Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Δυο λόγια για το Inferno του Dan Brown

     




   
  Το φετινό, καλοκαιρινό best - seller κυκλοφορεί εδώ και ακριβώς ένα μήνα στα βιβλιοπωλεία της Ελλάδας. Αν και δεν ξεκίνησα με χρονολογική σειρά να διαβάζω τα βιβλία του συγγραφέα και έχοντας παραλείψει δύο - τον Κώδικα Da Vinci και το Illuminati - καθότι με πρόλαβαν οι κινηματογραφικές μεταφορές τους, μπορώ να πω ότι έχω καταλήξει σε μια γενική γνώμη επί της γραφής του με βάση τα: Ψηφιακό Οχυρό, Το χαμένο Σύμβολο και τώρα το Inferno. 
     Όπως σε όλα του τα βιβλία, έτσι και σε αυτό, ο Brown έχει την εξαιρετική ικανότητα να πλέκει ένα μυστήριο σενάριο γύρω από σύμβολα, παλιές και απόκρυφες γνώσεις, προδοσίες και περιπέτεια. Ο τρόπος γραφής του θυμίζει περισσότερο κινηματογραφικό σενάριο ή καλύτερα: ένα κείμενο με μοναδικό σκοπό την κινηματογραφική του προσαρμογή. Οι διάλογοί του είναι σχεδόν έτοιμοι για να λεχθούν από τα χείλη του Τομ Χανκς, ως καθηγητή Λάνγκτον! Δεν θα μου φαινόταν διόλου παράξενο, αν μάθαινα ότι είχε στο νου του να γράψει σενάριο για σινεμά, που τελικά δεν ευοδώθηκε και το έκανε βιβλίο. 
     Το μεγάλο μειονέκτημα και ταυτόχρονα πλεονέκτημα του συγγραφέα είναι ένα: η μεγάλη του ευφυία και γνώση. Από τη μία δημιουργεί ένα βιβλίο, που από την πρώτη σελίδα κάνει τον αναγνώστη να αποφασίσει να το τελειώσει. Δημιουργεί μία αίσθηση αγωνίας στον κόσμο της φαντασίας, η οποία λειτουργεί εθιστικά σαν ναρκωτικό στην ανθρώπινη περιέργεια. Από την άλλη, το Inferno περιέχει σε αρκετά σημεία πάρα πολλές πληροφορίες σχετικά με ιταλικά έργα της Αναγέννησης, είτε ζωγραφικής, είτε κυρίως αρχιτεκτονικής. Και δεν μιλάμε για παραγράφους, αλλά για σελίδες! Και εκεί προσπαθεί να βρει κανείς το τηλεκοντρόλ να πατήσει το fast forward. Κατά την άποψή μου, το μεγαλύτερο ψεγάδι του βιβλίου. Είναι προφανές ότι η ακατανίκητη επιθυμία του συγγραφέα να μας αποδείξει ότι έχει γνώσεις και ότι δεν μελετούσε τζάμπα τόσα χρόνια που άργησε να γράψει κάποιο βιβλίο, λειτούργησαν ως παγίδα κατά τη συγγραφή ενός έργου, το οποίο αντί των 664 σελίδων, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι 150 σελίδες μικρότερο, περιεκτικότερο και καλύτερο από όλα τα προηγούμενα. Δυστυχώς δεν είναι το καλύτερο, αλλά δεν παύει να κερδίζει τον σκοπό του που δεν είναι άλλος από την προσήλωση στην εξέλιξη του μύθου, της πλοκής.
     Ο Brown, κατά την άποψή μου, είναι ένας ευρυμαθής, αλλά μέτριος συγγραφέας, ο οποίος έχει βρει (και μπράβο του ως προς αυτό) την ιδανική φόρμουλα της επιτυχίας. Θα παραδεχτώ ότι όσο περνούσα τις σελίδες, προσπαθούσα να επιβραδύνω την ανάγνωση του βιβλίου, για να μη τελειώσει. Κι αυτό σίγουρα είναι το μεγάλο στοίχημα που πέτυχε ο συγγραφέας και οι εκδοτικοί οίκοι που έχουν τα πνευματικά δικαιώματα, αλλά δεν πρέπει να λησμονήσουμε το εξής: υπάρχουν χιλιάδες καλύτεροι λογοτέχνες και συγγραφείς στην χώρα μας και στον κόσμο από τον Brown, οι οποίοι μπορεί να μην είναι τόσο ευπώλητοι όσο εκείνος, αλλά σέβονται περισσότερο την ελάχιστη στάθμη της λογοτεχνικής ποιότητας ενός έργου και τους κανόνες γραφής που το διέπουν. Μόλις τελειώσετε το βιβλίο, πιστέψτε με, θα βρείτε πολλά παραδείγματα...