Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Η αλλαγή ενός τόνου (athensvoice.gr)



Διαβάζεται με: Run / Ludovico Einadi
 
«Τέλος στην αναστολή πλειστηριασμών των ακινήτων», διάβασε στο κάτω μέρος του εξωφύλλου της κυριακάτικης εφημερίδας. Τα ακροδάχτυλά του έσφιξαν το φύλλο, το τσαλάκωσαν. Λες και έφταιγε εκείνο για τις ειδήσεις. Παράτησε κάτω τις χάρτινες σελίδες με τις φλέβες στα χέρια του να πετάνε έντονα και τα πυκνά του φρύδια να προσπαθούν να φτάσουν το ένα το άλλο. Ξεφύσηξε. Σηκώθηκε όρθιος και κίνησε για το υπνοδωμάτιό του με την ελπίδα να βρει εκεί τον αναπτήρα. Ήθελε απεγνωσμένα να ανάψει το προτελευταίο τσιγάρο, που είχε απομείνει στο πακέτο του. Το τυραννούσε πολύ καιρό. Είχε πάψει το κάπνισμα. Μόνο στις «μεγάλες φουρτούνες» είχε πει ότι ίσως ενέδιδε. Δεν βρήκε αυτό που έψαχνε. Αναστάτωσε όλο το σπίτι. Μέχρι που θυμήθηκε. Το είχε δανείσει στον πρώτο του εξάδερφο, όταν είχε έρθει για επίσκεψη την προηγούμενη μέρα. Και τώρα τι; Πώς θα αντιδρούσε σε αυτή την είδηση; Πώς θα έδειχνε την αγανάκτηση, την απόγνωσή του; Στάθηκε όρθιος για λίγο με τα μάτια κλειστά και τα χείλη σφιγμένα. Έδινε τη μικρή του μάχη. Τη μάχη του πολίτη. Έδειχνε τη δύναμη της μονάδας. Τη σπίθα της αναμενόμενης επανάστασης του τόπου... Αυτός θα ξεκινούσε τη μεγάλη αλλαγή... Αυτός θα έδινε το μεγάλο «πάμε», κι ας ήταν λίγο μεγάλος. Όχι στο ύψος. Όχι στο σώμα. Στην ηλικία. Και τι μ’ αυτό; Θα ξεσήκωνε το πλήθος... Θα τους έδειχνε εκείνος...
«Το χειρότερο είναι να μείνεις πάνω στην απόπειρα. Εκεί δεν θα σε δει κανείς. Δεν θα σε κοιτάξει κανείς. Δεν θα σε λογαριάσει κανείς και ίσως σε λυπηθεί και κάποιος», του είχε μιλήσει με λόγια σοφίας ο καθηγητής Λογοτεχνίας από το Λύκειό του χρόνια πριν. Είχαν κρατήσει για κάποιο διάστημα επαφές. Τη σχέση εκείνη που αναπτύσσεται μεταξύ μαθητή και δασκάλου, άπειρου και γνώστη, αισιόδοξου και ρεαλιστή και κρατάει μέχρι την προσωρινή νίκη του θανάτου επί της ζωής με διαιτητή τις εμπειρίες. Δεν έπρεπε, το λοιπόν, να μείνει στην απόπειρα. Να κάνει πίσω. Να λοξοδρομήσει και να παραμείνει στην εύκολη λύση της αναδίπλωσης, του δωρεάν ωχαδερφισμού, του έτοιμου φαγητού που χορηγείται σε όλους, όσοι περνούν με επιτυχία τη διαδικασία της πλύσης εγκεφάλου.

         Θα έκανε. Δεν θα σιωπούσε. Βιάστηκε να ντυθεί. Να βάλει τα καλά του. Διάλεξε το ωραίο του κουστούμι από την ντουλάπα. – Νόμιζε ότι μυρίζει ακόμη ναφθαλίνη – Χτένισε τα ατίθασα από τις ιδέες του μαλλιά και άρπαξε το ελαφρύ του πορτοφόλι. Κατόρθωσε τελευταία στιγμή να κλείσει το ξύλινο παράθυρο του καθιστικού που αντιστεκόταν στην έντονη φορά του ανέμου, πριν η κουρτίνα σύρει στο διάβα της ό,τι θα ‘βρισκε μπροστά της. Έφτασε στο τραπέζι του σαλονιού, έσκισε το φύλλο της εφημερίδας, το δίπλωσε στα τέσσερα και το πήρε μαζί του. Άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Πήγε για την επανάσταση.
Στο δρόμο σκεφτόταν: «Απλό ήταν. Αυτό ήταν. Οι αξίες δεν θα χαθούν. Η νέα γενιά θα πάρει πίσω όσα ξεστόμισε για μας. Θα της κληροδοτήσουμε μια χώρα καθαρή». Στο δρόμο για την πλατεία των Λεόντων χαιρετούσε γνωστούς με ασυγκράτητο χαμόγελο.
-         «Γεια σου, Βαγγελιώ! Ωραία μέρα για αντίσταση, δεν βρίσκεις;»
-         «Γεια σου κι εσένα. Λευτέρη! Για πού το ‘βαλες;»
-         «Πηγαίνω να μας αθωώσω στα μάτια των παιδιών»
Η κυρία Βαγγελιώ έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα με τα μάτια γουρλωμένα και τη σκούπα ακίνητη στο περβάζι της πόρτας του μαγαζιού της.
Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα σε όλη την Κρήτη. Ο Λευτέρης κατηφόριζε, ανηφόριζε, προχωρούσε, έπαιρνε δυο – τρεις ανάσες για εφόδιο και πάλι απ’ την αρχή.
-         «Γεια σου, Πάτροκλε!»
-         «Γεια σου, Λευτέρη! Για πού έτσι φουριόζος; Κάτσε να πιεις ένα ουζάκι!»
-         «Τι να προκάμω; Τώρα επαναστατώ!»
-         « Και πού ‘ν’ τ’ όπλο σου;»
-         «Πάντα μαζί μου!», του απάντησε μεμιάς δείχνοντας το μυαλό του και συνέχισε το δρόμο του, μέχρι που οι δελεαστικές μυρωδιές απ’ την πλατεία τον προειδοποίησαν ότι κοντοζύγωνε.
Κάθισε στο συντριβάνι και περίμενε γεμάτος αγωνία να έρθουν και οι υπόλοιποι, να ξεκινήσουν μαζί. Γιατί οι αλλαγές γίνονται από σύνολα συνειδητοποιημένα και όχι από καιροσκόπους διασκορπισμένους. Η ώρα περνούσε. Σηκώθηκε και αγόρασε ένα νεράκι από το κοντινό περίπτερο. Όλες οι εφημερίδες έγραφαν τα νέα μέτρα και την αναστολή των πλειστηριασμών, ακόμη και πρώτης κατοικίας.
-         «Μα πού είναι όλοι, Χρήστο; Γιατί δεν έρχονται;», ρωτά με περιέργεια στο βλέμμα τον περιπτερά.
-         «Για ποιο πράγμα, Λευτέρη;»
-         «Μα για την επανάσταση ασφαλώς. Πρέπει να μιλήσουμε, να αντισταθούμε». Ο περιπτεράς με ένα γλυκόπικρο μειδίαμα στα χείλη κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι χωρίς να αραδιάσει λέξη.
Ο Λευτέρης κατάλαβε. Πλήρωσε το τίμημα, και το ένα και το άλλο, και αποχώρησε από το σημείο. Σκυμμένο κεφάλι για ακόμη μία φορά. Παρατημένα χέρια να συνοδεύουν χωρίς ρυθμό τον βηματισμό του. Μάτια δακρυσμένα, γόνατα λυγισμένα. Κορμί να διαμαρτύρεται για το κόστος της απρόσφορης αυτής απόπειρας. Καρδιά να πάλλεται και μυαλό να απεργεί. Κενός από σκέψεις, από ιδέες. Εγκαταλελειμμένος από αξίες μιας άλλης ζωής. Και η τωρινή του ζωή γεμάτη συγγνώμες που δεν πρόλαβε να ζητήσει. Και ξαφνικά, εκεί στο ισοζύγιο των ιδανικών με το τίποτα, κάτι τον τάραξε. Μια μπάλα ποδοσφαίρου σταμάτησε ακριβώς μπροστά στα πόδια του.
-         «Μη, κύριε! Θα τη μαζέψω εγώ!»
Ο Λευτέρης γύρισε και είδε ένα παιδί. Γύρω στα δώδεκα χρόνια το υπολόγισε. Του χαμογέλασε, όταν το παιδί τον πλησίασε.
-         «Μη φοβάσαι, δεν πρόκειται να στην πειράξω.»
Το παιδί τον ευχαρίστησε.
-         «Ξέρεις ότι είσαι περίπου στην ίδια ηλικία με τον εγγονό μου;»
-         «Αλήθεια;», έκανε έκπληκτο εκείνο. «Πώς το λένε; Μήπως πηγαίνουμε στην ίδια τάξη;»
-         «Ω, όχι», απάντησε μελαγχολικά ο Λευτέρης αλλά με παρόν το χαμόγελο στα χείλη του. «Δεν γίνεται. Λείπει ο εγγονός μου. Βρίσκεται σε άλλη χώρα»
-         «Για διακοπές»;
-         «Για πάντα», απάντησε πικρά ο Λευτέρης.
Το παιδί σιώπησε.
-         «Μην ντρέπεσαι να με ρωτήσεις το γιατί. Του ‘ταξαν ένα καλύτερο μέλλον. Ξεγέλασαν και τους γονείς του. Και τους προειδοποίησα: Μην ακούτε τις ειδήσεις! Σας κοροϊδεύουν! Οι Έλληνες θα εμφανιστούν, θα μιλήσουν! Μη φύγετε...» Έκλαιγε πλέον γοερά. Η μητέρα του μικρού παιδιού ήρθε, το άρπαξε από το χέρι και το επέπληξε: «Τι του δίνεις σημασία του ξεμωραμένου; Δε βλέπεις ότι παραληρεί;»
Αφού η αστυνομία διαβεβαιώθηκε ότι ο Λευτέρης ήταν καλά, τον άφησε στο σπίτι του. Άνοιξε την πόρτα με τρεμάμενα χέρια. Ευτυχώς τα κλειδιά τού ‘καναν τη χάρη και την άνοιξαν γρήγορα. Κάθισε σε μια πολυθρόνα μονολογώντας: «Στην επανάσταση!», κάγχασε λες κι έκανε πρόποση μεθυσμένος. Ανασκουμπώθηκε και αποκοιμήθηκε εκεί, έχοντας κατορθώσει κάτι που δεν είχε συμβεί μέχρι στιγμής: την αρχή. Την αρχή για ένα ταξίδι σε μέρη άβατα, εκεί που φοβάται συνήθως κανείς και μένει στην απόπειρα, στο "κι αν", στη στίξη του ερωτηματικού. Εκεί που γυρίζεις την πλάτη στο ηλιοβασίλεμα την τελευταία στιγμή. Όταν είσαι ένα χιλιοστό μακριά απ΄το άγγιγμα του προσώπου που αγαπάς. Στο χείλος του δισταγμού και στη νίκη της αλλαγής του τόνου του «πότε», από το όμικρον στο έψιλον.


* Δημοσίευση στο bibliotheque.gr & στην Athens Voice

**Οι φωτογραφίες ανήκουν στην πνευματική ιδιοκτησία του φίλου Θωμά Βλαχογιάννη, τον οποίο και ευχαριστώ θερμά για την άδεια παραχώρησης.