Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Αρχίζει... (protagon.gr)




Η γενιά μου ανήκει στους απογόνους Ίκαρου. Αυτή τη στιγμή λιώνουν τα φτερά της, όμως παλεύει να προσγειωθεί στα ομαλά. Δεν ξέρω πια ποιο είναι το σωστό, το πολιτικά ορθό. Με νοιάζει μόνο να πάει καλά η πατρίδα μου, η χώρα που με γέννησε. Οι φίλοι μου έχουν διασκορπιστεί σε όλο τον κόσμο. Αμερική, Κίνα και Ευρώπη. Στέλνουν καθημερινά μηνύματα για την κατάσταση της Ελλάδας, ρωτούν πόσο βαριά είναι και αν θα επιζήσει. Με ρωτούν με το κεφάλι κατεβασμένο και έτσι τους απαντώ κι εγώ. Συγγνώμη. Τους απαντούσα. Γιατί ενώ δεν γνωρίζω αν από αύριο θα κυκλοφορώ με δραχμή ή με ευρώ, με αυτή ή την άλλη κυβέρνηση, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, όσο υπάρχω σε αυτό τον κόσμο,  δηλαδή μέσα στα 28 χρόνια, συμβαίνει κάτι μαγικό:  ο κόσμος άρχισε να λέει «όχι»! Πιο δυνατά, πιο βροντερά: «όχι»! Άρχισε να κινείται. Να ξεμουδιάζει.

Μήπως έπρεπε να το έκανε αυτό από το 2009; Ασφαλώς... Ίσως και πολύ νωρίτερα. Όμως πώς; Όταν ακόμη μεσουρανούσε ο εκλεπτυσμένος λαϊκισμός του τότε γνωστού δικομματισμού; Οι πάντες ήταν εξασφαλισμένοι, είτε από τους Πράσινους, είτε απ’ τους Γαλάζιους. Προσωρινά, βεβαίως, οι ανίδεοι. Τους ξεγέλασε το ρητό: «Ουδέν μονιμότερο του προσωρινού...»

Μια μέρα πριν 5 χρόνια είδα ρακένδυτους ανθρώπους να περιφέρονται μονάχα με κόκαλα που προεξείχαν πάνω τους στα στενά της Αθήνας.

Πριν 4 χρόνια είδα αλλοδαπούς ανθρώπους να χτυπιούνται ανελέητα από «συνανθρώπους» τους με ρόπαλα και σιδηρογροθιές.

Πριν 3 χρόνια είδα τους τελευταίους να «εισβάλλουν» νόμιμα στη Βουλή.

Πριν 2 χρόνια είδα αξιοπρεπείς οικογενειάρχες να ζητούν ελεημοσύνη και να ψάχνουν τροφή στα σκουπίδια. Οι γειτονιές ερήμωσαν από χαμόγελα. Η πόλη κλείστηκε κι άλλο στον εαυτό της. Σφίχτηκε απ’ τους αναστεναγμούς των κατοίκων της.

Πριν 1 χρόνο είδα παιδιά να μένουν νηστικά και να λιποθυμούν. Είδα ορφανοτροφεία να κλείνουν.

Πριν μια εβδομάδα είδα μια νέα κυβέρνηση να ανεβαίνει. Δεν γνωρίζω πού θα οδηγηθούμε. Εντός, εκτός και επί τα αυτά του Ευρώ; Όμως πλέον έχουμε φτάσει στον πυθμένα. Δεν μπορεί να συνεχιστεί η κατάδυση. Θαυμάσαμε τον γυμνό πάτο του βυθού και πλέον ξεκινούμε να βρούμε πάλι την επιφάνεια της θάλασσας χωρίς να ξέρουμε αν το οξυγόνο στη φιάλη θα φτάσει. Όμως τι να κάνουμε; Να παραμείνουμε στον βυθό και να περιμένουμε το τέλος μας ή να φτάσουμε όσο πιο ψηλά μπορούμε και παίρνοντας στο τέλος μια μεγάλη ανάσα να καταφέρουμε και να βγάλουμε το κεφάλι μας έξω από το νερό;

Ποτέ δεν είναι αργά. Μ’ ακούς; Σε ρωτάω, μ’ ακούς; Εσύ, πολίτη - πωλητή της αξιοπρέπειάς σου, μη διστάζεις. Τα πράγματα αλλάζουν. Προς τα πού κανείς δεν γνωρίζει, αλλά αλλάζουν.

Σε συγχαίρω, μ’ ακούς; Εσύ, πολίτη - πωλητή της ψήφου σου, μην αγκομαχάς άλλο. Κάτι φαίνεται στον ορίζοντα. Σκόνη... Πολλή σκόνη από τρεχαλητό. Γεμίσαμε σκόνη... Και, τι; Α! Κόσμος! Λαός! Εκατοντάδες! Χιλιάδες! Εκατοντάδες χιλιάδες! Είναι εδώ!

Είστε εδώ; Ήρθες πολίτη – πωλητή της πραμάτειας σου; Καλώς σε βρήκα! Κι εγώ εδώ, ναι! Τ’ ακούς κι εσύ τα «όχι»; Έρχονται επιτέλους! Έρχονται. Σώπα, σώπα. Όπου να ’ναι θα γίνει κι αυτό. Θα σημάνουν πάλι οι καμπάνες του Ρίτσου. Η γενιά μου είναι ακόμα εδώ. Μεγάλος μέρος της. Μην γκρινιάζεις... Πάντα θα υπάρχουν οι φυγόπονοι, οι λάτρεις της άνεσης. Δεν γίνεται να είμαστε όλοι ίδιοι. Πάντοτε οι λίγοι επαναστατούσαν για τους πολλούς... Πάντοτε οι εξαιρέσεις γίνονταν ύστερα κανόνες...  Ήρθε η ώρα να δείξουμε ότι ο δρόμος δεν είναι για τους αστέγους αλλά για να στεγάζει ιδέες, κι αυτό στο λέει κάποιος που τον χρησιμοποιούσε ως τώρα μόνο για να πηγαίνει στη δουλειά του.

Σου το λέω, μ’ ακούς; Εσύ, πολίτη – πωλητή της ελπίδας σου. Μην τη χάνεις, η Ελλάδα πετά τις στάχτες που την έκαιγαν.

Μην κλαις. Μ’ ακούς; Εσύ, πολίτη-πωλητή της τιμής σου, δεν σε γύμνωσαν εντελώς. Έχεις την άλλη την τιμή, αυτή με το ταυ κεφαλαίο. Οι επαναστάτες δεν απελπίζονται. Ελπίζουν. Το δικαιούνται.

Σςςς... Ακούς; Έτσι... Χαμογέλα πάλι. Αρχίζει.