Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Πρόσφυγας, ξέρετε, σημαίνει άνθρωπος.



Εικόνα από την Ειδομένη, όπου περιμένουν υπομονετικά
               χιλιάδες άνθρωποι   
(Φωτογραφία:  Reuters )

   Έφυγαν από μια χώρα πολέμου. Ήρθαν σε μια χώρα που γκρεμίζεται. Έφυγαν για μια καλύτερη ζωή. Βρήκαν ένα χειρότερο αύριο. Από την παρακμή στην παρακμή. Μία και μοναδική ομοιότητα. Μια και η ατυχία τους. Η χώρα που έμελλε να τους υποδεχτεί ήταν η χώρα μας. Η Ελλάδα καταρρέει. Έχοντας στιγματιστεί για την ανυπακοή της στα οικονομικά προγράμματα, τώρα ζητά εκείνη υπακοή από την Ευρώπη στις κοινωνικές τις συμφωνίες. Όλα είναι δούναι και λαβείν. Σηκώσαμε το κεφάλι λίγο πιο ψηλά, ίσως πιο ψηλά κι απ' όσο έπρεπε. Τολμήσαμε να απειθαρχήσουμε κόντρα στους κανόνες, κόντρα σε συμφωνίες που εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατον να τηρηθούν. Ανέκαθεν δεν μας άρεσε ο ζυγός. Πολεμούσαμε να ελευθερωθούμε όλοι μαζί και καταφέρναμε να σκοτωνόμαστε πάλι όλοι μαζί, πάλι μεταξύ μας. Τα θύματα στη δεύτερη περίπτωση ίσως και να ’βγαιναν περισσότερα. Το αίμα απ’ τον εμφύλιο πολύτιμο, ιερό.
Και τώρα να ’σου πάλι η Ελλάδα. Από τη μια παλεύει σαν μια ηλικιωμένη μάνα με ζαρωμένο πρόσωπο, με ρυτιδιασμένα χέρια και φλέβες να πετάνε, συνοφρυωμένη, ίσως και δακρυσμένη. Φιλεύει όποιον βρει στον δρόμο με νερό και ψωμί, με ό,τι τυχόν έχει υστέρημα. Και από την άλλη μεταμορφώνεται σε μια αδίστακτη, όμορφη γυναίκα με πλούσια κώμη και γαλάζια μάτια, που παρά τα χρέη της, περηφανεύεται για την καταγωγή της και ψεύδεται ασυστόλως ότι έχει χρήματα ζητώντας παράλληλα τη στήριξη του άντρα της, που έχει ήδη αρχίσει να τη βαριέται.
Άτυχοι οι άνθρωποι αυτοί. Γιατί τους ξέβρασαν, όσοι απ’ αυτούς επέζησαν, στα παράλια μιας χώρας που δεν έχει να ταΐσει τους ίδιους της τους πολίτες. Οι ουρές στις εθνικές οδούς με κατεύθυνση τους βόρειους γείτονές μας δεν μπορούν παρά να γεννούν αντιφατικά συναισθήματα: αφενός αβάσταχτη θλίψη για τους ξεριζωμένους αυτούς συνανθρώπους που πρέπει να ξαναρχίσουν τη ζωή τους (μην ξεχνάμε πως και οι Έλληνες προσφύγαμε στη βοήθεια άλλων λαών και ταξιδέψαμε σε άλλες χώρες αφήνοντας τα σπίτια μας. Ήδη το φαινόμενο επαναλαμβάνεται λόγω της οικονομικής μάστιγας.) Αφετέρου δεν μπορεί παρά να ξεπηδήσει ο θαυμασμός. Θαυμασμός για ανθρώπους που σφίγγουν τα δόντια, κάνουν τα χέρια τους γροθιές, ξεδιψούν με τον ιδρώτα από το μέτωπό τους αντί για νερό, χαίρονται μόνο και μόνο βλέποντας ότι το παιδί που κρατούν στην αγκαλιά τους ζει για ακόμα μία μέρα. Και παίρνουν ελπίδα ότι κάποια μέρα θα φτάσουν στα σύνορα και θα περάσουν σε άλλους τόπους και από κει σε νέες περιπέτειες.
Οι μεγάλοι ήρωες, όμως, δεν μπορεί να είναι άλλοι από τα παιδιά. Παιδιά, κάποια από τα οποία δεν μπορούν να συλλάβουν ακόμη το γεγονός της μετεγκατάστασής τους, δεν γνωρίζουν τι τους συμβαίνει. Θεωρούν ότι κάνουν μια μεγάλη εκδρομή μακριά από το σπίτι τους κι ότι κάποια στιγμή θα το δουν ξανά μαζί με τα παιχνίδια που άφησαν πίσω, τον φροντισμένο κήπο ή την χαλικερή τους αυλή. Όμηροι της Οδύσσειας, κατάδικοι σε μια άδικη τιμωρία, δεσμώτες με αόρατα κοράκια, αιχμάλωτοι να μη ζήσουν ως παιδιά, δρομείς σε ανώμαλους δρόμους, σε δρόμους άγνωρους. Τα σέβη μου. Γιατί εσείς, αν επιζήσετε – που θα επιζήσετε – θα σώσετε την ανθρωπότητα. Θα γίνετε άνθρωποι με παθήματα, που θα μάθουν στα δικά τους παιδιά πώς να μη γίνουν. Θα θυμίσετε στην Ευρώπη πώς κατάντησε και πως το όραμά της για ενότητα πήγε στράφι, καταποντίστηκε, έγινε σμπαράλια που κυλούν στα νερά του Ρήνου και του Δούναβη. Θα νικήσετε, μαχητές της ζωής, γιατί θα μας δείξετε πόση δύναμη κρύβει ο άνθρωπος μέσα του. Θα χαμογελάσετε, γιατί η λύπη σας θα στερέψει, γιατί δεν θα ’χετε να χάσετε τίποτε άλλο παρά μόνο μια θέση στο πάνθεον της αξιοπρέπειας. Και ίσως να διδάξετε και μας τους Έλληνες ότι κάποτε θα βγούμε από τον βούρκο που μας έριξαν αυτοί που εμείς ψηφίζαμε. Ίσως μας υπενθυμίσετε ότι έχουμε περάσει από παγκόσμιους πολέμους και έχουμε επιζήσει. Από σεισμούς, λοιμούς, καταποντισμούς και τα έχουμε βγάλει πέρα. Από αρρώστιες, απώλειες, χωρισμούς, θανάτους και έχουμε νικήσει. Γιατί όταν νικάς την ιδέα του θανάτου, έχεις νικήσει τον ίδιο τον θάνατο. Κι έτσι, εσείς πλέον, με το αξιοζήλευτο θάρρος σας, με το ευγενικό σας θράσος και την ανεξάντλητη θέληση για ζωή θεωρείστε ήδη αθάνατοι. Σας ευχαριστούμε που μας υπενθυμίσατε ότι είμαστε άνθρωποι.