Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Η μανταρινιά (νέο διήγημα)




Στην αυλή τους ποτίζανε με περισσή φροντίδα τη μανταρινιά της γιαγιάς τους. Χειμώνα - καλοκαίρι. Και την άνοιξη αυτή ομόρφαινε και τους έδινε τους καρπούς της περήφανη. Τα φρούτα ήταν τόσα πολλά, που τα κλαδιά ήταν έτοιμα να σπάσουν. Ίσα που τα βάσταγαν πάνω τους. Η μανταρινιά έδειχνε έτσι την ευγνωμοσύνη της. Τα γειρτά της ξύλινα χέρια φίλευαν τους τυχερούς περαστικούς που περνούσαν απ' το πεζοδρόμιο. Όμως κανείς στο σπίτι δεν είχε τύχει να φάει ποτέ μανταρίνια. Όλοι, όσοι περνούσαν από μπροστά, τα έβλεπαν. Κάθε μέρα. Τα θεωρούσαν δεδομένα. Κι ύστερα από μέρες τα ώριμα μανταρίνια, το ένα μετά το άλλο, έπεφταν. Η νιότη τους εγκατέλειπε, όπως και η καρτερικότητα. Το δέντρο μαράζωνε. Τα πεσμένα φρούτα πλήθαιναν στη λάσπη. Το χώμα τα κάλυπτε στην τελευταία τους κατοικία και η μανταρινιά ξεραινόταν, μέχρι τον επόμενο χρόνο. Μα και τότε πάλι τα ίδια. Εκατοντάδες τα λαχταριστά για τους πεινασμένους περαστικούς φρούτα, αλλά στην οικογένεια κανείς δεν τα 'τρωγε. Κανείς δεν τους έδινε σημασία. Όλο "αύριο" και "αύριο" έλεγαν ότι θα έκοβαν μερικά και θα τρώγανε.
Μέχρι που μια μέρα έφυγε και ο παππούς. Για πάντα. Και ο μικρός εγγονός δεν είχε προλάβει να του πει κάποια πράγματα, όπως ότι του άρεσαν πού οι γκριμάτσες του ή οι μαρκαδόροι που του έφερνε συχνά ως δώρο. "Έλα μωρέ, αύριο", καθησύχαζε τον εαυτό του και εξημέρωνε έτσι την αναβλητικότητά του.
Τώρα έβλεπε τα πεσμένα μανταρίνια και πεινούσε. Κανένα δεν είχε μείνει στο δέντρο, παρά μόνο δυο τρία, πολύ ψηλά, που ήταν αδύνατον για κάποιον να τα φτάσει. Η ματιά του δεν έλεγε να φύγει από πάνω τους. Κανείς δεν νοιαζόταν για τους χαμένους καρπούς, αφού το δέντρο θα ξανάκανε. Το αγαπημένο δέντρο της γιαγιάς του...
Σηκώθηκε από το πεζούλι της αυλής, ίσιωσε το παντελόνι του και κίνησε για το σπίτι του. Ανέβηκε φουριόζος τις σκάλες. Δεν έπρεπε να αφήσει κι άλλο μανταρίνι να πέσει κάτω κι ας το είχε δεδομένο. Άνοιξε με λαχτάρα την πόρτα. Ξάφνιασε τους γονείς του, όταν μπήκε σαν αλαφιασμένος ταύρος μες στο σαλόνι. "Πρέπει να σας πω κάτι", έκανε λαχανιασμένος. "Τι συνέβη, παιδί μου;", τον ρώτησε η μητέρα του. "Τίποτα", απάντησε εκείνος. "Απλά σας..."