Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Η φενάκη της κερδισμένης μάχης




Ο αγώνας αξίζει περισσότερο από το αποτέλεσμα. Έτσι μας μάθαιναν στο σχολείο, ότι το ταξίδι της προσπάθειας είναι εκείνο που μετρά πάντοτε. Εν προκειμένω, εδώ και ένα χρόνο με την νέα, επαναστατική κυβέρνηση που μοίρασε την ελπίδα αφειδώς, ανενδοίαστα και αγόγγυστα, ακόμη και ο τελευταίος νοήμων Έλληνας έχει αντιληφθεί ότι όχι μόνο δεν υπάρχει στον ήλιο μοίρα αλλά ούτε και στο φεγγάρι. Η αισχρή κατάσταση του οιονεί μας κράτους, ύστερα από τις κυβερνήσεις των τελευταίων τουλάχιστον δέκα ετών, φοβάμαι ότι προσεγγίζει το μη αναστρέψιμο. Και αυτό, διότι πολύ απλά ο πόλεμος έχει χαθεί και πλέον οι υποτυπώδεις μάχες γίνονται για την τιμή των άσφαιρων όπλων. Τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερο σαφή: «Pacta sunt servanda», λέμε στην Νομική, ή αλλιώς: «οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται».

Η παραπάνω αρχή του Διεθνούς Δικαίου σε συνδυασμό με την αδιάσπαστη συνέχεια του κράτους ανεξαρτήτως του εκάστοτε κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία, δεσμεύει τους κυβερνώντες να υπακούσουν σε όσα έχουν δεσμευτεί. Λογικό αλλά όχι δεδομένο στις μέρες μας, καθώς χρειάστηκαν δύο εκλογικές αναμετρήσεις και ένα δημοψήφισμα για το μεγάλο «όχι» και στο τέλος για την δουλική υπογραφή τρίτου προγράμματος στήριξης. Ερωτάται, λοιπόν, αν η Ευρωπαϊκή Ένωση «δικαιούται» να εντέλλεται αυτόνομα και ανεξάρτητα κράτη – μέλη της να εκτελέσουν αποφάσεις που βαίνουν κόντρα σε βασικά ατομικά δικαιώματα, κατοχυρωμένα από το Σύνταγμά τους. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην έλλειψη καθαρής και ουσιαστικής νομιμοποίησης του υβριδικού μορφώματος της Ένωσης να νομοθετεί. Από πού αντλεί την εντολή; Από το ενιαίο εκλογικό σώμα της ευρωπαϊκής ηπείρου αρχικά, θα ’λεγε κανείς. Ενώ, πράγματι, έχει αυτή την υπερεξουσία και αρμοδιότητα, οι λαοί της Ευρώπης μέσω των έμμεσων εκλογών (έμμεσων, καθώς δεν υπάρχουν ψηφοδέλτια των ευρωπαϊκών δυνάμεων και συσχετισμών, αλλά οι εκλογές γίνονται στο εσωτερικό του κάθε κράτους) δίνουν ψήφο αντιπροσώπευσης σε εκλεγμένους βουλευτές του Ευρωκοινοβουλίου, του οποίου οι εξουσίες είναι προδήλως περιορισμένες σε σχέση με αυτές της συζυγίας Ευρωπαϊκής Επιτροπής - Συμβουλίου. Συνταγματικό ζήτημα δεν τίθεται καθώς με βάση το άρθρο 28 του Συντάγματος οι έξωθεν νομοθετικές εντολές ενσωματώνονται πλήρως στο εθνικό νομοπαρασκευστικό σώμα και στη συνέχεια γίνονται νόμοι του κράτους, αφού τηρηθούν οι απαιτούμενες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Η βραδυκίνητη αντίληψη της αντίδρασης και αντίστασης των λαών των χωρών για μια πιο άμεση, δημοκρατική και κοινωνική Ευρώπη έχει κοστίσει μέχρι τώρα τεράστια απώλεια περιουσιών και κυρίως ζωών στις μεσογειακές προπαντός χώρες.

Δεχόμενοι την έστω τυπική – και καθ’ όλα νόμιμη βέβαια –  υπερεξουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προχωρούμε στο στάδιο του τις πράγματι πταίει. Μα ασφαλώς εκείνος που δεσμεύεται. Η ελευθερία των συμβάσεων ισχύει και στο Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Το κράτος αν θέλει, υπογράφει. Ως επακόλουθο, δεσμεύεται. Αν δεν υπογράψει, δεν δεσμεύεται. Τα πακέτα «στήριξης» και «τοκογλυφικής φιλανθρωπίας» μπορεί να συνοδεύονται με χίλιους δυο επιθετικούς προσδιορισμούς από το πλούσιο ελληνικό λεξιλόγιο, όμως δεν παύουν να αποτελούν προϊόντα διαπραγμάτευσης των ελληνικών κυβερνήσεων. Θα σταθώ για λίγο στο 2010, όπου ο τότε πρωθυπουργός όχι απλώς δεν τόλμησε να κρατήσει μια σκληρή στάση, αλλά ούτε καν να διαπραγματευτεί με σθένος την ισχυρή τότε θέση της χώρας. Ισχυρή για τον πολύ απλό λόγο: Η Ευρώπη το 2010 ήταν πλήρως απροετοίμαστη για μια έξοδο ενός κράτους – μέλους της από την ευρωζώνη, επομένως ο πρωθυπουργός θα μπορούσε να πιέσει για ευνοϊκότερους όρους στήριξης ή καλύτερα για όχι τόσο δυσβάσταχτους. Δεν θέλω να υποκύψω στα διάφορα σενάρια συνωμοσίας ότι τάχα «συνέφερε» κάποιους η υπογραφή του μνημονίου και υποδούλωση της χώρας υπό τους αναίσχυντους όρους. Εφόσον, λοιπόν, ο πρωθυπουργός υπέγραψε ένα έτοιμο κείμενο χωρίς να αρθρώσει ένα ουσιαστικό «μα» (ίσως να άρθρωσε κάποιο «μα» διπλά επαναλαμβανόμενο μόλις αντίκρισε τη συμφωνία), υποθήκευσε τη χώρα και το χειρότερο: υποθήκευσε τα όνειρα της νέας γενιάς. Και όταν υποθηκεύονται τα όνειρα, ελευθερώνονται οι εφιάλτες.

Η ουσιαστικά αποτυχημένη διακυβέρνηση των δύο μεγάλων κομμάτων έδωσε τη δύναμη και την ευκαιρία σε ένα κόμμα διαμαρτυρίας να φουσκώσει σαν τσουρέκι του Πάσχα και να γίνει κόμμα εξουσίας, όντας πλήρως απροετοίμαστο, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Το γεγονός, άλλωστε, ότι το ίδιο το κυβερνών κόμμα ξεσηκώνει τον κόσμο σε απεργία εναντίον του, δηλώνει εκ πρώτης όψεως την πλήρη άγνοια του ρόλου του. (Γιατί εκ δευτέρας όψεως αποτελεί ένα αριστοτεχνικό επικοινωνιακό κόλπο, για να δείξει ο σαραντάχρονος πρωθυπουργός μας – στον οποίο επιτρέπεται λόγω ηλικίας κατά τα λεγόμενά του να έχει την ίωση της οίησης – ότι εφαρμόζει μέτρα που εξαναγκαστικά παίρνει και με τα οποία δεν συμφωνεί.) Το κυβερνών κόμμα είχε μία ξεκάθαρη άποψη πίσω από τις δεκάδες προεκλογικές (πρώτος γύρος εκλογών – Ιανουάριος 2015) εξαγγελίες, που ανέδυαν από μακριά την οσμή του ψεύδους τους: «Πάνω απ’ όλα η πορεία της χώρας εντός ευρωπαϊκού πλαισίου.» Έτσι είχε ανακοινώσει ο πρωθυπουργός, όπερ μεθερμηνευόμενον: Ευρώ με κάθε θυσία. Ο απλός ψηφοφόρος, όμως, συνεπαρμένος ακόμη από το πανηγύρι για την επαναφορά της 13ης σύνταξης, δεν έδωσε σημασία ή δεν άκουσε καν τον κρότο της παραπάνω δήλωσης. Η αλήθεια είναι ότι επικοινωνιακά η κυβέρνηση έχει κερδίσει πολλά παιχνίδια. Δεν πρέπει να έχει ξανασυμβεί στα ευρωπαϊκά χρονικά κυβέρνηση να υπογράφει συμφωνία χειρότερη από αυτή που αρνιόταν να υπογράψει και παρά το βροντερό «όχι» του δημοψηφίσματος και με κλειστές τις τράπεζες να κατορθώνει να βγαίνει ξανά πρώτο κόμμα με διαφορά περίπου 8%! Μεγάλος νικητής η αποχή, αργυρό μετάλλιο στον νεαρό μας πρωθυπουργό με ολίγη οίηση και με μεγάλο ηττημένο μέρος σύσσωμη την αντιπολίτευση, που αντί να εκμεταλλευτεί την κυβερνητική φθορά, με την ανικανότητά της, μείωσε κι άλλο τα ποσοστά της αφήνοντας το νεοναζιστικό κομματικό μόρφωμα της χρυσής αυγής να αλωνίζει ανενόχλητο στο Κοινοβούλιο. Συμπέρασμα: Η απόγνωση του εκλογικού σώματος απέναντι στα παλιά δύο μεγάλα κόμματα είναι τόσο μεγάλη, που αποφασίζει να δώσει ακόμη μία ευκαιρία σε ένα πρωθυπουργοκεντρικό κόμμα, άφθαρτο σχετικά, μήπως ο τόπος δει κάποια καλύτερη μέρα. 

Η ψυχολογία της μάζας έχει αναλυθεί ως θεωρία σε αμέτρητα πονήματα. Εδώ θα αναφερθεί μόνο το εξής: Οι πολίτες χρειάζονται μια ελπίδα. Όχι δύο. Έστω και μία. Αν δεν δοθεί αυτή, πρέπει η απογοήτευσή τους και η οργή τους να διοχετευθούν σε άλλα κόμματα. Διέξοδος, όμως, δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Τα πάλαι ποτέ δύο μεγάλα έχουν βρεθεί στα τάρταρα του θυμικού, το κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδος αρνείται να πει «ναι» ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό, το Ποτάμι αρχίζει να στερεύει και μάλλον θα μετατραπεί σε αρδευτικό κανάλι, οι ΑΝΕΛ ετοιμάζονται για το μεγάλο «αντίο», ενώ ο συμπαθητικός κύριος Λεβέντης έκανε μία σύντομη εμφάνιση λίγο πριν συνταξιοδοτηθεί, βλέποντας το όνειρό του να γίνεται επιτέλους πραγματικότητα και να μιλά από το βήμα της Βουλής. Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση και οι κραδασμοί του πολιτικού θυμού πρέπει από κάπου να απορροφηθούν. Δυστυχώς, δεν φαίνεται στον ορίζοντα άλλος δρόμος πέρα από μορφές συγκυβερνήσεων ή οικουμενικής κυβέρνησης.  Αυτό το επακόλουθο θεωρείται από πολλούς αναπόφευκτο, καθώς το ποσοστό της αποχής θα γίνεται όλο και μεγαλύτερο, όλο και απογοητευτικότερο και τα ποσοστά της θετικής ψήφου θα μειωθούν δραματικά. Η αποχή, όμως, δεν αντιστοιχεί σε τίποτε άλλο παρά σε φυγοπονία. Έτσι, δεν σώζεται ούτε ο λαός ούτε το κράτος.

Η τακτική, πλέον, της κυβέρνησης να ανακοινώνει ένα πολύ σκληρό μέτρο, ώστε να το παρουσιάζει στη συνέχεια ηπιότερο και να φαίνεται ότι κάτι κέρδισε στη διαπραγμάτευση γίνεται για καθαρά ψυχολογικούς λόγους. Εξηγούμαι με το εξής παράδειγμα: Έχει συμφωνηθεί ο Λ (λαός) να πληρώσει φόρο 100. Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί. Ανακοινώνει, λοιπόν ότι ο Λ θα πληρώσει φόρο 120, έτσι ώστε μετά τις αντιδράσεις από τον Λ να μειωθεί ο φόρος στο συμφωνημένο 100 και να φανεί στον διαμαρτυρόμενο Λ ότι πέτυχε κάτι, ότι νίκησε έστω και σε μία μικρή μάχη μπροστά σε έναν από καιρό χαμένο πόλεμο. 

Όμως, μπορεί ένα κράτος να ανακάμψει, όταν τις ιστορικές πλάτες του βαραίνει ένας ασήκωτος εμφύλιος πόλεμος και η διχόνοια; Πώς μπορεί να πάει μπροστά, όσο μπορεί να πάει με τα σημερινά δεδομένα, μια χώρα της οποίας οι κάτοικοι μπορούν να πιαστούν στα χέρια ακόμη και κατά τη διάρκεια μιας διαδρομής με ταξί; Η κατάσταση χρειάζεται νηφαλιότητα και κυρίως αποχρωματισμό από φανατικές τακτικές που μας διχάζουν. Κανείς, βέβαια, δεν θα μπορούσε να διασφαλίσει ότι θα πετύχουν οι όποιες υποχωρήσεις και οι συμβιβασμοί ενός λαού. Αρκεί, όμως, οι συμβιβασμοί αυτοί να είναι αξιοπρεπείς. Αρκεί τα όποια μέτρα να σέβονται ότι η Ελλάδα και η κάθε Ελλάδα αποτελεί ανεξάρτητο και αυτόνομο κράτος και όχι προτεκτοράτο ενός μορφώματος χωρίς άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση. Και το κυριότερο ότι οι οικονομικοί όροι έχουν να κάνουν με ανθρώπινες ζωές και όχι με μαθηματικές εξισώσεις.

Η επόμενη μάχη που μένει να κερδηθεί είναι αυτή της υπομονής και της επιμονής. Θα παραλλάξω το γνωστό προεκλογικό σύνθημα «Η Ευρώπη αλλάζει, η ελπίδα έρχεται» σε: «Η Ελλάδα αλλάζει, η Ευρώπη έρχεται», καθώς σπίτια αλλάζουν ιδιοκτήτες λόγω ανεξόφλητων δανείων και η Ευρώπη, ύστερα από το σόου του κυρίου Γιάννη Βαρουφάκη (προτιμώ τα δύο νι, ένα για το όνομα και το άλλο για τη χάρη), επανέρχεται πιο θυμωμένη από ποτέ, διότι έχει να αντιμετωπίσει μια αφερέγγυα χώρα, που δεν τιμά τα όσα έχει απερίσκεπτα και απαράδεκτα υπογράψει. Τα θεμέλια της γηραιάς ηπείρου τρίζουν λόγω του προσφυγικού και του τρομοκρατικού ζητήματος και ίσως η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας βοηθήσει στο να της δοθεί το δηλητήριο σε περισσότερες δόσεις και όχι μια και καλή. Αντίδοτο θα παραμείνουν από τη μια ο γερός θεσμός της οικογένειας που αποκρούει τις δονήσεις από τους μετασεισμούς της κρίσης και από την άλλη η βαριά μας ιστορία που υπενθυμίζει ότι κάπου, κάποτε θυμηθήκαμε να αντιδράσουμε με το κεφάλι ψηλά. Και σήμερα έχουμε ανάγκη όσο τίποτε άλλο από κεφάλια ψηλά παρά από κεφάλια πεσμένα.


Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Η Δύναμις και η Δόξα, του Γκράχαμ Γκρην. Ένα κομψοτέχνημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας


Μεξικό, 1924. Η "επαναστατική" κυβέρνηση εξαπολύει διώξεις εναντίον την Καθολικής Εκκλησίας. Ο ήρωας είναι ένας αλκοολικός ιερέας, πατέρας εξώγαμου παιδιού, που το έχει αφήσει στην μοίρα του. Τον ιερέα κυνηγά η αστυνομία, μέχρι που εκείνος βρίσκει διάφορα καταφύγια σε σπίτια χωρικών ή εγκαταλελειμμένα μέρη. Η ιστορία αναπτύσσεται μέσα από μία συνεχόμενη καταδίωξη, υπό το κλίμα του συνεχούς φόβου ότι θα συλλάβουν τον ιερέα. Κι ενώ εκ πρώτης όψεως αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο να θέλει να ξεφύγει ο "παπαμέθυσος", λύνεται σχεδόν αμέσως αυτή η απορία. Ο Γκρην ξεκινώντας από την βασική αρχή "ουδείς αναμάρτητος" δημιουργεί έναν αντιήρωα πρότυπο. Αντιφατικό, μα πλήρως αληθινό. Ο εθισμένος στο αλκοόλ ιερέας νιώθοντας την αδήριτη ανάγκη διακονίας των πιστών, ακόμη κι όταν βρίσκεται υπό συνθήκες πλήρους εξαθλίωσης και απειλής της ίδιας του της υγείας και της ζωής, δεν αρνείται να τους εξομολογήσει, να τελέσει λειτουργίες και να βαφτίσει παιδιά. Υποταγή και ταπείνωση μέσα όμως από την παράλληλα αναπόφευκτη ανθρώπινη διάπραξη αμαρτιών.

Το σκηνικό εξέλιξης της δράσης απλώνεται σε μια έρημη χώρα με εγκαταλελειμμένα σπίτια, γκρεμισμένες εκκλησίες και ανθρώπους που ζουν συγκαταβατικά, μόνο και μόνο, γιατί τους πιέζουν οι πνεύμονές τους να αναπνεύσουν. Ζουν με το ζόρι, μέσα στην πείνα και στη δυστυχία. ("Χίλιες φορές να πεθάνω", αναφέρει σε έναν διάλογο η γυναίκα στον άντρα της, που έχουν σώσει τον μέθυσο ιερέα ή "παπαμέθυσο" κατά τον συγγραφέα. Και της απαντά εκείνος: "Α, φυσικά. Αυτό εννοείται. Μόνο που πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε.") Όμως οι κακουχίες και οι λύπες ενώνουν τον λαό και για αυτό τον λόγο υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία μεταξύ όλων να καλύψουν τον ιερέα που δεν ονοματίζεται και να γλιτώσει τη σύλληψη. Η θυσία τους αυτή μάλιστα φτάνει μέχρι το σημείο να μαρτυρήσουν στο όνομά του όμηροι. Η δράση αυτή θα προκαλέσει στη συνέχεια την λογική αντίδραση. Έτσι ο κόσμος που στην αρχή δεν μιλούσε και περίμενε υπομονετικά να φανερωθεί μόνος του στην αστυνομία ο ιερέας χωρίς να τον καταδώσουν εκείνοι (αόρατος κανόνας της σιωπής), γίνεται στη συνέχεια μνησίκακος και συνεχίζει να προχωρά με κατεβασμένα κεφάλια μα με θυμωμένη καρδιά, σαν να του λέει νοητικά "Παραδώσου ή φύγε κι άφησέ μας μόνους, παρέα με τη δική μας δυστυχία." Παραπλήσιο σκηνικό παρατηρείται και όταν ο ιερέας βρίσκεται στη φυλακή. Ενώ όλοι αναγνωρίζουν στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που καταδιώκεται από την αστυνομία, κανένας από τους συγκρατούμενούς του δεν τον φανερώνει. Κι η ελπίδα φωλιάζει κάπου καλά κρυμμένη, τουλάχιστον για τον άνθρωπο, γιατί για ένα άλογο ον είναι ευκολότερο να βρεθεί:
"Κι ήρθε: ένα ψωραλέο θηλυκό σκυλί. Ήταν προφανές πως είχε μέρες να φάει. Το είχαν εγκαταλείψει. Σε αντίθεση όμως με εκείνον, το σκυλί διατηρούσε μια κάποια ελπίδα. Η ελπίδα είναι ένα ένστικτο που μόνο ο λογικός ανθρώπινος νους μπορεί να σκοτώσει. Τα ζώα ποτέ δεν γεύονται την απόγνωση."
Ο αμαρτωλός ιερέας, ως άνθρωπος κι αυτός, θέλει να σώσει τη ζωή του αλλά ούτε στιγμή δεν απαρνείται το ιερό του καθήκον και την ιεροσύνη του. Όταν μάλιστα του συνιστούν να αποκηρύξει την τελευταία και μ' αυτόν τον τρόπο να σωθεί (όπως έκανε ο έτερος ιερέας Πάδρε Χοσέ και υπέκυψε στον συμβιβασμό), δεν του περνά καν από το μυαλό αυτή η πράξη δειλίας και άρνησης της ιερής του αποστολής. Ο ιερέας του Γκρην συναντά τον Γιάννη Αγιάννη του Ουγκώ και τον Σωκράτη τον Αθηναίο και αγιοποιείται μέσα από την γήινη, γεμάτη αμαρτίες, εγγενή του φύση. Ο ιερέας έχει ζήσει και τις καλές στιγμές της ζωής, τότε που τον είχαν όλοι σε υπόληψη και έκανε χρήση της κοινωνικής του δύναμης. Στη συνέχεια, όμως, διώκεται απλώς και μόνο για την ιδιότητά του αυτή και γίνεται η αιτία να σκοτώνονται όμηροι στα χωριά, σε περίπτωση που οι κάτοικοι δεν ομολογούν την κρυψώνα του ή κάποια στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε αυτόν και τη σύλληψή του.

Ο συγγραφέας εξυμνεί το θαύμα της τελευταίας στιγμής, το γεγονός ότι μέσα από την ευκαιρία της αμαρτωλότητας μπορούμε να φτάσουμε στη μετάνοια και στη σωτηρία της ψυχής μας. Η μαρτυρία και η αγιοποίηση του ανθρώπου φανερώνονται συχνά στο έργο. Όταν ο υπαστυνόμος ομολογεί πως υπήρχαν άνθρωποι που σκότωσε, όμως ήθελε να τους χαρίσει τον κόσμο όλο, ο ιερέας του απαντά νηφάλια: "Μπορεί και να το έκανες." Μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του μυθιστορήματος. Ο ιερέας δεν είναι λίγες οι φορές που έρχεται στα όριά του. Όταν τον κρύβουν από την αστυνομία οι χωρικοί ενός χωριού και είναι εξουθενωμένος, βρώμικος, χωρίς ύπνο, μέσα στο σωματικό πόνο και την απόγνωση, αναγκάζεται να δεχθεί να εξομολογήσει τον κόσμο που περιμένει εδώ και κάμποσο καιρό έναν ιερέα, για να του ανοίξει την καρδιά του. Μπορεί να έχει χάσει κάθε απόθεμα ψυχολογικής αντοχής, όμως πάντοτε θα βρίσκεται για αυτόν στην άκρη ένα λιγοστό φως που θα ζεστάνει την ψυχρότητα των συνθηκών. Ο διάλογος που ακολουθεί λαμβάνει χώρα μεταξύ του ιερέα και ενός αφελούς γέρου χωρικού που μετά την δική του εξομολόγηση, παρακαλά τον παπαμέθυσο να εξομολογηθούν και οι γυναίκες:
"-Να φέρω τις γυναίκες;", έλεγε τώρα ο γέρος. "Πάνε πέντε χρόνια...""-Ωχού, ας έρθουν. Ας έρθουν όλοι!", φώναξε θυμωμένος ο ιερέας. "Υπηρέτης σας είμαι". Κάλυψε τα μάτια με τα χέρια του κι έβαλε τα κλάματα.Ο γέρος άνοιξε την πόρτα: δεν ήταν εντελώς σκοτεινά έξω, κάτω από την πελώρια μισοφωτισμένη αψίδα του έναστρου ουρανού. Πήγε στις καλύβες των γυναικών και χτύπησε την πόρτα."-Ελάτε", είπε. "Πρέπει να εξομολογηθείτε. Τουλάχιστον από ευγένεια για τον ιερέα." Εκείνες του κλαψούρισαν πως ήταν κουρασμένες... Τι πείραζε να πάνε το πρωί; "Θέλετε να τον προσβάλετε;", είπε εκείνος. "Γιατί νομίζετε πως ήρθε εδώ; Είναι άγιος πατέρας, πολύ άγιος. Τον έχω τώρα στην καλύβα μου και κλαίει για τις αμαρτίες μας".
Σε κάποιο άλλο σημείο του μυθιστορήματος γίνεται λόγος για τη στέρηση και τον Παράδεισο. Ο Γκρην, με μαγική γραφή που εξυμνεί τη λογοτεχνικότητα, επιδίδεται σε φιλοσοφικά ζητήματα με απλές λέξεις, μέσα από τον λόγο και τις διδαχές του ιερέα. Η ευτυχία περνά μέσα από τη δυστυχία, η αγάπη μέσα από τον πόνο, η χαρά μέσα από την λύπη. Για να απολαύσει κανείς την ευημερία και τη γαλήνη, πρέπει πρώτα να γευθεί αναγκαστικά τα αγκάθια της φτώχειας, της στέρησης, της πείνας. Μέσα από ένα αριστουργηματικό λόγο, ο ιερέας κάνει λόγο για την απληστία ("οι πλούσιοι του Βορρά τρώνε αλμυρά φαγητά για να διψάσουν") και για τον δρόμο προς τον Παράδεισο:
"Για αυτό σας λέω ότι ο Παράδεισος είναι εδώ: ετούτο εδώ είναι ένα κομμάτι του Παραδείσου, όπως ακριβώς είναι και ο πόνος κομμάτι της χαράς". Είπε, "Να προσεύχεστε πως θα υποφέρετε κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Ποτέ μη βαρεθείτε να υποφέρετε. Η αστυνομία σας παρακολουθεί, ο στρατός μαζεύει φόρους, ο χεφέ σας ξυλοφορτώνει, γιατί είστε πολύ φτωχοί και δεν μπορείτε να πληρώσετε, η ευλογιά και ο πυρετός, η πείνα... όλα αυτά είναι κομμάτι του Παραδείσου - η προετοιμασία. Χωρίς αυτά, ποιος ξέρει, ίσως να μην απολαμβάνατε τόσο τον Παράδεισο. Ίσως ο Παράδεισος να μην ήταν πλήρης."
Oι παραλληλισμοί και οι ομοιότητες μεταξύ αφενός της χριστιανικής πίστης και αφετέρου της ελπίδας για ζωή ενός ανθρώπου μέσα στην αμαρτία μοιάζουν αναπόφευκτα συμπεράσματα. Ο μιγάς, ως άλλος Ιούδας από τη μια γνωρίζει την αγαθότητα του ιερέα και από την άλλη τον καταδίδει για τα χρήματα. Η στάση, δε, του ιερέα, που με αξιοζήλευτη υπομονή, αν και διαισθάνεται την επικείμενη προδοσία του, δεν κάνει τίποτε για να την αποτρέψει και οδηγείται στην παγίδευσή του, δεν μπορεί παρά να μας θυμίσει τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης. Ο μιγάς, σαν προκλητικός διάβολος, απευθύνεται με θρασυδειλία στον ιερέα, όντας άρρωστος, και του ζητά, αν τολμά και έχει τη δύναμη του Θεού, να τον σώσει.
"-Ξέρεις τι εννοώ. Καταλαβαίνεις από Θεό, έτσι δεν είναι;" Το καυτό χέρι έσφιγγε τον ιερέα. "Ίσως τον έχεις εκεί - σε κάποια τσέπη. Τον κουβαλάς μαζί σου, έτσι δεν είναι, μην τυχόν και είναι κανένας άρρωστος... Ε, λοιπόν, εγώ είμαι άρρωστος. Γιατί δεν μου τον δίνεις εμένα; Ή μήπως πιστεύεις πως δεν θα 'θελε καμιά σχέση μαζί μου... έτσι και με ήξερε;"-"Έχεις πυρετό".Ο άντρας όμως δεν έλεγε να σταματήσει. Ο ιερέας θυμήθηκε μια φλέβα πετρελαίου που είχαν βρει κάποτε κάποιοι κοντά στην Κονσεπσιόν. Επί σαράντα οκτώ ώρες έβλεπες ένα μαύρο σιντριβάνι να υψώνεται τον ουρανό, μέσα από το άχρηστο, βαλτώδες χώμα, να κυλάει και να χάνεται - πενήντα χιλιάδες γαλόνια την ώρα. Έτσι και με το θρησκευτικό αίσθημα του ανθρώπου - ξεσπά άξαφνα: μια μαύρη στήλη αναθυμιάσεων και ρυπαρότητας, που κυλάει και πάει χαμένη."
Όταν φτάνουμε προς το τέλος, οι αντοχές του ήρωα έχουν σχεδόν εξανεμιστεί. Παρ' όλο, λοιπόν, που γνωρίζει την παγίδα που του έχουν στήσει, εντούτοις πλησιάζει τον ετοιμοθάνατο εγκληματία, για να τον εξομολογήσει και να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία να φύγει ειρηνικά. Αυτός, λοιπόν, τον προειδοποιεί ότι βρίσκεται σε ενέδρα και πρέπει να αφήσει το μέρος το γρηγορότερο δυνατό. Του δίνει, δε, και το κρυμμένο του όπλο. Ο αλκοολικός ιερέας, που ό,τι χρήματα βγάζει τα παίρνει σε ποτό, ο πατέρας ενός εξώγαμου παιδιού που έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια αλλά προσεύχεται συνεχώς για αυτό και τη δική του σωτηρία, δεν κάνει ούτε βήμα πίσω. Ο Γκρην μας δείχνει μ' αυτόν τον τρόπο ότι ο καθένας μπορεί να σωθεί, ακόμη και την τελευταία στιγμή, αρκεί να πιστέψει. Πάντως, σε αυτό το σημείο πρέπει να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι το βιβλίο δεν απευθύνεται απαραιτήτως σε πιστούς. Θα έλεγα, μάλιστα, το αντίθετο, καθώς ο συγγραφέας δεν διστάζει να έχει ως ήρωα έναν απομυθοποιημένο ιερέα που σηκώνει στις πλάτες του πολλά βάρη και να δηλώσει έτσι κάτι σπουδαίο: ότι άλλο πράγμα είναι η Εκκλησία και άλλο οι υπηρέτες - ιερείς. Η πρώτη φέρει τις ιδέες και οι δεύτεροι, ως άνθρωποι αμαρτωλοί, οφείλουν να τις μεταλαμπαδεύσουν.

Μία άλλη φιγούρα, επίσης λεπτοδουλεμένη, είναι εκείνη του υπαστυνόμου, ενός ανθρώπου που πάνω απ' όλα βάζει το καθήκον, θανατώνει για χάρη του κρατικού συμφέροντος, χωρίς όμως να απεμπολεί και τις ενοχές του (Τον βλέπουμε για παράδειγμα να δίνει ο ίδιος χρήματα στον ιερέα - όταν τον συλλαμβάνει την πρώτη φορά, για να πληρώσει το πρόστιμό του - η ευαίσθητη φύση του δεν μπορεί να καταπνιγεί). Ιδεαλιστής, πιστεύει ότι αυτό που κάνει ανταποκρίνεται πράγματι στο σωστό, με καρδιά και πόνο ψυχής, όμως με αυστηρή προσήλωση στην πραγμάτωση των ιδεών του. Το γενικό καλό έρχεται πάνω απ' όλα κι αν αυτό επιτάσσει θυσίες και απώλειες ζωών, θα το τηρήσει στο έπακρο, ακόμη κι αν ενδόμυχα διαφωνεί. Κι αν αυτό σας θυμίζει Πόντιο Πιλάτο, δεν θα διαφωνούσα μαζί σας. Ο υπαστυνόμος πιστεύει στην εξάλειψη της φτώχειας, της διαφθοράς και των προκαταλήψεων πάσει θυσία, ώστε να κληροδοτήσει έναν καινούριο κόσμο στα παιδιά, που πεινασμένα για φαΐ και διψασμένα για δικαιοσύνη, τον παρακολουθούν στην παρακάτω σκηνή να κάνει επίδειξη του όπλου του:
"Περιτριγύρισαν εντελώς τον υπαστυνόμο: έτσι κυκλωμένος από τόση ανασφαλή χαρά, τακτοποίησε πάλι το όπλο στην άκρη του μηρού του.
- "Πώς το λένε;", ρώτησε ο Λουίς.
- "Είναι Κολτ τριανταοχτάρι".
- "Πόσες σφαίρες παίρνει;"
- "Έξι."
- "Έχετε σκοτώσει κανέναν μ' αυτό;"
- "Όχι ακόμα", είπε ο υπαστυνόμος.
Τα παιδιά ήταν ξέπνοα από τον ενθουσιασμό. Ο υπαστυνόμος στεκόταν με το χέρι στη θήκη και κοιτούσε τα προσηλωμένα, υπομονετικά καστανά μάτια. Για αυτά αγωνιζόταν
."
Στο τέλος φτάνει και η λύτρωση. Η ανάβαση της πλαγιάς του βουνού αποτελεί τον προσωπικό Γολγοθά του παπαμέθυσου, αλλά και τον δρόμο προς τη σωτηρία του. Συγχωρεί και προσφέρει την τελευταία στιγμή. Συγχωρεί τον προδότη του και κάνει ό,τι μπορεί για να εξομολογήσει έναν ετοιμοθάνατο εγκληματία λίγο πριν πεθάνει προσφέροντας τις υπηρεσίες του. Αν και δεν τα καταφέρνει, λέει γρήγορα την ευχή άφεσης των αμαρτιών πριν "προλάβει η ψυχή να απομακρυνθεί" από τα εγκόσμια. Αναγνωρίζει ότι φτάνει το τέλος του, η ιδέα του αναπόφευκτου θανάτου του κόβει την ανάσα, βάζει σε παύση τις αισθήσεις του και τον φέρνει πιο κοντά στον Παράδεισο, εκεί που δεν θα υπάρχει λύπη και στεναγμός, πλούτος και διαφθορά, ζήλια και φθόνος, παρά μόνο φως και αγάπη ή αλλιώς ό,τι αντικατοπτρίζεται στα μάτια ενός εξαγνισμένου παιδιού, που δεν "πρόλαβε" να ζήσει και να δοκιμαστεί από μια ολόκληρη και σκληρή ζωή, γιατί, πολύ απλά, υπέκυψε νωρίτερα. Αυτά τα παιδικά μάτια είναι ο Παράδεισος, ο θησαυρός όλου του κόσμου, η χαρά που δεν μπορεί να ιδωθεί κι η μελωδία που δεν μπορεί να ακουστεί από θνητό.


Πολιτική και θρησκεία στο έργο συγκρούονται. Στην πραγματικότητα άραγε; Όμως και άλλα δίπτυχα μάχονται αναμεταξύ τους, όπως η κοινωνία με την πολιτική, όπου οι πληβείοι γίνονται τα θύματα της όποιας κυβερνητικής πολιτικής. Διαχρονικό συμπέρασμα. Ο ατμοσφαιρικός συγγραφέας Γκράχαμ Γκην μέσα από αυτό το κεντημένο, αριστοτεχνικά περιπετειώδες, ψυχογραφικό μυθιστόρημα εποχής καταφέρνει να μας πείσει ότι οι κακουχίες σ' αυτόν τον κόσμο δεν αντιπροσωπεύουν τίποτ' άλλο παρά μια τζούρα παραδείσου κι ότι η ελπίδα είναι τελικά πολύ σπουδαία για τον άνθρωπο για να την εξαφανίζει απερίσκεπτα και αφειδώς, όπως επίσης και για να την πουλά ξεδιάντροπα.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Πόλις".