Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Το συναπάντημα



Ο Γιάννης κρατούσε σφιχτά στην τσέπη του το κουτάκι με το δαχτυλίδι, το οποίο προοριζόταν για την Έλλη. Περίμενε η μέρα να σιγουρέψει την ύπαρξή της. Σε λίγο ο ήλιος θα ανέτειλε. Το υψόμετρο των 600 μέτρων, όπου βρισκόταν το χωριό του, δεν τον φόβισε στο να προσεγγίσει κι άλλο την απότομη πλαγιά απ’ όπου συνήθιζε με την Έλλη να κάνουν όνειρα για το μέλλον. Η ώρα όμως κόντευε επτά. Έπρεπε να ετοιμαστεί, να κατέβει στην πόλη.
Είχε αρκετές δουλειές: λογαριασμούς, εφορίες και γενικά γραφειοκρατία όσο δεν πήγαινε. «Παντού νούμερα», σκεφτόταν στη διαδρομή. «Τελικά, μας αντιμετωπίζουν αποκλειστικά ως νούμερα. Αντιπροσωπεύουμε έναν ακέραιο αριθμό. Η εφορία μας αντιμετωπίζει ως κωδικούς, τα παντοπωλεία ως «bar codes», οι τράπεζες ως χρέος, η τηλεόραση ως τηλεθέαση, ο ταχυδρόμος ως κώδικες, οι βουλευτές  ως ποσοστά, ο χρόνος ως ηλικίες, το ΙΚΑ ως χαρτί προτεραιότητας, το σχολείο ως βαθμούς, το πανεπιστήμιο ως μόρια, ο εργοδότης ως μισθό, ο δρόμος ως χιλιόμετρα, οι αναμνήσεις ως ημερομηνίες. Ακόμα και το σώμα μας όταν εκνευρίζεται, επικοινωνεί μαζί μας με νούμερα: Στο 40 είναι πολύ θυμωμένο, επειδή δεν το φροντίσαμε όπως θα ’πρεπε. Όμως, τι με νοιάζουν οι φιλοσοφίες και οι αριθμοί; Μήπως είμαι ο Ευκλείδης ή ο Πυθαγόρας να μην τους βγαίνουν τα νούμερα;», τιθάσευσε κάποια στιγμή το μυαλό του. Στο δρόμο συνάντησε αρκετούς γνωστούς, φίλους και κάποιους συγγενείς. Το μάτι του ίσως πήρε και κάποιες παλιές αγάπες. Σε ένα οποιοδήποτε χωριό – γεωγραφικά προσδιορισμένο και χωρικά περιορισμένο – δεν είναι συμπτωματικό αυτό το συνεχές συναπάντημα.
Ο Γιάννης είχε τελειώσει τα πάντα και βρισκόταν στη δουλειά του. Ελεύθερος επαγγελματίας, κανείς δεν τον ήλεγχε παρά μονάχα η όρεξή του και οι αντοχές του. Το βράδυ δεν άργησε να φτάσει. Κοίταξε το ρολόι του και συνειδητοποίησε ότι ο γωνιακός κουλουρτζής που σχεδόν τον ικέτευε να αγοράσει το ολόφρεσκο προϊόν του πριν κάτι ώρες, αποτελούσε τον σωτήρα του. Το σουσαμένιο του κουλούρι είχε εξελιχθεί ως δια μαγείας σε «σπανάκι του Ποπάι». Ο δείκτης του ρολογιού είχε κυλήσει κι άλλο. Σε ενενήντα λεπτά έπρεπε να είναι έτοιμος. Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα.
Έφτασε σπίτι. Η δυσάρεστη απώλεια της χήνας του γείτονα κατά τη διάρκεια της ξέφρενης διαδρομής του δεν τον πτόησε. Βιαζόταν. Έδωσε είκοσι Ευρώ και θα είχε φαγητό για την επόμενη μέρα. Άρχισε να ετοιμάζεται. Ντύθηκε, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, θαύμασε τον εαυτό του, πήρε αυτοπεποίθηση όπως και μια βαθιά ανάσα κι άνοιξε την πόρτα. Η αρχή είχε γίνει. Άλλωστε, αποτελεί και το ήμισυ του παντός. Είναι μια κοινώς παραδεκτή αρχή που κοντεύει να γίνει αξίωμα. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τα μαθηματικά. Ό,τι γενικοποιείται, αποτελεί αξίωμα.  Ό,τι γίνεται κατ' επανάληψη και κατά συνήθεια είναι «φυσικό». Όταν το φυσικό εγκριθεί και από τον κόσμο, τότε γίνεται φυσιολογικό.
Έφτασε στο σημείο της συνάντησης. Εκεί, στο πανέμορφο τοπίο, που η φύση έδειχνε τη μεγαλομανία της, στο υψόμετρο των εξακοσίων μέτρων. Ήταν εκεί. Τον περίμενε ήδη. Την είδε. Μόνο εκείνος. Της χαμογέλασε. Μόνο εκείνος. Την ένιωσε. Μόνο εκείνος. Δεν της έδωσε το δαχτυλίδι τελικά. Το χέρι του έμεινε μέσα στην τσέπη του, σφίγγοντας το μικρό κουτάκι. Είχε προλάβει να τη δει. Αυτό τον ένοιαζε. Δεν χρειάστηκε να μιλήσουν. Ο αέρας μετέφερε τις σκέψεις τους. Εκείνη δεν αντιστάθηκε να τον ρωτήσει: «Με θυμήθηκες;», του σφύριξε ο άνεμος στ’ αυτί. Λες και είχε την απάντηση έτοιμη από πριν, πέταξε βιαστικά: «Όπως πάντα». Ο αέρας φύσηξε πιο δυνατά: «Μα, είχες τόσα να κάνεις». Ο Γιάννης δεν πτοήθηκε: «Κι όμως», απάντησε σχεδόν αμέσως. «Ευχαριστώ», νόμισε ότι άκουσε από κείνη να του λέει ντροπαλά και ξεψυχισμένα.
Παράλληλα, ένα αυτοκ;iνητο ανέβαινε τον ανηφορικό δρόμο της πλαγιάς του βουνού και έμπαινε στην είσοδο του χωριού. Ο οδηγός και οι επιβάτες κοίταζαν εκστασιαμένοι το Γιάννη να γελάει μόνος του και να δείχνει ευτυχισμένος. Σταμάτησαν το αμάξι λίγο πιο κάτω και ρώτησαν έναν ηλικιωμένο περαστικό: «Συγγνώμη, αυτός ο κύριος εκεί κάτω...» και δείχνοντάς τον, δεν ολοκληρώθηκε η φράση του οδηγού και ο περαστικός αποκρίθηκε παρατηρώντας το Γιάννη: «Όχι, δεν είναι τρελός, κύριέ μου. Ζει τον έρωτά του.»
-      «Μα, δεν υπάρχει...», πάλι δεν απόσωσε την φράση του και ο περαστικός κάτοικος τον πρόλαβε:
-      «Έχεις δει λογικό άνθρωπο να είναι ερωτευμένος;» Σιωπή. «Ερωτευμένο άνθρωπο να είναι λογικός;» Πάλι σιωπή. «Όταν χάνεις κάποιον που αγαπάς, η ύπαρξη γίνεται μια από τις πιο υποκειμενικές έννοιες, χαμένη μέσα στη ρευστότητά της. Μπορεί για σένα και μόνο για σένα να μην έχει φύγει.»
-     «Φιλόσοφος είστε;», τον ρώτησε ελαφρώς ειρωνικά. Ο ηλικιωμένος άνδρας του χαμογέλασε και του απάντησε κατάματα: «Όχι. Απλώς έχω ερωτευτεί κι εγώ στη ζωή μου
-     «Και θα τον αφήσετε μόνο του εκεί;»

-     «Τολμάει κανείς να διακόπτει κάποιον από την ευτυχία του;».