εκείνος, για να ανταποκριθεί στο κάλεσμά τους, σαν να βίωνε την αφόρητη μοναξιά τους. «Ασφαλώς και μπορούν να μιλήσουν τα ζώα», υποστήριζε με σθένος, «απλώς το καθένα έχει ξεχωριστή γλώσσα, εκτός από εκείνα του ίδιου είδους αλλά άλλης ράτσας, που διαφέρουν μόνο στη διάλεκτο». Μία φορά είχε τύχει να κουτσουλίσει το κεφάλι του ακόμη και χελιδόνι. Δεν πτοήθηκε. Το βούτηξε στο αλμυρό, αν και παγωμένο, νερό και συνέχισε να γράφει απτόητος.
Γοητευτικά ρηξικέλευθος στις απόψεις του καθώς ήταν, σαγήνευε σαν άλλος Σωκράτης όσους από τους κατοίκους του χωριού επέλεγαν το καφενείο που σύχναζε, για να κοντραριστούν μαζί του. Σε κάποια από τις «αναμετρήσεις» του είχε βάλει στοίχημα με ένα συντοπίτη ένα μεγάλο κουτί με μπύρες, αν κατάφερνε να πείσει τους παρευρισκόμενους ότι η λέξη «χώμα» γράφεται κανονικά με όμικρον. Τελικά, το κατόρθωσε με το επιχείρημα ότι εκείνη δεν προέρχεται από το αρχαιοελληνικό «χώννυμι», αλλά από το λατινικό «homo» και σημαίνει το μέρος κατάληξης, τον προορισμό του ανθρώπου στο τέλος της ζωής του.
Όταν οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν σταδιακά και προσέγγιζε πλέον τα ογδόντα χρόνια ζωής, αποφάσισε να βάλει σε δεύτερη μοίρα τους πνευματικούς ακροβατισμούς και να ασχοληθεί περισσότερο με την οικογένειά του. «Νωρίς το κατάλαβες», τον αποπήρε η συνομήλικη σύζυγός του σε μια από τις συζητήσεις τους, η οποία για να αντισταθμίσει την εμφανή λύπη στο πρόσωπό του, ξεκίνησε αμέσως στο μαγειρικό της στρατηγείο να του ετοιμάζει την αγαπημένη του στριφτόπιτα. Εκείνη τη μέρα ο συνονόματος μικρός εγγονός του, μαζί με μία φίλη του από το σχολείο, τον είχαν επισκεφτεί, για να τους βοηθήσει να εμπεδώσουν τι είναι η μαθηματική σταθερά «π».
-     «Το πι είναι ένας αριθμός που φτάνει ως το άπειρο. Δεν μπορεί κανείς να το προσδιορίσει επακριβώς. Είναι σαν...» σκέφτηκε για λίγο κοιτώντας αφηρημένα προς το ταβάνι και σηκώνοντας το δεξί του φρύδι. «Σαν τον έρωτα», απόσωσε τη φράση του.
-     «Δηλαδή»;
Οι κόρες των ματιών των μικρών μαθητών δεν άντεχαν περισσότερη διαστολή.
-     «Ποιες πράξεις των Μαθηματικών γνωρίζετε»;
-  «Πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμό και διαίρεση», απάντησε μεμιάς και υπερήφανα ο μικρός.
-     «Πολύ ωραία. Η πρόσθεση είναι η συμπλήρωση των φρούτων με κάτι επιπλέον, με δύο ακόμη φρούτα φερ’ ειπείν. Η αφαίρεση είναι ο αποχωρισμός δύο εκ των φρούτων για το επιδόρπιο, η διαίρεση ο χωρισμός των φρούτων από το μανάβη σε κατηγορίες και ο πολλαπλασιασμός η αναπαραγωγή των φρούτων από πολλά δέντρα αρκετές φορές. Ο έρωτας, όπως και το πι, αποτελούν και τα δύο αποτελέσματα μαθηματικών πράξεων χωρίς σταθερό νούμερο. Με τον έρωτα κάποιος άνθρωπος προσθέτει κάποιον άλλο άνθρωπο στη ζωή του. Αν το επιλέξουν, θα πολλαπλασιαστούν με ένα ή περισσότερα παιδάκια, μέχρι να τους αφαιρέσει τη ζωή ο θάνατος. Αν είναι άτυχοι, η μοίρα θα τους διαιρέσει, θα τους χωρίσει και έτσι από ενωμένοι σαν ένα που ήταν πριν, θα γίνουν πάλι ο ένας το μισό του άλλου. Καταλάβατε;»
-     «Περίπου», ακούστηκε παράλληλα η μονολεκτική απάντηση από το παιδικό ντουέτο.
Ο Μανώλης γύρισε προς την κουζίνα και ρίχνοντας μια γλυκιά ματιά στη σύζυγό του, έτσι όπως ήταν με την ποδιά και το φανερό της μεράκι, να μαγειρεύει το αγαπημένο του φαγητό, αποκρίθηκε:
-     «Είναι σαν να  βλέπεις μπροστά σου το αγαπημένο σου γλυκό, να πεινάνε τα μάτια σου και η καρδιά σου να νιώθει χορτάτη. Ο έρωτας στη ζωή μας», απόσωσε τη σκέψη του, ενώ παράλληλα σηκώθηκε όρθιος από την πολυθρόνα του κατευθυνόμενος προς την κουζίνα, «είναι ό,τι ο τόνος στις λέξεις. Όσο καλά κι αν ξέρεις ορθογραφία, δεν θα τις διαβάσεις ποτέ σωστά χωρίς αυτόν.» Και απομακρύνθηκε χαμογελώντας στα παιδιά.
Ο μικρός Μανώλης τότε, έβγαλε από την τσέπη του ένα κομμάτι σοκολάτας τυλιγμένης σε αλουμινόχαρτο και γυρίζοντας προς την φίλη του με συνεσταλμένο ύφος και κατακόκκινα ζυγωματικά, τη ρώτησε εναγωνίως:

-     «Θες να τη μοιραστούμε και να με προσθέσεις»;


*  Η φωτογραφία είναι του φίλου Θωμά Βλαχογιάννη, τον οποίο και ευχαριστώ θερμά για την παραχώρηση.
** Κατ' επιλογή και επιμονή του γράφοντος, η λέξη "Μανώλης¨ θα παραμείνει με ωμέγα.
*** Το διήγημα έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 5 του περιοδικού Λόγου και Τέχνης "Φρέαρ".