Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Luigi Pirandello: Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή



Πολλές φορές και πολλοί έχουν προσπαθήσει να φέρουν μέσα από την κωμωδία το γέλιο, αλλά αντ' αυτού επιτυγχάνουν το γελοίο και μένουν στην απρόσφορη απόπειρα του πρώτου. Όταν όμως η τέρψη συνοδεύεται από ευφυή και συνάμα υποβόσκουσα μεταφορά ηθικών μηνυμάτων, τότε επέρχεται η κατά παραλλαγή της αριστοτελικής, αριστοφανική κάθαρση της κωμωδίας. Το τελευταίο συμβαίνει με το έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο "ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή".

Τα βασικά πρόσωπα του έργου: Ο κύριος Παολίνο, καθηγητής μαθημάτων κατ΄οίκον. Ιδιόρρυθμος αρκετά, ώστε να θυμίζει ατυχώς τηλεοπτικά κακέκτυπα, με πολλές γραμματικές και ιστορικές γνώσεις, διπλωμάτης στις κοινωνικές του επαφές. Φαινομενικά καθωσπρέπει, ουσιαστικά "πρέπει-δεν-πρέπει" κι αυτό, διότι παρ' όλη τη σοβαροφάνειά του και την ευλαβή τήρηση των κανόνων ηθικής συμπεριφοράς, ολισθαίνει και παρασέρνει έντιμες γυναίκες στο βούρκο της ακολασίας, όπως εν προκειμένω τη σύζυγο του πλοιάρχου Περέλλα, την οποία αφήνει και έγκυο. Βέβαια, όντας ευθυνόφοβος και θέλοντας να σώσει το τομάρι του, πείθει την κυρία Περέλλα να εμφανίσει την εγκυμοσύνη της ως καρπό του συζύγου της. Όμως πώς μπορεί να γίνει αυτό, όταν εκείνη κυοφορεί ήδη δύο μήνες και ο σύζυγος είναι ναυτικός και έχει να την δει πολύ πριν τον χρόνο της σύλληψης; Οι δυο τους βάζουν σε εφαρμογή το σχέδιο που σκαρφίστηκε ο καθηγητής: τη νύχτα που θα ερχόταν ο σύζυγός της, η γυναίκα του θα τον παρέσερνε σε μια ξέφρενη βραδιά αχαλίνωτου έρωτα και έτσι ύστερα από μήνες, όταν θα επέστρεφε ο πλοίαρχος Περέλλα από το ταξίδι, θα του παρουσίαζε το (δήθεν εφταμηνίτικο) παιδί του. Ο πλοίαρχος παρουσιάζεται άγαρμπος, άγριος, κυνικός, πρότυπο της αντρικής βαρβαρότητας, άξεστος μα χωρίς αντιστάσεις στους πειρασμούς: Είναι γνωστό τοις πάσι ότι απατά τη σύζυγό του και έχει εξώγαμα τέκνα, πράγμα το οποίο για ναυτικό δεν προξενεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Βλέπει τη γυναίκα ως ένα απλό κομμάτι κρέας και σαρκικού ξεσπάσματος των αντρικών ορμονών. Θέλει τη γυναίκα του κυρία με κάπα κεφαλαίο, όμως δεν μπορεί να αντισταθεί εν τέλει στα σπιρτόζικα σκέρτσα και ναζιάρικα κουνήματά της, ώστε να τον κάνει να τη θελήσει παράφορα και να πάει μαζί της στο κρεβάτι. Η ίδια η γυναίκα του τον αντιπαθεί βάναυσα και είναι ερωτευμένη με τον κύριο Παολίνο. Όμως μένει υπόδουλη στη δειλή της φύση και κυρίως στην υποταγή  και αγάπη του εραστή της και κάνει ό,τι ο τελευταίος επιθυμεί: δηλαδή τα γλυκά μάτια, ώστε να αποπλανήσει τον ίδιο της το σύζυγο.

Αυτήκοοι μάρτυρες ως το μισό του έργου (τέλος της πρώτης πράξης) είναι από την αποθήκη οι κλειδωμένοι Τζίλιο και Μπέλλι, μαθητές του κυρίου Παολίνο, τους οποίους ο τελευταίος έχει απομονώσει, ώστε να μην ακούσουν ό,τι έχει να του πει η μυστική του ερωμένη. (Αν και επικαλείται διδακτικούς σκοπούς, για να δικαιολογήσει τον εγκλεισμό αυτόν...)

Τέλος, τον κωμικό πήχη της μυθοπλασίας ανεβάζει ο δεύτερος μα εξαιρετικά πλασμένος ρόλος της υπηρέτριας Ροζάριας. Σχολιάζει τα πάντα και δεν αφήνει τίποτε να περάσει με τη διακριτικότητα της σιωπής. Οι λίγες γραμμές του χαρακτήρα της φανερώνουν το πολλές φορές ακόμη και σήμερα επαναλαμβανόμενο: ότι κοινωνική τάξη και ευστροφία, πολλές φορές αποτελούν τιμές αντιστρόφως ανάλογες. 

Δεν χρειάζεται να σας αποκαλύψω το άκρως κωμικό και ελαφρώς εκδικητικό για τον κύριο Παολίνο τέλος της πανέξυπνης αυτής κωμωδίας του Πιραντέλλο. Θα αρκεστώ μονάχα σε δυο γραμμές από την εισαγωγή του έργου με την ευχή το τελευταίο να μεταφερθεί σύντομα στις ελληνικές σκηνές:

[Ροζάρια: Πριν ανοίξουμε το μάτι μας, τσουπ ο κύριος Τοτό! Ορίστε (δείχνει τριγύρω) δεν πρόλαβα ούτε να συμμαζέψω!

Τοτό (φαρμακοποιός, φίλος του κυρίου Παολίνο): Μα, δεν...

Ροζάρια: Τι δεν, που... Ορίστε, οι καρέκλες με τα πόδια πάνω! Πρέπει να ξέρετε ότι μόνο τα σφαγμένα κοτόπουλα και οι άτιμες γυναίκες κάνουνε καριέρα με τα πόδια πάνω.

Τοτό: Τώρα που το λες...

Ροζάρια: Ενώ οι καρέκλες, οι σεμνές καρέκλες, σ' ένα καθωσπρέπει σπίτι είναι με τα πόδια κάτω. Όπως οι τίμιες γυναίκες.]

Ο Λουίτζι Πιραντέλλο (1867-1936) υπήρξε Ιταλός δραματουργός.

Το 1934 κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

* Το θεατρικό κυκλοφορεί σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ από τις εκδόσεις "Ηριδανός"

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Bonus Μ΄ άλλους.(protagon.gr)

Το άρθρο μου "Bonus μ' άλλους", δημοσιεύεται στο protagon.gr.






Και ενώ η αναζήτηση της δεύτερης γης συνεχίζεται, βουλευτής ναζιστικού πολιτικού κόμματος(;) με όνομα προφήτη σκέφτεται να βγάλει σε blu-ray τις υπόλοιπες συνομιλίες του με στελέχη της κυβέρνησης και δημοτικά νηπιοτροφεία με ορφανά παιδιά ετοιμάζονται να βάλουν λουκέτο, σε παράλληλη δράση οι γιορτές για το πρωτογενές πλεόνασμα δε λένε να σταματήσουν, η εξαιρετική απομίμηση στυλ και φωνής του Παπανδρέου senior από τον πρόεδρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης προχωρά ακάθεκτη τη ρετρο στρατηγική της, η ελιά πιάνει δάκο και το κκε (βλ. οδηγία gps: «στρίψτε αριστερά») προτιμά να φορά τα τρισδιάστατα γυαλιά του και να ζει σε έναν άλλο κόσμο.
Οι δημοτικές / περιφερειακές εκλογές μαζί με τις Ευρωεκλογές πλησιάζουν απειλητικά για κάποιους και βασανιστικά αργά για τους εχθρούς των κάποιων. Επιλέξτε σε ποια κατηγορία θέλει ο καθένας να ανήκει και το Κύπελλο ξεκινά. Βέβαια όταν αγωνίζονται δύο μέτριες ομάδες ας κερδίσει ο καλύτερος μέτριος. Άραγε ο Αριστοτέλης γνώριζε τι έλεγε 2.500 χιλιάδες χρόνια πριν ή κάποιοι βιάστηκαν να τον κατατάξουν στους πιο σημαντικούς φιλοσόφους όλων των εποχών; (Σημ: Παρακαλώ, μην παραβλέψετε το ειρωνικό ύφος του άρθρου.)
Προβληματίζομαι, αδιαφορείς, ψηφίζει, αποφασίζουμε, εκλέγετε, κυβερνούν. Αυτή είναι η σωστή κλίση του αρχικού «προβληματίζομαι» που τρέπεται στα αναλόγως κατάλληλα ρήματα εν όψει της άσκησης του υπέρτατου εκλογικού δικαιώματος. Πάντοτε η ψηφοφορία στις εκλογές αυτές είχε η μεν δημοτική έντονα πελατειακό, η δε υπερκρατική αμιγώς εκδικητικό / χαλαρό χαρακτήρα. Το κοινό στοιχείο: η αποχή, η οποία κατά μία (δειλή) άποψη αποτελεί εκφορά πολιτικού λόγου δια παραλείψεως τελούμενη, ενώ κατά άλλη άποψη δηλώνει πλέον την κοινωνική αδιαφορία στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας που αποτυπώνεται μέσα από την έντονη αυτή μορφή ωχαδερφισμού.
Το κύριο ερώτημα όμως του άρθρου είναι άλλο: Πρέπει να ανήκει κανείς κάπου συγκεκριμένα; Να ανήκει απαραιτήτως σε ιδεολογικές φατρίες, σε κομματικά στεγανά, να χρωματίζεται μια ζωή ως πρώην δεξιός και νυν κεντροαριστερός; Ίσως είναι εύκολη η απάντηση από τη στιγμή που υπάρχει πλέον ενιαία πολιτική δράση (θέλοντας και μη) και οι έννοιες όπως σοσιαλισμός, σοσιαλδημοκρατία, φιλελευθερισμός κ. ά. έχουν εκλείψει μεν πλέον, αλλά γίνονται κατά κόρον πηλός στα χέρια επίδοξων πολιτικών γραφιάδων των αρχηγείων των κομμάτων. Έχει έρθει μια κατάσταση που θυμίζει αλλες εποχές: Βένετοι, Ρούσσοι και Πράσινοι, εικονομάχοι και εικονολάτρες, φιλοβενιζελικοί και βασιλικοί κ.ο.κ. Προς το παρόν υπάρχουν οι μνημονιακοί - ευρωπαϊστές και οι αντιμνημονιακοί – «αυτονομιστές».
Λόγω της προηγούμενης, φαινομενικής αγάπης προς την πατρίδα των κυβερνώντων κυρίως κομμάτων από τη μια και της έλλειψης σοβαρής πολιτικής επιχειρηματολογίας, που φτάνει στα όρια του επικίνδυνου λαϊκισμού, από την άλλη, θα επιλέξω να μη φοβάμαι τίποτα και να μείνω ελεύθερος. Και να ελπίζω, γιατί μέσα του περιέχει το «ζω» και ζωή χωρίς ελπίδα, είναι σαν φαγητό χωρίς αλάτι. Ας βγάλουμε πια τις ετικέτες, τις ταμπέλες του όποιου μας προσανατολισμού, πολιτικού, αθλητικού, ερωτικού, θρησκευτικού. Γεννηθήκαμε άνθρωποι και αυτό αυτομάτως μας προσδίδει την εγγενή ροπή προς αμαρτία και την κατοχή ελαττωμάτων. Ας τα χρησιμοποιήσουμε, λοιπόν, στο έπακρο προς ώφελός μας κι ας δείξουμε ότι εξελισσόμαστε, ότι αλλάζουμε κρίση ή ακόμη κια στάση ζωής, αρκεί να μπορούμε να τις (υπο)στηρίξουμε. Αυτό επιτρέπει η δημοκρατία. Για αυτό υπάρχει η δημοκρατία. Αυτό μας κάνει να διαφέρουμε από τους υπόλοιπους ζώντες οργανισμούς. Πρωτευόντως η συνείδηση και δευτερευόντως η απουσία ουράς.