Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Εικόνες απ' το μΑλλον

Χρόνια χαμένα. Πατημένα με τα βρώμικα λάστιχα της τύχης. Αυτά ήταν. Έτσι ήταν. Και πέρασαν. Για κάποιους πιο εύκολα, για κάποιους άλλους αβάσταχτα. Σαν χθες ήταν που πανηγυρίζαμε στους δρόμους φωνάζοντας δυνατά τα ονόματα του Καραγκούνη και του Γιαννακόπουλου. Σαν χθες ήταν που έσβησε η φλόγα των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Θεέ μου... Τότε να φανταστείς νόμιζα ότι θα πρόφταινα κι άλλους. Πόσο γελοίος πρέπει να ήμουν και πόσο τυφλός πρέπει να φαινόμουν... Σαν χθες πλήρωσα με τη γυναίκα μου, συνοδηγό, τα διόδια για την πρώτη διέλευσή μας στη γέφυρα του Αντιρρίου. Ήθελε να πάει να δει την πρώτη της ξαδέρφη που γέννησε. Και τι κατάλαβε; Ύστερα χώρισε, της πήρε ο άντρας της το παιδί, λόγω ακαταλληλότητας και πήγαν στο βρόντο και τα λεφτά και η γέφυρα. Από τότε που ‘μαθα το δυσάρεστο του γεγονότος, έπαιρνα το πλοίο και έβγαζα τη γέφυρα φωτογραφία. Και τα διόδια ασφαλώς.

Σαν χθες ήταν που πανηγύριζα έξαλλα τη μεγάλλη αλλαγή της κυβερνητικής μας πολιτικής. Υπήρχαν λεφτά, ναι πολλά! Ναι και κόσμος πολύς που πίστεψε στα λεφτά αυτά. Για το Θεό είχε μείνει λίγο χώρος στην άκρη. Κάποια στιγμή θα τον θυμόνταν κι Αυτόν. Όταν θα ‘καναν το σταυρό τους, θαυμάζοντας την εθνική μας υποτέλεια σε ανταπόκριση από το Καστελόριζο. Η αντιμετώπιση της κρίσης με την υποδοχή του μνημονίου Ι είχε ξεκινήσει από την τουριστική προώθηση των νησιών μας. Το βασικό όμως και κρυφό νόημα ήταν όχι η διαφήμιση στους λαίμαργους για ήλιο τουρίστες, αλλά στους πεινασμένους για χρήμα δανειστές.

Σαν χθες ήταν που γιόρταζα το ότι έπεισα με τη μάνα σου την υπάλληλο της ΔΕΗ να μη μας κόψουν το ρεύμα, για να μπορούσες εσύ να μελετάς και να διαβάζεις. Για να δώσεις πανελλαδικές, να γίνεις σπουδαγμένος άνθρωπος, μην τυχόν έκανες τα ίδια λάθη με μας. Τώρα πώς την πείσαμε, μη μας ρωτάς. Ίσως δεν χρειάζεται και να μάθεις.

Σαν χθες ήταν που κόντεψα να πεθάνω απ’ τη χαρά μου, όταν πήρες το πτυχίο σου κι έγινες και με τη βούλα επιστήμονας. Η ανάπτυξη ήταν προ των πυλών. Έτσι μας διαβεβαίωνε ο νεαρός μας πρωθυπουργός, όσο κι αν προσπαθούσε ο βάρβαρος απόγονος του Αδόλφου από τα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να πείσει για το αντίθετο.

Ήταν Σάββατο, όταν έχασα τη μητέρα σου. Το θυμάσαι;  Μη σκύβεις το κεφάλι. Δεν θα το ‘θελε. Την ίδια μέρα ανακοινώθηκε με μεγάλη χαρά από την κυβέρνηση ότι αποπληρώσαμε το μισό χρέος από το πρώτο μνημόνιο. Είχαμε φάει την ουρά. Μας έμενε ο γάιδαρος. Τι τιμή...  Και τότε σε κέρδισε το εξωτερικό και σε ‘χασε η χώρα σου. Κι εγώ. Λιγάκι, όχι πολύ. Να μέχρι να στεγνώσει αυτό το δάκρυ που μόλις πέφτει, είχες γίνει ανάμνηση στην καρδιά μου, γιατί πλέον μόνο μ’ αυτή σκεφτόμουν. Τα μυαλά μου τα ‘χαν πάρει οι άλλοι στο σκλαβοπάζαρο των ιδεών τους. Κοψοχρονιά, μη φανταστείς. Και πλέον...  Να ‘σαι πάλι δω, για να σε δω. Να γιορτάσουμε τα γενέθλιά σου και να σου ζητήσω συγγνώμη που σε ‘φερα σε έναν κόσμο έχοντας ως ημερομηνία λήξης τα μάταια όνειρά μας και δική σου αφετηρία μια πτήση με αβέβαιο μέλλον. Εφόδια μη ζητάς. Τα φτερά του Ίκαρου θα σου δώσουν. Μακάρι να μπορούσα να σου απαντήσω με ένα «ναι» ή ένα «όχι», αλλά πλέον δεν μπορώ. Με ένα ίσως θα σε χαιρετίσω και θα σβήσω το φεγγάρι, γιατί ντρέπομαι να αντικρίζω τη σκιές των ενοχών μου.

                                                                                                        Αθήνα, 2038.