Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Το ενυδρείο, του Γιώργου Κουτσούκου.




Ο Γιώργος Κουτσούκος επανέρχεται στο λογοτεχνικό προσκήνιο με τη νουβέλα "Το ενυδρείο". Ήρωας ένας άντρας, ο Παύλος Καρτίνης, ο οποίος σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση εξιστορεί την αναζήτηση του ερωτικού πάθους στις γειτονιές της Αθήνας. Μιας Αθήνας που βουλιάζει στην πλημμύρα της μελαγχολίας της. Το Κολωνάκι κι η Ομόνοια έχουν απόσταση πλέον μιας σελίδας. Οι δρόμοι της πρωτεύουσας αποτελούν το σκηνικό των περιπλανήσεων του Παύλου, ο οποίος μεταφέρει πλήρως τη μουδιασμένη ατμόσφαιρα των κατοίκων της πόλης. Κάποιοι τα παρατούν, κάποιοι προβληματίζονται και κάποιοι άλλοι παίρνουν βαθιά ανάσα και προχωρούν. Όμως όλοι σχεδόν απορροφώνται από τους ρυθμούς της πρωτεύουσας. Η οικονομική κρίση διαβρώνει τις τελευταίες άμυνες του ανθρώπινου οργανισμού κόντρα στο συνεχώς παρόν αντίξοο κλίμα.

Ο ήρωας προσεγγίζει γυναίκες που αρέσουν στα αδηφάγα του μάτια, αφήνοντας το πορτοφόλι του να πέσει μπροστά στα πόδια τους δήθεν τυχαία. Κάποιες τσιμπούν το δόλωμα αλλά αποχωρούν στη συνέχεια, κάποιες μπαίνουν στον πειρασμό να το κλέψουν, ενώ κάποιες άλλες αποκρούουν ευγενικά ή δέχονται ευχάριστα τον ιδιόμορφο τρόπο προσέγγισής τους από τον Παύλο. Ο τελευταίος είναι ένας κυνηγός που έχει θάρρος στο να εξαπατά και δειλία στο να ερωτευτεί. Στις περισσότερες των περιπτώσεων η αποτυχία του είναι παταγώδης, αλλά αυτή η γεύση της απογοήτευσης δεν μένει για πολύ στο νου του αναγνώστη και στην ψυχή του Παύλου και αυτό για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, διότι ο Παύλος είναι αποφασισμένος να συνεχίσει και κάποια στιγμή να πετύχει το στόχο του και δεύτερον, διότι ορισμένες σκηνές έχουν τόσο έντονη κωμική φλέβα, που μετατρέπουν την αίσθηση της αμηχανίας σε μια αστεία στιγμή.

Μοναξιά και συναισθηματική αστάθεια συνθέτουν το δίπολο της νουβέλας αυτής που ως πυρήνα τους έχουν το ίδιο πρόσωπο και τον ίδιο σκοπό: τον ήρωα να προσπαθεί να κερδίσει έστω και λίγα λεπτά έρωτα με κάποιο από τα γυναικεία του  - αρχικώς - θύματα. Και λέω αρχικώς, διότι θύτης και θήραμα στο έργο αυτό αντιστρέφονται συχνά. Οι ρόλοι αναποδογυρίζουν. Νικητής και ηττημένος. Ποιος νίκησε τελικά; Η κοπέλα που αρνήθηκε το έξυπνο και ειλικρινές σε πολλές περιπτώσεις φλερτ του Παύλου; Μήπως νίκησε τελικά ο ίδιος ο Παύλος που, μέσω της απόρριψης, γλίτωσε από το να περνά άβολες περιπέτειες και να αναλαμβάνει ευθύνες για τις πράξεις του στη συνέχεια; Σίγουρα η απογοήτευση υπερισχύει όμως το σημαντικότερο είναι ότι δεν νικά η ηττοπάθεια. Ο ήρωας συνεχίζει να έλκεται από τα ετερώνυμα φορτία και παρά το αρνητικό τους πρόσημο δεν πτοείται ουδόλως και εξακολουθεί να αναζητά το έτερον ήμισυ. Τη μονιμότητα την έχει βγάλει απ' το μυαλό του. Το γρήγορο και εύκολο πολλές φορές είναι και δελεαστικότερα.

"Νιώθω ότι είστε θλιμμένη". Μ' αυτή τη φράση απευθύνεται σε κάθε γυναίκα που θα τον ειδοποιήσει, φωνάζοντάς τον, ότι του παρέπεσε το πορτοφόλι. Τι πιο σύνηθες από μια θλιμμένη γυναίκα στην Αθήνα; Συντριπτική πλειοψηφία. Όπως και συντριπτικά τα ποσοστά να ξεκινήσει κουβέντα μεταξύ της γυναίκας και του Παύλου. Από εκεί και πέρα τη σκυτάλη παίρνει το φλερτ και η άμεση διαλογική αφήγηση.

Η νουβέλα αυτή θα μπορούσε να αποτελεί και μια συλλογή διηγημάτων αφιερωμένων στην Αθήνα. Ο συγγραφέας, όμως, προτίμησε να δέσει τις ιστορίες υπό έναν κοινό ήρωα και έναν κοινό σκοπό. Όπως ο ίδιος είπε στην παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο "Πλειάδες" επεξεργαζόταν την ιδέα του συγκεκριμένου πονήματος 5 χρόνια!

Τελειώνοντας κανείς αυτή τη συλλογή των διηγημάτων (κατά έναν περίεργο τρόπο αρνούμαι να χαρακτηρίσω το βιβλίο αυτό ως "νουβέλα"), έχει χαρτογραφήσει όλες τις αγαπημένες του περιοχές, έχει ευχηθεί για τον Παύλο να ξεφύγει από τη μοναχικότητα που τόσο απλόχερα του προσφέρει η πρωτεύουσα και έχει αναρωτηθεί για τα εξής: Πρώτον, σε περίπτωση που είναι άντρας, μήπως έφτασε η στιγμή να αγοράσει καινούριο πορτοφόλι; Και δεύτερον, αν είναι γυναίκα, μήπως είναι θλιμμένη;

* Το έργο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη. 

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

"Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε"

Ανατριχιαστικά διαχρονικός ο λόγος του Μάνου Χατζιδάκι.




Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.
(...) 
Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ το μυαλό της κότας. Απ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;
Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.
Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ τους εχθρούς.
Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.
(...)
Πώς θ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;
(...)