Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Οδός ονείρων



Όταν άκουγα την ερώτηση "ποια όνειρα έχεις;" ή "τι θέλεις να γίνεις, όταν μεγαλώσεις;" πίεζα τα μάτια μου με δύναμη, άνοιγα ελαφρώς το στόμα μου, ώστε να εκβάλλω το καυσαέριο της σκέψης και το μυαλό μου πήγαινε σε παιδικές επιθυμίες, όπως το να γεμίσω το δωμάτιό μου με παιχνίδια, να έχω πολλούς φίλους, να πετάξω με το αεροπλάνο και άλλα πολλά και ξεχασμένα. Όταν εγκατέλειψα μια για πάντα την παιδική ηλικία, μορφώθηκα, ύστερα πήρα μεταπτυχιακό και παρά...μορφώθηκα και έπειτα μπήκα στον επαγγελματικό στίβο. Οι καθημερινοί ρυθμοί έγιναν έντονοι, οι οικογενειακές απαιτήσεις πολλαπλές και οι επαγγελματικές προκλήσεις καραδοκούσαν στη γωνία. Έτσι πέρασε ο καιρός και είχα ξεχάσει να συνεχίζω να ονειρεύομαι. Το τελευταίο σημείωμα που έστειλα στον (Φινλανδό) Άγιο Βασίλη - από εδώ και πέρα τα παιδιά να απευθύνονται μόνο σε "εγχώριους...", χρονολογείται δυο τρία χρόνια πριν πεθάνει η γιαγιά μου τη μέρα των γενεθλίων μου. Της είχα υποσχεθεί να τη θυμάμαι πάντα. Χαίρομαι τόσο πολύ που θα το καταφέρνω! Τότε, λοιπόν, παράτησα τα όνειρα στην άκρη. Ίσως γιατί ένιωθα κορεσμό ή ίσως γιατί μεγάλωσα ή αποφάσισα να μεγαλώσω ή αποφάσισαν να με μεγαλώσουν.

Αυτή η ιστορία πάνω - κάτω ακολουθεί όλους μας. Με άλλα πρόσωπα, άλλα παιχνίδια, άλλους τόπους μα με κοινά όνειρα. Γιατί, ποιος αμφισβητεί ότι ο καθένας μας ήθελε το καλό όλων γύρω του και ως συνέπεια και το δικό του καλό; Διάβαζε, μου 'λεγαν. Να μορφωθείς και να βγάλεις χρήματα. Αλλιώς πώς θα ζήσεις; Η μόρφωση (δυστυχώς όχι η παιδεία) ταυτιζόταν με το χρήμα. Μορφωμένος ίσον πλούσιος. Έπειτα το χρήμα ταυτίστηκε με την εξυπνάδα κυρίως και είχαμε την ακμή της φοροδιαφυγής και της ψευτοπολιτικής. Έβλεπα μπροστά στα μάτια μου να ξετυλίγεται ένα κινηματογραφικό φιλμ με γραφικές φιγούρες για πρωταγωνιστές. Έβλεπα ηγέτες της τότε πολιτικής σκηνής να μαζεύουν πλήθη κόσμου κάτω απ' τα παραθύρια τους. Οι ψηφοφόροι έκαναν καντάδες κι εκείνοι ένιωθαν ότι είχαν πετύχει τον στόχο τους: να τους ερωτευτεί ο λαός. Κι εκεί πάλι έφερνα στο νου ως αυθόρμητο παραλληλισμό μια πανευτυχή οικογένεια που φαίνεται τόσο χαμογελαστή και ευκατάστατη μπροστά στους τρίτους και στη συνέχεια οι σύζυγοι απατούν ο ένας τον άλλο και το παιδί τους μεγαλώνει παραμελημένο με το πλαστικό χρήμα των πιστωτικών καρτών. Τα έβλεπα όλα αυτά και έλεγα ότι κάτι δεν έκανα καλά. Ότι μεγάλωνα με το σταυρό στο χέρι, ότι δεν θα χρησιμοποιούσα ψέματα για να προσελκύσω πελάτες, ότι ο κώδικας των ηθικών μου αξιών έφτανε μέχρι ενός ορισμένου σημείου. Είχα ένα όριο. Το όριο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και όταν έβαζα το κουστούμι μου, πρόβαινα πάντα στο απαραίτητο μέτρημα: Αν η αξία του ξεπερνούσε τη δική μου ως ανθρώπου, τότε είχα πρόβλημα. Και πάντοτε, όταν το φοράω, αναρωτιέμαι αν χάλασα, αν η αξία μου είναι μικρότερη από αυτή του κουστουμιού μου. Ως τώρα η απάντηση είναι αρνητική. Αλλά φοβάμαι. Φοβάμαι ότι κάποια στιγμή θα ενδώσω στην εύκολη λύση και ότι μεγαλώνοντας θα γίνω τόσο μικρός, ώστε το λαμπερό κουστούμι να απορροφήσει κάθε ίχνος ανθρωπιάς που κρύβω μέσα μου.

Πριν κάποια χρόνια αναρωτιόμασταν αν θα ξενυχτούσαμε μαζί με τους φίλους μας πίνοντας μπίρες. Ύστερα, αν θα δυσαρεστούσαμε το γούστο της κοπέλας μας για το δώρο που της είχαμε πάρει, μετά μας απασχολούσε ποια μάρκα αυτοκινήτου θα ήταν καλύτερη να αγοράσουμε τώρα που έχουμε λεφτά (2004), ύστερα τι κινητό τελευταίας τεχνολογίας να πάρουμε. Στην αρχή του τέλους προβληματιζόμασταν ποιος να μας έλεγε την αλήθεια ο Παπανδρέου ή ο Καραμανλής; Αναρωτιόμασταν αν το δημοψήφισμα έγινε για ψυχολογικούς λόγους και πριν μία μόλις μέρα δεν ξέραμε τι νόμισμα θα έχουμε. Όμως, τι μετράει τελικά στην καθημερινότητά μας; Το νόμισμα ή το τι νομίζουμε για αυτήν; 

Έχει έρθει το σημείο μηδέν. Δεν γνωρίζω τι θα ήταν καλύτερο. Να έμενα στην παρέα μέχρι αργά το βράδυ και να μη μεγάλωνα; Να μην συμμετείχα σε πολιτικές συζητήσεις ή να μην νοιαζόμουν για το ρομαντικό δώρο; Αυτή τη στιγμή ξέρω μονάχα το εξής: Ότι όταν ο ήλιος ανατέλλει, ο Γάλλος σηκώνεται αγουροξυπνημένος και λέει μπονζούρ στον πύργο του Άιφελ, ο Άγγλος πετάγεται χαρούμενος καλημερίζοντας το Μπιγκ Μπεν, ο Γερμανός ξυπνά ακριβώς στις 6.32 χαιρετώντας την Πύλη του Βρανδεμβούργου, ο Φινλανδός σηκώνεται κάποια στιγμή μέσα στη συνεχή μέρα περιμένοντας τον Άγιο Βασίλη, ο Ισπανός ξυπνά επιφυλακτικός κοιτάζοντας το άγαλμα του Κολόμβου και ο Έλληνας... Ο Έλληνας σηκώνεται σκυφτός, μα με ένα αόρατο ανάστημα. Ο Έλληνας, που έχει κάνει τόσα πολλά λάθη αλλά έχει υποστεί δυσανάλογες τιμωρίες. Ο Έλληνας που χθες ποδοπατήθηκε πρέπει να αποδείξει το αυτονόητο: ότι όταν και όπως εκείνος ξυπνά, βλέπει πάντα την Ακρόπολη. Και όσο κι αν προς στιγμή ηρεμεί, άλλο τόσο βάρος επωμίζεται. Γιατί; Γιατί πρέπει να την παραδώσει λίθο λίθο, όπως ακριβώς την παρέλαβε από την Ιστορία. Αυτή αποτελεί τη μοναδική του ευθύνη μα και την ακατανίκητη ελπίδα του. Η Ακρόπολη, που σαν συννεφάκι στο πίσω μέρος του μυαλού του, έχει ανάγκη από κληρονόμους με αξιοπρέπεια. 

Αυτό αν καταφέρουμε, μόνο τότε η οδός Ονείρων θα μας οδηγήσει στην παιδική κάθαρση. Γιατί αυτή διακαώς ζητούμε. Να επαναφέρουμε το παιδί που προσωρινά έχει θαφτεί μέσα μας. Αν δεν το καταφέρουμε, τότε ασχέτως πλούτου ή νομίσματος, η οδός Ονείρων θα οδηγεί πάντα σε αδιέξοδο και η κλεμμένη Καρυάτιδα θα παραμείνει για πάντα ορφανή.

*Υγ. Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή την παραπάνω φωτογραφία, που έβγαλα μαζί με κάποιους φίλους τις προάλλες και απεικονίζει το όνομα της οδού πάνω σε ένα εύθραυστο, γυάλινο τζάμι.